Συνέντευξη

Γιατί πρέπει να δείτε τον αριστουργηματικό «Άγγελο» του Πατρίκ Μποκανόφσκι

Από -

Υπάρχει ένα είδος σινεμά που είναι δύσκολο να καταταχθεί, ακόμα και να περιγραφεί σωστά, το οποίο ξεπερνάει τα στεγανά μιας τυπικής αφήγησης μετατρέποντας την ίδια τη θέαση σε κάτι υπερβατικό. Συνήθως, αυτές οι στα αλήθεια αταξινόμητες ταινίες εντάσσονται στη γενική κατηγορία των πειραματικών ή αβάν γκαρντ φιλμ, ωστόσο το «L'Ange» (1982) του Γάλλου Πατρίκ Μποκανόφσκι αδικείται κατάφωρα με την όποια απόπειρα υφολογικής ταξινόμησής του.

Οι λόγοι για αυτό είναι αρκετά απλοί. Πρώτα από όλα, η δράση τοποθετείται σε ένα «μη-τόπο», σε μια οπτική πραγματικότητα που μπορεί να συλληφθεί μονάχα στο κινηματογραφικό πλαίσιο. Κατά συνέπεια, όσα συμβαίνουν εντός του δεν υπακούν απαραίτητα σε συμβατικούς κανόνες και έτσι δεν επιζητούν κάποιο συγκεκριμένο σεναριακό στόχο. Αυτό, όμως, δε σημαίνει πως το «Ange» δε διέπεται από σαφή δομή.  Παρακολουθούμε μια σειρά από βινιέτες κατασκευασμένες γύρω από συμβολικές πράξεις και μεταφορικές χειρονομίες, με επίκεντρο μεταξύ άλλων έναν άντρα που μαχαιρώνει με σπαθί μια κρεμασμένη κούκλα, μια σκάλα που ποτέ δεν τελειώνει και μια βιβλιοθήκη που ορθώνεται επιβλητικά, η οποία περιτριγυρίζεται από άντρες με παράξενες μορφές.

Η αίσθηση που προκαλεί το «Ange», εξαιτίας και των εναλλαγών ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, την ανάβαση και την κατάβαση από μια πνευματική άβυσσο, είναι αντίστοιχη ενός παράξενου ανησυχητικού ονείρου. Ως προς αυτήν την κατεύθυνση συμβάλλουν οι αιχμηρές αισθητικές επιλογές του Μποκανόφσκι, κυρίως ο εικονοκλαστικός τρόπος που χειρίζεται το σμίξιμο τεχνικών animation, σουρεαλιστικών εικαστικών συνθέσεων και μιας sui generis μυθοπλασίας.  Καθοριστικό, επιπλέον, είναι το σάουντρακ της Μισέλ Μποκανόφσκι, ένα απόκοσμο soundscape που και αυτόνομα θα μπορούσε να ακούγεται εξίσου ανατριχιαστικό, αλλά ενταγμένο στην ταινία απογειώνει την αγωνία που προκαλούν οι εικόνες. Αναπόφευκτα, αυτού του είδους το σινεμά εκτός από δυσεύρετο είναι και συνήθως δυσπρόσιτο. Έτσι, η δωρεάν προβολή του «Ange» στο πλαίσιο των «Νυχτών Βραδύτητας» στην Ελευσίνα (20/10, 18.00, προαύλιο Αγίου Νικολάου) είναι εκτός από σινεφιλικό must και μια πραγματικά σπάνια ευκαιρία να παρακολουθήσετε ένα σπουδαίο φιλμ στη μεγάλη οθόνη. Μάλιστα, στην προβολή θα παρευρεθούν τόσο ο σκηνοθέτης όσο και η συνθέτρια για να συνομιλήσουν με το κοινό.

Οι «Νύχτες Βραδύτητας» γίνονται στο πλαίσιο των ενεργειών Ελευσίνα 2023 Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, με καλλιτεχνική επιμέλεια του βραβευμένου σκηνοθέτη και μουσικού Αλέξανδρου Βούλγαρη (The Boy). Την προβολή του «Ange» πλαισιώνει η πρωτότυπη μουσική που συνθέτει ειδικά για τη βραδιά με το πέρασμα του χρόνου στα όνειρα ο μουσικός Κτίρια τη νύχτα.

Το event μας έδωσε την ευκαιρία να επικοινωνήσουμε με τον Μποκανόφσκι, ο οποίος δέχτηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις του «α» γύρω από την ταινία.

banner
©John Kouskoutis
©John Kouskoutis

Έχουν περάσει σχεδόν 40 χρόνια από την πρεμιέρα του «Ange» κι όμως η ταινία εξακολουθεί να παίζεται ανά τον κόσμο, ενώ σύντομα θα προβληθεί έξω από μια ορθόδοξη εκκλησία. Περιμένατε να έχει τέτοια διάρκεια στο χρόνο;
Όχι, δεν είχα φανταστεί ποτέ μου πως θα πετύχαινε τέτοιο αντίκτυπο και θα συζητούσα για εκείνη μετά από τόσα χρόνια. Πιστεύω πως για αυτήν την πορεία ευθύνεται το γεγονός πως η ταινία επιλέχθηκε στο πλαίσιο της Εβδομάδας της Κριτικής του φεστιβάλ των Κανών το 1982. Δύο χρόνια αργότερα διανεμήθηκε στη Γαλλία, το 1992 στην Ιαπωνία (σ.σ.: όπου παιζόταν στο Τόκυο καθημερινά για σχεδόν 10 χρόνια) και ξανά μετά τον 21ο αιώνα.

Μιας και η προβολή γίνεται στο πλαίσιο ενός event που αφορά τη σχέση μας με το χρόνο, δεν μπόρεσα παρά να αναρωτηθώ εάν σήμερα υπάρχει κοινό για ταινίες σαν και τη δική σας, η οποία απαιτεί την αφοσιωμένη προσοχή του θεατή.
Το κοινό των πειραματικών ή αντισυμβατικών ταινιών αποτελείται από γνώστες του αντικειμένου οι οποίοι είναι παθιασμένοι και εξαιρετικά προσεκτικοί. Επομένως, κάνοντας ένα τέτοιου είδους σινεμά γνωρίζουμε εκ των προτέρων πως απευθυνόμαστε σε ένα αρκετά περιορισμό αριθμό θεατών.

Ακόμα και έτσι, μου φαίνεται πως σήμερα είναι αρκετά δύσκολο να ανακαλύψουμε σκηνοθέτες που κάνουν αντισυμβατικό σινεμά όπως λέτε. Πρόχειρα φέρνω στο μυαλό μου δημιουργούς όπως ο Μπερτράν Μαντικό και ο Καβν. Εσείς έχετε επαφές με το μοντέρνο σινεμά; Υπάρχουν ονόματα που θα έπρεπε να γνωρίζουμε;
Οι αγαπημένοι μου σκηνοθέτες είναι ο Λεν Λιέ και ο Μακ Λαρέν, οι οποίοι έχουν κάνει μόνο αριστουργήματα. Θα προσθέσω επίσης το Γιούρι Νορστάιν και τους αδερφούς Κουέι, σκηνοθέτες που έχουν σκαρφιστεί αδιανόητες ταινίες κινουμένων σχεδίων.

Από το ξεκίνημα της καριέρας σας έως σήμερα δεν έχετε πάψει να δημιουργείτε, εμπλουτίζοντας κι ανανεώνοντας παράλληλα συνεχώς το προσωπικό ύφος σας. Από πού εμπνέεστε;
Προσπαθώ να φτιάχνω εικόνες που δεν έχω ξαναδεί και μπορούν να αντέξουν, που να έχουν συνοχή και να προσιδιάζον με εικόνες ονείρου. Αν χρειαζόταν αυτό να το περιγράψω κάπως, μάλλον θα έλεγα πως φτιάχνω ψευδαισθήσεις.

Αν θέλετε, μιλήστε μου για την τεχνική σας. Στο «Ange»  δεν υπάρχει μία σεκάνς που να επαναλαμβάνεται ή να μην εισάγει κάτι ολοκαίνουριο αισθητικά.
Ο Γιούρι Νορστάιν είχε πει πως πρέπει να βρίσκουμε τρόπους να εμπλουτίζουμε την εικόνα με τη «φωτιά της ύλης» κι αυτό επιχειρώ να κάνω και εγώ. Προσεγγίζω όσα κάνω με τη διάθεση να δουλεύω ξανά και ξανά πάνω τους μέχρι να πάρουν μια μορφή ικανοποιητική.

Όσα παρακολουθούμε στο «Ange» συμβαίνουν σε ένα «μη-τόπο». Εάν ως θεατές ήμαστε περισσότερο εξοικειωμένοι με κινηματογραφικούς κόσμους καινούριους, θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε μέσα από ένα καινούριο βλέμμα την πραγματικότητα;
Νιώθω πως κάτι τέτοιο ξεπερνά τις ικανότητες του κινηματογράφου. Όμως, χωρίς να απομακρύνομαι πολύ από την άποψή σας, μια από τις αφετηρίες της σκέψης μου είναι η ιδέα πως αυτό που αποδεχόμαστε ως ρεαλισμό δεν είναι παρά ένα ψήγμα της αληθινής πραγματικότητας. Οι φωτογραφικές μηχανές δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να κατασκευάζουν την έννοια της «αντικειμενικότητας» την οποία αποδεχόμαστε.

Κλείνοντας, δε θα μπορούσα να μην αναφερθώ στη σπουδαία μουσική της Μισέλ. Αναρωτιέμαι, τη συνέθεσε κατά τη διάρκεια του μοντάζ ή την προετοίμασε νωρίτερα;
Γνωρίζαμε από την αρχή πως τα γυρίσματα θα διαρκούσαν πολύ καιρό, επομένως η Μισέλ δούλεψε πάνω στη μουσική από το στάδιο του σεναρίου ακόμα. Έτσι, όταν φτάσαμε στο μοντάζ όλα ήταν έτοιμα.