Συνέντευξη

Γιάννης Οικονομίδης: «Έκανα μια ταινία για τρύπιους χαρακτήρες, τρύπια συναισθήματα και μια τρύπια χώρα»

Από -

Ο πιο σκληρός ρεαλιστής του ελληνικού σινεμά αποφάσισε να κάνει (κατάμαυρη) κωμωδία. Ξεκίνησε από τους αδερφούς Κοέν και μας εξηγεί πώς κατέληξε στην «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς».

Η προηγούμενη ταινία σου, το «Μικρό Ψάρι», έφτασε στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ Βερολίνου. Γιατί λοιπόν ύστερα από μια καλλιτεχνική επιτυχία χρειάστηκαν έξι χρόνια για να ολοκληρώσεις την «…Τρύπια Καρδιά»;
Ζούμε σε μια χώρα όπου ο καθένας προσπαθεί μόνος του, σε μια χώρα η οποία δεν υποστηρίζει το σινεμά, η οποία δεν πάει σινεμά. Δεν υπάρχουν χρήματα για τον κινηματογράφο, άρα δεν υπάρχουν καλά σενάρια στα συρτάρια των παραγωγών και κάθε φορά ξεκινάς από την αρχή. Επίσης, για να καλύψεις τον ελάχιστο προϋπολογισμό τον οποίο απαιτεί μια αξιοπρεπής ταινία, πρέπει οπωσδήποτε να απευθυνθείς στο εξωτερικό, σε συμπαραγωγή. Θα σου θυμίσω μόνο πως για μπάτζετ 1,5 εκατομμυρίου το Εθνικό Κέντρο Κινηματογράφου μάς ενέκρινε 100.000 ευρώ. Τα λιγότερα από όλα τα σχέδια που εγκρίθηκαν σε εκείνη τη φουρνιά. Άρα στρέφεσαι αναγκαστικά στην Ευρώπη, όπου η γραφειοκρατία είναι τεράστια.
Θέλεις λοιπόν ένα με ενάμιση χρόνο να γράψεις ένα σενάριο, άλλο ενάμισι με δύο χρόνια να φτιάξεις φακέλους, να περάσεις επιτροπές, να πάρεις εγκρίσεις, να βρεις συμπαραγωγούς, να περάσεις συμβούλια, άλλες επιτροπές· έχουν περάσει λοιπόν τρία με τέσσερα χρόνια. Στη συνέχεια πρέπει να βρεις καστ και χώρους, να αρχίσεις πρόβες... Αυτός ο τελευταίος ένας χρόνος, μαζί με τα γυρίσματα, είναι και η πραγματική χαρά. Η δημιουργία. Εγώ έτυχε εν τω μεταξύ, μετά το «Μικρό Ψάρι», να παντρευτώ και να κάνω παιδί, οπότε όλο το πράγμα πήγε ακόμη πιο πίσω.

«Πάντα με το δικό μου ύφος, είχα στο μυαλό μου κάτι στην παράδοση των αδερφών Κοέν, του “Μόνο Αίμα” και του “Καυτού Απορρήτου”, του “Οικογενειακού Φίλου” του Σορεντίνο, του Τζάρμους, του Καουρισμάκι, του ΜακΝτόνα και της “Αποστολής στην Μπριζ”».

Το σενάριο της «...Τρύπιας Καρδιάς» το έχεις δουλέψει με τον Χάρη Λαγκούση («Μικρό Ψάρι») και τον συγγραφέα του «Γκιακ» Δημοσθένη Παπαμάρκο.
Έπειτα από μια τόσο σκοτεινή, βαριά ταινία όπως το «Μικρό Ψάρι» είχα την ανάγκη να βγω πιο πολύ στο φως, να κάνω κάτι λιγότερο ζοφερό. Σε όλες μου τις ταινίες υπάρχει μαύρο χιούμορ· εδώ ήθελα να πριμοδοτηθεί και να τραβηχτεί πίσω ο ζόφος. Πάντα με το δικό μου ύφος βέβαια, έχοντας στο μυαλό μου μια ιστορία στην παράδοση των αδερφών Κοέν, του «Μόνο Αίμα» και του «Καυτού Απορρήτου», που μου αρέσει πολύ, του «Οικογενειακού Φίλου» του Σορεντίνο, του Τζάρμους, του Καουρισμάκι, του Μακ­Ντόνα και της «Αποστολής στην Μπριζ»…
Με αυτά στο νου, καθίσαμε με τον Χάρη, με τον οποίο είχαμε συνεργαστεί άψογα, και τον Δημοσθένη, τον οποίο είχα γνωρίσει σε φιλική παρέα και δεν είχε εκδώσει ακόμη το «Γκιακ», φτιάξαμε μια... τετραμελή επιτροπή από τρία άτομα και αρχίσαμε να δουλεύουμε κάτι γρήγορο και φτηνό. Κατέληξε στο πιο μακροχρόνιο και ακριβό ως παραγωγή σενάριο που έχω γυρίσει.

Είναι η δεύτερη ταινία στη σειρά στην οποία οι ήρωές σου κινούνται στο χώρο του υποκόσμου.
Οι γκάνγκστερ είναι μεγάλο κομμάτι της κινηματογραφικής μυθολογίας. Ο κόσμος τους είναι γοητευτικός έτσι όπως τον μάθαμε από τα μυθιστορήματα και τα φιλμ νουάρ. Σου δίνει ευκαιρία για ακραίους χαρακτήρες, πάθη, ατμόσφαιρα... Μη νομίζεις πως στον πάτο, αν κοιτάξεις τους κάτω κάτω, η ξεφτίλα του ελληνικού υπόκοσμου απέχει πολύ από αυτήν των «Καλών Παιδιών». Κάθε άλλο...

Πώς μπορείς και αποτυπώνεις ­κινηματογραφικά τόσο πειστικά αυτό το σύμπαν, το οποίο εδώ έχει να κάνει και με τα σκυλάδικα της επαρχίας, τη στιγμή που δεν έχεις άμεση επαφή μαζί του;
Υποθέτω πως είμαι καλός παρατηρητής. Και δεν αντλώ υλικό παρατηρώντας μόνο την αληθινή ζωή αλλά και ταινίες, βιβλία, κόμικς, τηλεόραση... Βλέπω κάτι και σκέφτομαι πώς θα μπορούσε αυτό να μεταφερθεί στην ελληνική καθημερινότητα. Άλλωστε, πολλές καταστάσεις και χαρακτήρες από ξένες ταινίες θα μπορούσαν να διαδραματίζονται στην Ελλάδα. Το «Τι Απέγινε η Έλι» του Φαραντί θα μπορούσε να έχει γυριστεί στην Εύβοια και ο «Εμποράκος» του στην Αθήνα. Ίδια τοπιογραφία, ίδιες φάτσες και ίδια διλήμματα. Όλα αυτά χωνεύονται μέσα μου και κάποια στιγμή γίνονται κινηματογραφική ιστορία.

Στους ακραίους ρεαλιστές, σε όσους δηλαδή υιοθετούν ένα ντοκιμαντερίστικο αφηγηματικό ύφος, τους προσάπτουν πως φωτογραφίζουν απλώς την πραγματικότητα.
Η πραγματικότητα είναι ο καμβάς που θα ρίξεις πάνω του την ιστορία σου, τους ήρωές σου. Το περιβάλλον και τα γεγονότα πρέπει να είναι ρεαλιστικά, πειστικά, αλλά αυτό που μετράει είναι από όλα αυτά να βγει μια βαθύτερη αλήθεια. Η αληθινή ζωή. Όχι ηθογραφικά, νατουραλιστικά, αλλά ως κάτι που αφορά εσένα, τους ηθοποιούς και τους θεατές. Την κοινωνία τελικά.

Τι μας αφορά στην ιστορία της «...Τρύπιας Καρδιάς»;
Στην ουσία η ταινία θέλει να μιλήσει για τη γελοιότητα των πάντων γύρω μας. Για τρύπιους χαρακτήρες, τρύπια συναισθήματα, τρύπια ιστορία, τρύπια χώρα... Τώρα η ματιά πάνω σε αυτό το μαύρο χάλι δεν έρχεται από τη ζοφερή, σκοτεινή πλευρά, αλλά από εκείνη του πικρού χιούμορ, του σαρκασμού και μιας «βιτριολικής» ελαφρότητας. Το στοίχημα είναι όλο αυτό να μη γίνει γραφικό, να μη μείνει στην επιφάνεια και στον «κανιβαλισμό». Αυτό το πετυχαίνεις όταν οι ήρωές σου είναι αληθινοί και όχι καρικατούρες και αν οι ηθοποιοί ζουν τους ρόλους τους, αν τους πιστεύουν απόλυτα και όχι αν τους υποδύονται σαν να είναι πιο έξυπνοι από αυτούς.

Το κάστινγκ είναι η μισή σκηνοθεσία;
Φυσικά! Η επιλογή των ηθοποιών, που εδώ σχεδόν σε όλους τους δεύτερους ρόλους είναι ερασιτέχνες, και η δουλειά μαζί τους είναι που δίνουν κινηματογραφική ειλικρίνεια στην ιστορία σου. Η άλλη μισή έχει να κάνει με την εικαστική προσέγγιση, η οποία εδώ ήταν λίγο γουέστερν. Ανοιχτοί χώροι, καλοκαίρι, φως, ακινησία, η ανία της επαρχίας. Επίσης πολλή σάρκα, άφθονος ερωτισμός, τα χρώματα έχουν σημασία, οπότε προσπάθησα να συνδυάσω τα σινεμασκόπ ανοιχτά πλάνα των χώρων με τα κοντινά στα πρόσωπα, που τελικά είναι και τα πιο ενδιαφέροντα.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά

Σχετικά Θέματα