Review

Είναι τελικά το «Uncut Gems» ένα μοντέρνο αριστούργημα;

Από -

Οι Τζος και Μπένι Σαφντί κάνουν σινεμά σαν η ζωή τους να εξαρτάται από αυτό. Το «Uncut Gems» («Άκοπο Διαμάντι»), όπως και η προηγούμενη ταινία τους «Good Time» (2017), αποτελεί περίτρανη απόδειξη των διαθέσεών τους. Τα πλάνα διαπερνούνται από ένα ρίγος επιτακτικότητας, φορτισμένα από την επίγνωση πως πρέπει τα πάντα να δουλέψουν σωστά, γιατί έχουν μία μόνο ευκαιρία για να πετύχουν. Όπως ο πρωταγωνιστής τους Χάουαρντ Ράτνερ (Άνταμ Σάντλερ), το σκηνοθετικό δίδυμο ρίχνεται ολοκληρωτικά σε αυτό που κάνει, αγκιστρωμένο στην αδρεναλίνη που συνοδεύει την τέχνη τους. Μεταξύ των δύο όμως υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά. Οι Σαφντί κάνουν σινεμά, ενώ ο Χάουαρντ πουλάει κι αγοράζει συνεχώς τη ζωή του.

Ο Σάντλερ επιστρέφει σε ένα δραματικό ρόλο 17 ολόκληρα χρόνια μετά το «Χτυπημένος από Έρωτα» («Punch-Drunk Love», Πολ Τόμας Άντερσον) και δύο από το «The Meyerowitz Stories» (Νόα Μπάουμπακ), για να υποδυθεί έναν Νεοϋορκέζο κοσμηματοπώλη στην περίφημη Συνοικία των Διαμαντιών του Μανχάταν. Το κατάστημά του λειτουργεί μόνο με εκλεκτικούς πελάτες - λάτρεις των κοσμημάτων, έτσι τα προϊόντα του είναι αντίστοιχης ποιότητας αν και αμφιβόλου προελεύσεως. Την ίδια μέρα που στα χέρια του Ράτνερ θα πέσει ο πολύτιμος λίθος που πάσχιζε για μήνες να αποκτήσει, θα μπει στο μαγαζί του ένας παίκτης του NBA ο οποίος μαγεμένος από την ομορφιά του θα απαιτήσει να τον αποκτήσει. Διστακτικά, ο Χάουαρντ θα του τον εμπιστευτεί με αντάλλαγμα το δαχτυλίδι πρωταθλητή του παίκτη, κίνηση που πυροδοτεί ένα σπιράλ αλυσιδωτών αντιδράσεων.

Από τη στιγμή που ξεκινάει το «Uncut Gems» είναι αδύνατον να αποστρέψεις το βλέμμα. Εξάλλου, το ελκυστικό νεονουάρ στυλιζάρισμα χάρη στο 35άρι φιλμ με το οποίο γυρίστηκε και η ταχύτητα των εξελίξεων δεν αφήνουν πολλά περιθώρια. Έτσι αναπτύσσεται ο κόσμος του Χάουαρντ, ένα καλειδοσκόπιο κενών υποσχέσεων, χρεών και υπέρογκων παράλληλων στοιχημάτων, ο οποίος βρίσκεται σε τροχιά σύγκρουσης με τον τοίχο. Το μοντάζ αντλεί καύσιμα από τη φρενίτιδα της καθημερινότητας του Χάουαρντ και προοδευτικά αποκτά το τέμπο της υστερίας, με μετρονόμο την ασύλληπτη ερμηνεία του Σάντλερ. Βρίσκεται μπλεγμένος σε τόσες εκκρεμότητες ταυτόχρονα ώστε το κεφάλι οποιουδήποτε άλλου θα έσκαγε σαν εκείνο του Λούι Ντελ Γκράντε στο «Scanners».

Ο Χάουαρντ όμως είναι φτιαγμένος από την πάστα εκείνων των αντρών που πιστεύουν ακράδαντα πως μπορούν να διαπραγματευτούν τα πάντα. Ακόμα και όταν έχει κάνει ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό για να πνίξει τη ζωή του με αξεπέραστα αδιέξοδα. Ούτε τότε χάνει την ελπίδα πως μια κομπίνα, μια τυχερή ζαριά θα του αλλάξει τη ζωή. Αυτή είναι η τραγικότητα του Χάουαρντ, πως πιστεύει μέχρι τέλους ότι θα διορθώσει τα πάντα και θα τη γλιτώσει.

Ο Σάντλερ παρεμπιπτόντως είναι σαρωτικός, χάνεται μέσα στο ρόλο στον οποίο δίνει larger-than-life διαστάσεις. Ο τρόπος δε που σκηνοθετείται από τους Σαφντί αναδεικνύει τις δύο κυρίαρχες θεματικές του «Uncut Gems», την άρνηση της θνητότητας και τον εθισμό στο ρίσκο. Ο χαρακτήρας του Σάντλερ αλαφιασμένος ρίχνεται από το ένα στοίχημα στο άλλο, μεθυσμένος από τη ζάλη των πιθανοτήτων και την έλξη της αυτοκαταστροφής, αδιαφορώντας για τους θανατηφόρους κινδύνους. Διόλου τυχαία η εμμονή του με το στοίχημα παραλληλίζεται με τη σεξουαλική επιθυμία, η οποία κορυφώνεται μόνο όταν έχει ποντάρει βαριά. Πρόκειται για τις μοναδικές συναισθηματικές καταστάσεις κατά τις οποίες δείχνει να έχει επίγνωση του κόσμου γύρω του. Ακόμα, ο Χάουαρντ είναι ένας ήρωας που μοιάζει βγαλμένος από τα βιβλία του Τζιμ Τόμσον. Ζει τσακισμένος από τις αμαρτίες του όμως συνεχίζει να είναι αμετανόητα αδιόρθωτος, ανά στιγμές άξεστος όμως ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινος. Οι Σαφντί δεν αναπαριστούν ρομαντικά τον ήρωά τους ούτε όταν καταρρέει, γιατί στ' αλήθεια δε ζητούν να τον καταλάβουμε. Είναι απλώς ένας άντρας ανεπανόρθωτα διαβρωμένος από την απληστία, τοξικός όπως τόσοι άλλοι.

Όπως όμως το «Uncut Gems» διαβάζεται σαν ένα ψυχογράφημα ενός βαθιά ελαττωματικού προσώπου, αντίστοιχα λειτουργεί και ως μια φανταστική κρυφή ιστορία ενός αληθινού γεγονότος. Ενώ ο χαρακτήρας του Σάντλερ περιδίνεται όλο και περισσότερο στην προσωπική του κόλαση, παράλληλα εξελίσσονται τα πλεϊόφ του NBA ανάμεσα στους Celtics και τους 76ers, με τον προαναφερθέντα παίκτη με μην είναι άλλος από τον σπουδαίο Κέβιν Γκαρνέτ. Ο αθλητής ενσαρκώνει τον εαυτό του στην ταινία, ο οποίος παθιάζεται με τον πολύτιμο λίθο του Χάουαρντ σε βαθμό που είναι πεπεισμένος πως τον βοηθά να παίζει καλύτερα. Εκτός του ότι η ερμηνεία του Γκαρνέτ συνδυάζεται αρμονικά με τους επαγγελματίες του καστ, η παρουσία του δίνει μια υπερβατική διάσταση στην ταινία ανατρέποντας τη συνήθη φόρμα των νουάρ. Πρόκειται επίσης για μια αξιοθαύμαστη σκηνοθετική ιδέα των Σαφντί, οι οποίοι μάλιστα είναι φανατικοί οπαδοί των Knicks (άσπονδων αντιπάλων της ομάδας από τη Βοστώνη). Για την ιστορία, οι Celtics πήραν τη σειρά με τέσσερις νίκες σε επτά αγώνες, με τον Γκαρνέτ να σημειώνει τους περισσότερους πόντους.

Όταν ολοκληρώνεται το «Uncut Gems», μετά από ένα αξέχαστο βίαιο κρεσέντο, αφήνει την αίσθηση μιας ρουλέτας που μόλις σταμάτησε ύστερα από 135'. Το πού έκατσε η μπίλια δεν έχει καμία σημασία, αφού η έννοια της αξίας έχει χάσει κάθε ουσία, ενώ δεν υπάρχουν πραγματικά νικητές και ηττημένοι (πιθανότατα με μία εξαίρεση). Όπως και να 'χει όλα αυτά δε συμβαίνουν παρά σε έναν αδηφάγο μικρόκοσμο τον οποίο κανείς δε θα αντιλαμβανόταν εάν δεν υπήρχε η ταινία. Η οποία μας θυμίζει πως εκεί έξω, σε κάποιο σινεμά ίσως δίπλα από το μαγαζί ενός άλλου Χάουαρντ Ράτνερ, η μεγάλη οθόνη της σκοτεινής αίθουσας φιλοξενεί μικρά θαύματα. Όπως τέτοιο είναι το «Uncut Gems», ακόμα κι αν χρειάστηκε το Netflix για να «έρθει» επίσημα στην Ελλάδα.

Σχετικά Θέματα