Θέμα

Γιατί ο Mad Max παραμένει ένας μοντέρνος action hero και πώς επαναπροσδιορίζει το μύθο του

Από -

Έπειτα από τριάντα ολόκληρα χρόνια ο Παλαβός Μαξ επιστρέφει με μια τρισδιάστατη περιπέτεια που φιλοδοξεί να αναβιώσει τον κινηματογραφικό μύθο και να επαναπροσδιορίσει το είδος, έχοντας το φωτογενές δίδυμο Τομ Χάρντι - Σαρλίζ Θερόν στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Εμείς κάνουμε μια αναδρομή στην ιστορία του μοναχικού εκδικητή, θυμίζουμε τις κοινωνικές και κινηματογραφικές συνθήκες που συνέβαλαν στη γέννησή του, αναγνωρίζουμε τη διαχρονική καλλιτεχνική του αξία, υποβάλλουμε τα σέβη μας στον Ελληνοαυστραλό οραματιστή της σειράς Τζορτζ Μίλερ και σας παρουσιάζουμε όλα όσα πρέπει να ξέρετε για την πανηγυρική επάνοδο του Μαντ Μαξ στην οθόνη.

«Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής»
«Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής»

Όσο περνούν τα χρόνια γίνεται σαφές ότι το Χόλιγουντ δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερο να μας συστήσει πρωτότυπους ήρωες που μπορούν να καταγοητεύσουν το κοινό, σε αντίθεση με τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Δεν είναι μακρινή η εποχή που από τον Ιντιάνα Τζόουνς μέχρι τον Φρέντι Κρούγκερ η mainstream κινηματογραφία γεννούσε συναρπαστικούς μυθοπλαστικούς χαρακτήρες και δεν τους δανειζόταν από τα κόμικς, τη λογοτεχνία ή την επικαιρότητα. Ανάγκη από δάνεια (και μάλιστα γενναία) έχει όποιος είναι εντελώς χρεοκοπημένος, κάτι που γνωρίζουμε καλύτερα από κάθε άλλον εδώ στην Ελλάδα.

Ο Μαντ Μαξ είναι ένας από τους action heroes που κατάφερε να παραμείνει ζωντανός στο συλλογικό σινεφίλ ασυνείδητο, παρότι έχει να εμφανιστεί στην οθόνη από την «Απόδραση από το Βασίλειο του Κεραυνού» το 1985. Τι είναι όμως αυτό που μπορεί να χαρίσει σε έναν κινηματογραφικό ήρωα το ελιξίριο της νεότητας, ώστε να παραμείνει άφθαρτος στο αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου στο σινεμά, όπου η υπερπαραγωγή διαβρώνει την κινηματογραφική μνήμη; Η απάντηση βρίσκεται σε μια δήλωση του Τζορτζ Μίλερ, του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη που εμπνεύστηκε τον οκτακύλινδρο μύθο του Μαντ Μαξ πριν από τρεισήμισι δεκαετίες. «Αν απογυμνώσεις το σύγχρονο κόσμο από την πολυπλοκότητα του, αποκαλύπτεις κάτι το στοιχειώδες, το λιτό».

«Mad Max: Ο εκδικητής της νύχτας»
«Mad Max: Ο εκδικητής της νύχτας»

Η σπάνια για το είδος δωρικότητα­ που είχαν τα πρώτα δύο «Mad Max» μετέτρεψε τις χαμηλού προϋπολογισμού τετράτροχες περιπέτειες σε παγκόσμιο κινηματογραφικό μύθο. Ο μαυροντυμένος πρωταγωνιστής μιλάει σπάνια, όπως αρμόζει σε έναν βαθιά πληγωμένο ήρωα που εξελίσσεται σε στυγνό εκδικητή. Το κινηματογραφικό του περιβάλλον αποτελείται αποκλειστικά από απέραντες ασφάλτινες ευθείες, άνυδρες εκτάσεις και παραδομένες στα ένστικτα πρωτόγονες κοινότητες.

Ο μετα-αποκαλυπτικός κόσμος του είναι γυμνός από ανθρωπιστικές αξίες (που σήμερα βρίσκονται­ υπό αίρεση), αποκαλύπτοντας ότι πίσω από τη σύγχρονη «πολιτισμένη» πραγματικότητα βρίσκεται ένας ανηλεής πόλεμος για τον έλεγχο του νερού και των ενεργειακών πηγών. Πάνω από όλα όμως, όπως ισχυρίζεται και ο ίδιος ο Μίλερ: «Ο Μαντ Μαξ πάτησε άθελά μου πάνω στο κλασικό μυθολογικό αρχέτυπο του μοναχικού σαμουράι, του πιστολέρο καβαλάρη των γουέστερν και του πολεμιστή των Βίκινγκς».

Διαβάστε παρακάτω το infographic με τα συστατικά από τα οποία φτιάχτηκε ο κινηματογραφικός κόσμος του Mad Max

banner

Κατασκευάζοντας τον κόσμο του Mad Max

 

Από τη γέννηση μέχρι την αναβίωση του μύθου

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ο Τζορτζ Μίλερ έκανε την πρακτική του σε ένα νοσοκομείο της Μελβούρνης, ερχόμενος καθημερινά αντιμέτωπος με σπλάτερ εικόνες νεαρών οδηγών που τραυματίζονταν σε αυτοσχέδιες κόντρες. Η γνωριμία του με τον νεαρό κινηματογραφιστή Μπάιρον Κένεντι αποτέλεσε την αφορμή για να πετάξει τη λευκή ποδιά και να πιάσει την κάμερα. Μαζί θα οραματιστούν έναν αμοραλιστικό μετα-αποκαλυπτικό κόσμο που θα καυτηριάζει, εκτός από τη νεανική μηχανοκίνητη τρέλα, τον αμερικανόφερτο νεο-συντηρητισμό που είχε προλάβει να εισαχθεί στην Αυστραλία, το ψυχροπολεμικό κλίμα, την πυρηνική απειλή, την πετρελαϊκή κρίση του 1973 και το φόβο που είχε αρχίσει να κυριεύει τα μικροαστικά στρώματα μέσω των ΜΜΕ.

Για να φτιάξει το sui generis κινηματογραφικό σύμπαν του Μαντ Μαξ, ο Μίλερ θα χρειαστεί μόλις 300.000 δολάρια και μια σειρά από αναφορές στα καλτ τετράτροχα φιλμ «Vanishing Point» και «Death Race 2000», στα σπαγκέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε, στις κόμικς περιπέτειες του Judge Dredd και στο αναρχο-πανκ των Sex Pistols. Το αποτέλεσμα ξεπερνά κάθε προσδοκία, με τη χαμηλού προϋπολογισμού περιπέτεια να αποκαλύπτει την ηλεκτρισμένη σκηνοθετική βιρτουοζιτέ του Ελληνοαυστραλού (ποιος μπορεί να ξεχάσει τις φρενήρεις σκηνές καταδίωξης και τη φορτισμένη off camera δολοφονία της οικογένειας του Μαξ;) και να ξεπερνά τα 100 εκατ. δολάρια σε εισπράξεις!

«Μαντ Μαξ Νο 2: Εκδικητής Πέρα από το Νόμο»
«Μαντ Μαξ Νο 2: Εκδικητής Πέρα από το Νόμο»

Επιπλέον, το άστρο ενός 22χρονου Αμερικανού ηθοποιού που είχε μετακομίσει σε μικρή ηλικία στην Αυστραλία είχε καταφέρει να ανατείλει στο δυστοπικό σκηνικό της μηχανοκίνητης περιπέτειας. Το φωτογενές «πακέτο» τού ακόμη άσημου πρωταγωνιστή Μελ Γκίμπσον αναμφίβολα συνέβαλε στην επιτυχία του «Mad Max» και τρέλανε τους χολιγουντια­νούς ατζέντηδες, που έτρεξαν να το καπαρώσουν.

Η καλύτερη ταινία της τριλογίας είναι το «Μαντ Μαξ Νο 2: Εκδικητής Πέρα από το Νόμο» του 1981, ένα από τα καλύτερα σίκουελ όλων των εποχών. Ο Τζορτζ Μίλερ δεν φοβήθηκε να φτιάξει μια βίαιη, ηθικά αμφιλεγόμενη και εικαστικά αβανγκάρντ περιπέτεια που συσσώρευσε τον κοινωνικό ζόφο και την ανασφάλεια του σύγχρονου ανθρώπου για το «τέρας που κρύβουμε μέσα μας».

Οι σκηνές που ο τραυματισμένος μεταφέρεται πάνω στο ανεμόπτερο του Γκίρο (σαφής αναφορά στο Βιετνάμ), τα περίτεχνα αξελερέ στις σκηνές­ δράσης και η περίφημη τελική καταδίωξη αποτελούν πλέον σημεία αναφοράς για το είδος της περιπέτειας. Δυστυχώς, το «Μαντ Μαξ: Απόδραση από το Βασίλειο του Κεραυνού» δεν ήταν αντάξια των προηγούμενων δύο.

Διαθέτοντας εξαιρετική μετα-πανκ αισθητική και υψηλά επίπεδα παραγωγής, αλλά ασύνδετο σενάριο, εύκολους μεσσιανικούς συμβολισμούς, εμπορική αυτο-λογοκρισία κι έναν «άδειο», περιφερόμενο ήρωα, το τρίκουελ ήταν μια απρόσμενη απογοήτευση. Έπειτα από τριάντα χρόνια ο δημιουργός του υπόσχεται να διορθώσει εκείνη την πικρή επίγευση, αναλαμβάνοντας να αναβιώσει το μύθο με το ολοκαίνουργιο «Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής».

Τετρακίνητη δράση με τέρμα το γκάζι

Ο Τζορτζ Μίλερ μαζί με τον πρωταγωνιστή του Τομ Χάρντι στα γυρίσματα της ταινίας
Ο Τζορτζ Μίλερ μαζί με τον πρωταγωνιστή του Τομ Χάρντι στα γυρίσματα της ταινίας

Η έκφραση «από σαράντα κύματα» δεν αρκεί για να περιγράψει τις δυσκολίες που συνάντησε η επιστροφή του Μαντ Μαξ στην οθόνη. Από το μακρινό 2001 ο Μίλερ προσπαθούσε με κάθε τρόπο να σκηνοθετήσει το τέταρτο κεφάλαιο της σειράς, αλλά το project είχε αρχίσει να μοιάζει στοιχειωμένο. Από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας αποφάσισε να γίνει πραγματιστής, εγκαταλείποντας σταδιακά την ιδέα της επιστροφής του Μελ Γκίμπσον στον πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως και το να γυρίσει την ταινία στην πατρίδα του.

Έχοντας εξασφαλίσει ένα γενναίο προϋπολογισμό για τον «Δρόμο της Οργής», έδωσε την εντολή να αποσυναρμολογηθούν τα 150 πρωτότυπα οχήματα που είχαν σχεδιαστεί ειδικά για τα γυρίσματα και να σταλούν στην αφιλόξενη έρημο της Ναμίμπια. Εκεί ανέλαβε­ μαζί με τον συν-σεναριογράφο/comic artist Μπρένταν ΜακΚάρθι να φέρει εις πέρας ένα μεγάλο κινηματογραφικό άθλο, μετατρέποντας τα 3.500 storyboards σε πρωτότυπο οπτικό υλικό. Από τον Ιούλιο του 2012 ­μέχρι το τέλος της χρονιάς, ο Τζορτζ Μίλερ και το νέο του πρωταγωνιστικό δίδυμο δοκιμάστηκαν στις σκληρές συνθήκες του άνυδρου περιβάλλοντος της νοτιοαφρικανικής χώρας.

«Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής»
«Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής»

Οι φήμες μάλιστα θέλουν τις σχέσεις του Τομ Χάρντι, του ανθρώπου που ανέλαβε το βαρύ φορτίο να ερμηνεύσει τον Μαντ Μαξ μετά τον Μελ Γκίμπσον, και της Σαρλίζ Θερόν, που υποδύεται τη συμπρωταγωνίστριά του Φουριόζα, να φτάνουν στα όριά τους κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Σε αυτό συνέβαλε καθοριστικά η τελειομανία του σκηνοθέτη, ο οποίος απαίτησε να γυριστεί το 90% της ταινίας με ριψοκίνδυνα stunts σε πραγματικό περιβάλλον και όχι με τη βοήθεια του CGI σε κάποιο στούντιο.

Μ’ εκείνα και με τ’ άλλα, ο Χάρντι βρέθηκε με τις ώρες κρεμασμένος στο καπό ενός αμαξιού κάτω από τον αφρικανικό ήλιο! Εκτός από τις αυξημένες απαιτήσεις από τους ηθοποιούς και το πολυάριθμο επιτελείο των κασκαντέρ, χρειάστηκαν και πρωτοπόρες τεχνολογικές καινοτομίες για να ολοκληρωθεί ο ολοκαίνουργιος τρισδιάστατος Μαντ Μαξ. Με τη βοήθεια του διευθυντή φωτογραφίας Τζον Σιλ («Ο Άγγλος Ασθενής») κατασκευάστηκε το «Edge Arm», ένας ρομποτικός βραχίονας με κάμερα στην άκρη, που προσαρμόστηκε στην καρότσα ενός off-road οχήματος, έχοντας τη δυνατότητα επέκτασης έξι μέτρων προς κάθε κατεύθυνση και περιστροφής 360°.

Είναι βέβαιο, λοιπόν, ότι η προσπάθεια διαφυγής του μοναχικού survivor, της επαναστατημένης Φουριόζα και των Πέντε Συζύγων από τον αδίστακτο Πολέμαρχο της Άγονης Γης Ιμόρταν Τζο και τα αιμοβόρα War Boys του αναμένεται να είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακή. Η τριαντάχρονη Οδύσσεια του αγαπημένου κινηματογραφικού ήρωα έφτασε, επιτέλους, στο τέλος της. Καλώς όρισες και πάλι στην οθόνη, θεοπάλαβε Μαξ.

Η οδύσσεια του Mad Max στην οθόνη

Μαντ Μαξ: Ο Εκδικητής της Νύχτας (1979)
O αστυνομικός Μαξ Ροκατάνσκι μετατρέπεται σε αδίστακτο, αμοραλιστή τιμωρό για να εκδικηθεί τη δολοφονία της γυναίκας και του παιδιού του από τη συμμορία του Δαχτυλοκόφτη.

Μαντ Μαξ Νο 2: Εκδικητής Πέρα από το Νόμο (1981)
Μια μικρή ομάδα ανθρώπων προσπαθεί να προστατέψει τα αποθέματα πετρελαίου της από την αιμοβόρα συμμορία Χουμούνγκους. Ο Μαξ, άθελά του, θα ηγηθεί της προσπάθειας εξόδου από την πολιορκία.

Μαντ Μαξ: Απόδραση από το Βασίλειο του Κεραυνού (1985)
Θέλοντας να βρει τον κλέφτη του οχήματός του, ο Μαξ θα εγκλωβιστεί στην ακόλαστη Μπάτερταουν. Γλιτώνοντας τελευταία στιγμή από το θάνατο, καταλήγει σε μια κοινότητα παιδιών η οποία τον βλέπει σαν Μεσσία.

Σχετικά Θέματα