Κριτική

Ένα Ψηλό Κορίτσι

Από -

Σε μια από τις διασημότερες φράσεις του ο Τέοντορ Αντόρνο έλεγε πως «είναι βάρβαρο να γράφει κανείς ποιήματα μετά το Άουσβιτς». Ήταν αδύνατο για έναν καλλιτέχνη –και κατ’ επέκταση για οποιονδήποτε–, να αφουγκραστεί τη ζωή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, προσπερνώντας το μέγεθος της φρίκης για το οποίο ήταν ικανή η ανθρωπότητα. Για μια οδυνηρή μεταβατική περίοδο νικητές και ηττημένοι έμειναν με τσακισμένη ψυχολογία να προσπαθούν να στήσουν ξανά τη ζωή τους.

Το αίσθημα του αδιεξόδου, της εγκλωβισμένης στο παρόν ανάγκης για μετάβαση, διατρέχει το χειμαρρώδες φιλμ του ταλαντούχου Κάντεμιρ Μπαλάγκοφ («Οι Δικοί μου Άνθρωποι»), εμπνευσμένο από το βιβλίο «Ο πόλεμος δεν έχει πρόσωπο γυναίκας» της νομπελίστριας Σβετλάνα Αλεξίεβιτς. Βασικές πρωταγωνίστριες δύο γυναίκες –ανατριχιαστικές στις σπινθηροβόλες ερμηνείες τους οι Βικτώρια Μιροσνιτσένκο και Βασίλισα Περελίτζινα– οι οποίες προσπαθούν να επιζήσουν στο μεταπολεμικό Λένινγκραντ. Η μία υποφέρει από εγκεφαλική βλάβη εξαιτίας ενός τραύματος σε μάχη, ενώ η άλλη επιστρέφει νικήτρια από το Βερολίνο έχοντας χάσει τον εαυτό της εξαιτίας των τραυματικών εμπειριών που έζησε στη γερμανική πρωτεύουσα.

Με αυτήν την ιστορία ο Μπαλάγκοφ καταφέρνει κάτι κινηματογραφικά σπάνιο. Παραδίδει ένα καθηλωτικό ψυχογράφημα της μεταπολεμικής συναισθηματικής κατάπτωσης ενός ολόκληρου έθνους, υιοθετώντας μια αποκλειστικά γυναικεία οπτική γωνία. Σωματοποιεί το άλγος των ηρωίδων του, χρησιμοποιεί τα σφιγμένα από το σοκ κορμιά τους για να αναδείξει το ανυπολόγιστο άγχος που τις καταπλακώνει, χωρίς να χάσει τον έλεγχο.

Αντιλαμβάνεται κυνικά το σεξ ως αναισθητικό, κάτι μακάβριο και ζωώδες που προσφέρει διαφυγή από έναν κόσμο στα πρόθυρα της τρέλας. Ενώ λοιπόν εσωτερικεύεται αυτή η ανεξέλεγκτη μείξη έλξης και απόγνωσης, κανένας χαρακτήρας δεν παραλογίζεται ούτε αναζητά την εκδίκηση. Κινούνται ατάραχα, ξεχασμένα σαν ανθρώπινα συντρίμμια ανάμεσα σε γκρεμισμένα κτίρια. Ο Μπαλάγκοφ κάνει χειροπιαστή τη θλίψη τους, αλλά την ίδια στιγμή επιφυλάσσει σε μία από τις ηρωίδες μια μοναδική διέξοδο: να αποκτήσει παιδιά και μέσω της μητρότητας να νιώσει ξανά άνθρωπος και να βρει νόημα στο χάος γύρω της. Εξάλλου, αμφότερες καλούνται να διαχειριστούν μιαν ανυπολόγιστη ψυχολογική εξάντληση έπειτα από χρόνια έντασης και αβεβαιότητας η οποία δεν τους επιτρέπει να ανασάνουν.

Ο 29χρονος σκηνοθέτης, όμως, φροντίζει η ταινία να μη γίνει ασφυκτική. Την απαραίτητη πνοή δίνουν οι αβίαστα ρομαντικές και αναπάντεχες στιγμές τρυφερότητας που συντρίβουν τις άμυνες. Όπως οι χαρούμενοι κυματισμοί ενός πράσινου φορέματος σε ένα παγωμένο διαμέρισμα, με την ποίηση να κρύβεται στις χαραμάδες του προφυροπράσινου τοίχου στο φόντο. Μοιάζει να μας λέει ο Μπαλάγκοφ πως η αθωότητα έχει χαθεί για πάντα, αλλά παραδόξως όχι και η ελπίδα.

Ρωσία. 2019. Διάρκεια: 137΄. Διανομή: SEVEN FILMS.