Συνέντευξη

Ελίνα Ψύκου, πόσο weird είσαι τελικά;

Από , -

Η σκηνοθέτις του βραβευμένου στο πρωτοκλασάτο Φεστιβάλ Τραϊμπέκα «Γιου της Σοφίας» μιλάει για την τρυφερή, πολιτικοινωνικά τολμηρή ταινία της αλλά και τη σύγχρονη ελληνική –κινηματογραφική και μη– πραγματικότητα.

banner

Η νέα σας ταινία έρχεται στις αίθουσες με έντονο τον απόηχο της βράβευσης στο φεστιβάλ της Τραϊμπέκα. Τι θυμάστε εντονότερα από αυτήν την εμπειρία;
Όταν πήγα στην τελετή απονομής δε γνώριζα ότι έχω κερδίσει το βραβείο ή οποιοδήποτε άλλο, δε μου είχαν πει τίποτα. Έτσι ήμουν τελείως ανυποψίαστη τη στιγμή που άκουσα το όνομά μου από τον Γουίλεμ Νταφόε για να παραλάβω το βραβείο. Ένιωσα πάρα πολύ όμορφα όταν μου το έδωσε εκείνος γιατί είναι από τους πολύ αγαπημένους μου ηθοποιούς.

Πόση σημασία είχε για τους ανθρώπους του φεστιβάλ ότι η ταινία εστιάζει στην Ελλάδα της κρίσης;
Επειδή στην ουσία η ταινία μιλάει για την Ελλάδα πριν την κρίση και απασχολείται με ένα κοινωνικά ευαίσθητο στόρι, τους ενδιέφερε το έμμεσο πολιτικό σχόλιο που υπάρχει. Βέβαια το κοινό που παρακολούθησε την ταινία αποτελούταν και από Έλληνες της Αμερικής οι οποίοι έρχονται πάντα να δουν ελληνική ταινία στο φεστιβάλ. Οι αντιδράσεις τους είχαν συχνά μια αμηχανία, γιατί κουβαλάνε μέσα τους τη νοσταλγία μιας Ελλάδας η οποία δεν υπάρχει πια, και το συνειδητοποίησαν βλέποντας την ταινία.

Είναι έτσι κι αλλιώς κομμάτι της ταινίας αυτό, οι Έλληνες που αντικρίζουν ένα παρελθόν το οποίο μοιάζει πάρα πολύ μακρινό και εξιδανικευμένο.
Φυσικά, αυτό συμβαίνει και με τον κύριο Νίκο (Θανάσης Παπαγεωργίου), έναν από τους βασικούς ήρωες, ο οποίος απασχολείται εμμονικά με την Ελλάδα μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Ήταν συνειδητή μου επιλογή να έχω έναν ήρωα σαν κι εκείνον, γιατί λειτουργεί ως φορέας ιδεών, χωρίς όμως –ελπίζω- να μετατρέπεται σε καρικατούρα ή να είναι τελείως αποδραματοποιημένος. Τέτοιου είδους άνθρωποι που φέρουν έναν παλιό συντηρητικό κόσμο ξανά στο προσκήνιο, πιστεύω υπάρχουν τριγύρω μας.

Ο κόσμος όμως που βρίσκεται στο μυαλό του κύριου Νίκου, το 2004 (σ.σ.: περίοδο που διαδραματίζεται η ταινία) δε βρισκόταν στο περιθώριο;
Τότε θεωρήσαμε πως ήταν περιθώριο όμως βλέπουμε σήμερα, δεκατρία χρόνια μετά, ότι αυτή η Ελλάδα βρίσκεται σε άνοδο. Κάτι τέτοιο δε συνέβη ξαφνικά, υπήρχε από τότε αλλά κανείς δεν έδινε σημασία ή σκόπιμα απέφευγε να συζητήσει για αυτό, καθώς ζούσαμε τα δήθεν σχέδια εκσυγχρονισμού, της ανάπτυξης κ.λπ. Η οικονομική κρίση έδωσε περιθώρια έκφρασης σε τέτοιους ανθρώπους και βγήκαν στο φως.

Το μέλλον της Ελλάδας όμως ποιο είναι; Γιατί στην ταινία βλέπουμε πως οργανικό κομμάτι των επόμενων γενεών είναι τα παιδιά των μεταναστών στα οποία θα βασιστεί η εξέλιξη της χώρας, και υπάρχουν πολλές εκδοχές τους στο σενάριο: η μητέρα, ο γιος της, ο φίλος του…
Μέσα από τις ταινίες μου και θέλω να εκφράσω κάποια ερωτήματα. Δε θέλω να κάνω διδαχές, και δεν είχα σκοπό να κάνω μια δήλωση που να λέει ότι η Ελλάδα σήμερα είναι αποκλειστικά οι μετανάστες. Οι ήρωες μου είναι τα θύματα ορισμένων καταστάσεων που τους έχουν οδηγήσει εδώ, και στη δική μου σκέψη η Ελλάδα είναι αθροιστικά όλα όσα διαδραματίζονται στην ταινία.

banner

Έχει επίσης τη δική του σημασία πως όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους εμείς γνωρίζουμε όλα όσα πρόκειται να συμβούν στο μέλλον.
Ήθελα το τέλος να είναι ανοιχτό αλλά και αισιόδοξο. Ο ήρωας περνάει από πολλές δυσάρεστες καταστάσεις, όμως είναι σε θέση πια να πάρει τα πράματα στα χέρια του. Σε ένα γενικότερο πλαίσιο, αντίστοιχα εμείς μπορεί το 2004 να μη γνωρίζαμε πώς να διαχειριστούμε μια οικονομική κρίση, τώρα όμως ξέρουμε και πρέπει να αλλάξουμε τις συνθήκες, δεν έχουμε άλλοθι πια. Προσωπικά πιστεύω πολύ στην δύναμη της βούλησης του καθενός.

Ένα έντονο χαρακτηριστικό της σκηνοθεσίας σας είναι και το ονειρικό στοιχείο και η χρήση των παραμυθιών...
Μου αρέσει πολύ να δημιουργώ μια παράλληλη πραγματικότητα που μου επιτρέπει να πειράξω τους κανόνες. Σε σχέση με το παραμύθι, όντας η ίδια μητέρα, συνειδητοποίησα ότι αυτό είναι το πρώτο πράμα που μαθαίνει ένα παιδί. Καθώς μεγαλώνουμε, το παραμύθι μετεξελίσσεται σε μύθο και ζούμε πάντα μέσα σε έναν. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν ένας μύθος, η ιστορία επίσης αντιμετωπίζεται ως μύθος στην ταινία. Όχι πως αποφεύγω το ρεαλισμό, απλώς έχω μία φοβία ότι αν τον ακολουθήσω θα υποπέσω σε κλισέ. Σα θεατής πάντως μου αρέσει πάρα πολύ, ειδικά σε ταινίες όπως η «Ροζέτα» των αδερφών Νταρντέν ή το «Μυστικά και Ψέματα» του Μάικ Λι.

Τι πιστεύεις ότι συνδέει μεταξύ τους τις δύο σου ταινίες;
Η απομόνωση. Και ο Αντώνης Παρασκευάς (Χρήστος Στέργιογλου) και ο Μίσα (Βίκτορ Κομούτ) βρίσκονται σε έναν εγκλεισμό που καλούνται να διαχειριστούν, και μέσα του να αναζητήσουν την ταυτότητά τους.

Η «Αιώνια επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά» θεωρείται ως μία από τις ταινίες που ανήκει στο λεγόμενο Greek weird wave. Συμφωνείτε; Και πώς αντιλαμβάνεστε την τάση των ανθρώπων να κατηγοριοποιούν το σινεμά;
Θεωρώ πως αυτή η έννοια είναι ένα κατασκεύασμα των κριτικών του εξωτερικού, οι οποίοι όταν βλέπουν τόσες πολλές ταινίες αντιλαμβάνομαι την ανάγκη τους ορισμένες να τις ομαδοποιούν και να τις εντάσσουν σε ένα είδος. Επομένως η κατηγοριοποίηση είναι ένα εργαλείο δουλειάς, και ως τέτοιο το σέβομαι. Από εκεί και πέρα, ο κάθε δημιουργός έχει τη δική του γραφή. Οι δικές μου ταινίες έχουν κάποια weird στοιχεία, αλλά δεν πιστεύω πως είναι μόνο αυτό στην ολότητά τους. Κάποια στοιχεία του χαρακτήρα μου που μπορεί σήμερα να θεωρηθούν weird ήταν έτσι προτού βγει ο «Κυνόδοντας». Το χιούμορ μου για παράδειγμα, το οποίο φαίνεται από την πρώτη μου κιόλας σπουδαστική ταινία του 2004. Η ηρωίδα μου είναι μια κυρία που μαζεύει όλα τα εισιτήρια του λεωφορείου που χρησιμοποιεί, και έχει ένα συρτάρι με χιλιάδες τέτοια. Είναι η συλλογή μου όμως αυτή! Από το δημοτικό για να πάω στα Πατήσια σχολείο μαζεύω όλα τα εισιτήρια του λεωφορείου, του ηλεκτρικού, του τρόλεϊ… Έτσι, τι να κάνω που ήμουν πάντα weird; (γέλια)

Υπάρχουν όμως ομολογουμένως κάποιες ομοιότητες ανάμεσά τους…
Σίγουρα, αλλά δεν μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για ένα κίνημα όπως π.χ. το Δόγμα 95, γιατί δεν υπάρχει άμεση σύνδεση ή επικοινωνία μεταξύ μας. Προσωπικά έχω στενές σχέσεις με σκηνοθέτες της γενιάς μου, αλλά κάποιους δεν τους έχω γνωρίσει ποτέ, είναι θέμα συγκυριών. Δεν έχουμε δηλαδή βρεθεί ποτέ όλοι μαζί να συζητήσουμε πώς θα γυρίζουμε τις ταινίες μας. Ίσως αυτό που πραγματικά έχουμε κοινό είναι οι ταινίες που μας αρέσουν, γιατί πολύ συχνά έχω συνειδητοποιήσει ότι συμπίπτουν τα γούστα μας. Με αυτήν την έννοια έχουμε μια κοινή αισθητική.

Η έλλειψη επικοινωνίας που αναφέρετε δε θα έπρεπε να μη συμβαίνει σε τόσο μεγάλο βαθμό;
Με απασχολεί και εμένα αυτή η κατάσταση, όμως δεν έχω έτοιμες απαντήσεις. Διαρκώς συμβαίνουν πράματα, όπως τα τελευταία γεγονότα στο Κέντρο Κινηματογράφου και την επιτροπή της ΕΡΤ, που αργά ή γρήγορα θα κινητοποιήσουν τον κόσμο να ασχοληθεί ενεργά με το χώρο. Προσωπικά, δεν μπορώ να περιμένω στο σπίτι μου να κάνει άλλος τη δουλειά για εμένα. Γι’ αυτό το λόγο τελώ αυτήν τη στιγμή πρόεδρος της Ένωσης Σκηνοθετών και Παραγωγών Ελληνικού Κινηματογράφου, μια θέση την οποία δε διεκδίκησα με δική μου πρωτοβουλία ή αβίαστα. Έχει πολλές δυσκολίες και ευθύνες. Όμως η φιλοσοφία της ζωής μου είναι ότι πρέπει να παίρνουμε τα πράματα στα χέρια μας και να παρεμβαίνουμε. Με στεναχωρεί πραγματικά όταν βλέπω ανθρώπους που τους ενδιαφέρει περισσότερο το συμφέρον ή το project τους και είναι πρόθυμοι να μείνουν άπραγοι παρά να διακινδυνεύσουν τη μη κατοχύρωση μιας χρηματικής χορηγίας ή την απώλεια ενός βραβείου. Κάτι τέτοιο όμως είναι ανθρώπινο και αναμενόμενο, οπότε δεν του επιτρέπω να με κρατάει πίσω ψυχολογικά. Το ζήτημα είναι να βρούμε τα σημεία όπου μπορούμε να συγκλίνουμε και να μην επικεντρωνόμαστε στις διαφωνίες μας.

Έχετε έτοιμα σχέδια για το μέλλον;
Αυτήν την περίοδο έχω δύο ταινίες στα σκαριά. Πρώτα είναι ένα ντοκιμαντέρ το οποίο αφορά ορισμένες ελευθερίες που σε διάφορα ευρωπαϊκά κράτη απαγορεύονται, όπως η άμβλωση στη Μάλτα, και θα έχει τη μορφή road trip καθώς θα ταξιδεύει από τη μία χώρα στην άλλη. Η δεύτερη είναι ταινία μυθοπλασίας, που θα διαδραματίζεται στο τέλος της δεκαετίας του ’80 και αυτήν την περίοδο γράφω το σενάριό της.

Σχετικά Θέματα