Συνέντευξη

Γνωρίστε τους ανθρώπους πίσω από τα «Μήλα»

Από -

Τα «Μήλα», το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Χρήστου Νίκου, συνεχίζει την πορεία του στις κινηματογραφικές αίθουσες δίνοντάς μας την ιδανική αφορμή να μιλήσουμε με τους συντελεστές της ταινίας για την εμπειρία τους από τα γυρίσματα.

Ξεκινάμε με το Σταύρο Ράπτη, ο οποίος μοιράζεται τη συγγραφή του σεναρίου με το Νίκου, κάνοντάς του μια προφανή ερώτηση: πως προέκυψε η συνεργασία μαζί του; «Με τον Χρήστο γνωριζόμασταν αρκετά χρόνια πριν γράψουμε το σενάριο. Δουλέψαμε μαζί σε ταινίες και διαφημιστικά και καταλάβαμε πως έχουμε κοινές αναφορές και προτιμήσεις στο σινεμά. Την ιδέα του Χρήστου για την επιλεκτικότητα της μνήμης μας την δουλέψαμε αρχικά ως κωμωδία, αλλά το ίδιο το θέμα μας οδήγησε σε μια πιο προσωπική και τρυφερή ανάγνωση του». Ο ίδιος ο Ράπτης, ωστόσο, διαθέτει μεγάλη πείρα ως υπεύθυνος κάστινγκ, επομένως εδώ μήπως ο λόγος του μέτρησε ακόμα περισσότερο; «Ο ρόλος του Άρη Σερβετάλη ήταν από την πρώτη στιγμή γραμμένος πάνω του, βασιστήκαμε σε πολλά στοιχεία του χαρακτήρα του αλλά και της κίνησης του. Αντίθετα, ο ρόλος της Σοφίας Γεωργοβασίλη χρειάστηκε τη διαδικασία ενός στοχευμένου κάστινγκ για να βρούμε όλα τα στοιχεία του χαρακτήρα. Όλοι οι υπόλοιποι ρόλοι -πλην του Αργύρη Μπακιρτζή που ήταν επίσης η μια και μόνη επιλογή μας από την αρχή- βρέθηκαν μέσω κάστινγκ».

Συγκεκριμένα η Γεωργοβασίλη καλείται να φέρει εις πέρας μια χαμηλότονη πλην βαθιά συναισθηματική ερμηνεία, όντας ταυτόχρονα εκτός από ηθοποιός μια ταλαντούχα σκηνοθέτιδα. Πόσο εύκολο ήταν, άραγε, να «περιορίζει» τη μία της ιδιότητα όντας μπροστά από την κάμερα; «Παλιότερα θα σου έλεγα πως είναι κάτι που με δυσκολεύει γιατί ως ηθοποιός λογοκρινόμουν και ήθελα να έχω τον έλεγχο. Να "ξέρω" τι κάνω. Ουσιαστικά μού έβγαινε το κομμάτι της σκηνοθεσίας αλλά επειδή δεν ήταν συνειδητό ακόμα, γινόταν απλώς ένα χαρακτηριστικό που με δυσκόλευε και υποθέτω δυσκόλευε και κάποιους από τους γύρω μου. Όταν άρχισα να σκηνοθετώ άλλους ανθρώπου όμως, αυτή η αγωνία μαλάκωσε και εγώ ωρίμασα μέσα σ' αυτό. Ησύχασε με τον καιρό και πλέον μού είναι αρκετά εύκολο να διαχωρίζω τις δύο ιδιότητες, γίνεται σχεδόν αυτόματα. Και απολαμβάνω εξίσου το ίδιο να βρίσκομαι μπροστά όσο και πίσω από την κάμερα».

banner

Τα «Μήλα» θυμίζουν αμυδρά τη βραβευμένη μικρού μήκους της Γεωργοβασίλη με τίτλο «Προετοιμασία», καθώς μοιράζονται ως ένα βαθμό κοινή αισθητική και το ζήτημα της διαχείρισης της απώλειας. Ήταν άραγε αυτά στοιχεία που προσέλκυσαν τη δημιουργό στο να πάρει μέρος στην ταινία του Νίκου; «Η διαχείριση της απώλειας όντως είναι ένα κοινό στοιχείο των δύο ταινιών κι ένα διαχρονικό θέμα για την ανθρωπότητα γενικά. Ωστόσο δε με τράβηξε μόνο αυτό. Η Άννα, το κορίτσι που υποδύομαι  στην ταινία, λειτουργεί μ’ έναν πολύ διαφορετικό τρόπο μπροστά στην απώλεια του παρελθόντος της. Δε πασχίζει καθόλου να θυμηθεί. Το αντίθετο. Πασχίζει να ζήσει την κάθε στιγμή και να πάει παρακάτω. Αυτό είναι μια ενδιαφέρουσα λειτουργία που σου επιτρέπει να ζήσεις το παρόν με χαρά και να βουτήξεις μέσα του χωρίς αναστολές. Η παγίδα βέβαια σ' αυτό, είναι πως αν δε κρατήσεις κομμάτια αυτού του παρόντος μέσα σου, ώστε να γίνουν μνήμες, καταλήγεις να κυνηγάς αυτή τη μοναδική στιγμή που παρέρχεται γρήγορα, εξαφανίζεται, και μένεις κενός. Κάπως σαν τον χαρακτήρα της. Όσο για το συναισθηματικό βάρος που "κουβαλάμε" ως ηθοποιοί έχει να κάνει με την κάθε συνθήκη ρόλου, συνεργασίας αλλά και φάση ζωής που βρίσκεσαι. Τουλάχιστον έτσι το βιώνω εγώ. Στη συγκεκριμένη, επειδή όσα προανέφερα για το χαρακτήρα της Άννας δεν έχουν στ' αλήθεια κανένα πολύ ειδικό βάρος εκτός από το βάρος της ίδιας της ύπαρξης της, ήταν μια ξεκούραστη κι ανάλαφρη ερμηνευτική εμπειρία».

Στη διανομή των ρόλων βρίσκεται επίσης η Άννα Καλαϊτζίδου, μια ηθοποιός που έως τώρα έχουμε δει συνήθως σε σύντομους αλλά χαρακτηριστικούς ρόλους («Κυνόδοντας», «Γραμμές»). Ποιο είναι, λοιπόν, το στοίχημα που καλείται να κερδίσει ένας ερμηνευτής όταν γνωρίζει πως δεν έχει πολύ χρόνο στη διάθεσή του για μια ερμηνεία; «Νομίζω ότι η δουλειά που έχει να κάνει ένας ηθοποιός και στις δύο περιπτώσεις είναι ίδια. Παρόλα αυτά σε μία σύντομη συμμετοχή πρέπει να φτιαχτεί ένας δεμένος χαρακτήρας, ώστε στο μικρό διάστημα που παρουσιάζεται να δώσει ένα ξεκάθαρο στίγμα και ενδεχομένως να φωτίσει κάποιες άλλες πλευρές των κεντρικών αφηγητών». Παράλληλα, η Καλαϊτζίδου μοιράζεται το περισσότερο χρόνο επί της οθόνης μαζί με το βετεράνο Αργύρη Μπακιρντζή, με τον οποίο καταφέρνουν μια αξιοσημείωτη υποκριτική ισορροπία. «Αισθάνθηκα πολύ χαρούμενη όταν στην πρόβα και στη συνέχεια στα γυρίσματα ανακάλυψα πως το χιούμορ μου και η αισθητική μου ακουμπάνε σε αυτά του Αργύρη Μπακιρτζή. Ενός ανθρώπου που θαυμάζω πολλά χρόνια. Μ' αυτή τη βάση δημιουργήθηκε αυτή η σχέση που βλέπετε στην ταινία και χαίρομαι πολύ που όλα αυτό τελικά δεν ήτανε μόνο μία δική μου αίσθηση».

Έπειτα, καθοριστική ήταν η παρουσία δύο παραγωγών στα γυρίσματα του «Μήλα». Από τη μία, βρίσκεται ο πολύπειρος Ηρακλής Μαυροειδής ο οποίος έχει βάλει την υπογραφή του σε μερικές από τις σημαντικότερες ελληνικές ταινίες των τελευταίων ετών («Κυνόδοντας», «Attenberg»). Τι ήταν εκείνο που τον προσέλκυσε στο φιλμ του Νίκου και πώς εκλαμβάνει τη γοητεία που εξακολουθούν να αναδύουν οι ταινίες οι οποίες, σχηματικά έστω, έχουν συνδεθεί με το λεγόμενο weird wave; «Κατ' αρχάς, ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια καθώς και για τη φιλοξενία. Τώρα, όσον αφορά την ερώτηση σας, θα ήθελα να σας πω ότι εγώ ως επαγγελματίας παραγωγός δεν συμμετέχω σε πρότζεκτ με βάσει την λογική των ρευμάτων όπως το λεγόμενο greek weird wave (αφήστε που εγώ δεν πιστεύω καν στην ύπαρξή αυτού του ρεύματος). Αλλά μετέχω σε ταινίες μόνο όταν πιστεύω στο σενάριο τους και στο ταλέντο των σκηνοθετών που τα υπηρετούν. Οπότε, εν κατακλείδι, η επιτυχία της ταινίας "Μήλα" οφείλεται κυρίως στο εξαιρετικό αφενός σενάριο (η ευρηματικότητα και ο χειρισμός της έννοιας της απώλειας είναι θαυμάσιος) και αφετέρου στην εξαιρετική σκηνοθετική δεινότητα του Χρήστου Νίκου».

Από την άλλη, χάρη στο Νίκο Σμπιλίρη η Αθήνα άλλαξε εξ ολοκλήρου ύφος για χάρη της ταινίας, παρότι γυρίστηκε εν πολλοίς στο ιστορικό κέντρο. Σε μια τέτοια απόπειρα, ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν παραγωγό; «Από την αρχή ο Χρήστος είχε εκφράσει την επιθυμία η ταινία να διαδραματίζεται σε μια πόλη χωρίς ταυτότητα. Μάλιστα, την περίοδο που παρουσιάζαμε το πρότζεκτ σε ξένους παραγωγούς, χρησιμοποιούσαμε ως ενδεικτική αναφορά μια σειρά εξαιρετικών φωτογραφιών που είχε τραβήξει σε κεντρικά σημεία της Αθήνας, τα οποία δύσκολα μπορούσες να τα αναγνωρίσεις! Παρόλα αυτά, η κινούμενη εικόνα είναι πολύ πιο αποκαλυπτική από την στατική και παρά την πρόθεσή σου δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για το αποτέλεσμα. Όταν καταλήξαμε στο σχήμα συμπαραγωγής με την πολωνική εταιρία Lava και το Μάριους Βλοντάρσκι, σκεφτήκαμε αμέσως να δουλέψουμε με Πολωνό φωτογράφο. Αφενός λόγω της σημαντικής παράδοσης της Πολωνίας σε σπουδαίους διευθυντές φωτογραφίας και αφετέρου, επειδή πιστεύαμε ότι ένας συνεργάτης από άλλη χώρα θα ήταν σε θέση να "δει" και να κινηματογραφήσει την πόλη με εντελώς διαφορετικό μάτι. Το αποτέλεσμα της συνεργασίας του ανερχόμενου φωτογράφου Μπάρτος Σβινιάρσκι με το Χρήστο θεωρώ μας δικαίωσε και πιστεύω υπήρξε ένα από τα βασικά στοιχεία της επιτυχίας της ταινίας, διότι την έκαναν ευανάγνωστη στο διεθνές κοινό».

Σχετικά Θέματα