Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος: Κινηματογραφώντας την άλλη Ελλάδα

Από -

Ακολουθώντας επί ενάμιση χρόνο έναν περιπλανώμενο οπωροπώλη στα βουνά της Πίνδου, ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος αποτυπώνει συγκινητικά στον «Μανάβη» μια αθέατη πλευρά της ελληνικής πραγματικότητας και μιλά στο «α» για την ταινία που απέσπασε το Βραβείο Κοινού στο πρόσφατο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Πώς γεννήθηκε η ιδέα της ταινίας;

Κατάγομαι από το Αρματολικό Τρικάλων, ένα από τα χωριά της διαδρομής του μανάβη, τον οποίο θυμάμαι από νέος. Κάνει αυτήν τη δουλειά πάνω από 30 χρόνια. Πάντα αυτήν τη δια­δρομή των περίπου 75 χλμ. στην άγονη γραμμή των χωριών του Δήμου Πύλης στη Νοτιοδυτική Πίνδο. Πριν από δύο καλοκαίρια τον συνάντησα στο χωριό, μου ήρθε η επιθυμία να κάνω μια βόλτα μαζί του και αυτό που είδα να συμβαίνει γύρω από το μανάβικο, ανάμεσα σε αυτόν και στους ανθρώπους, ήταν κάτι αποκαλυπτικό. Χωρίς συνεντεύξεις, χωρίς κείμενο off, καταγράφοντας απλώς όσα εξελίσσονταν με αφορμή αυτήν την απλή εμπορική συναλλαγή, είχα μπροστά μου ένα πλούσιο υλικό που αποκάλυπτε τα πάντα γι’ αυτόν τον τόπο και τους ανθρώπους του. Σεναριακά, τώρα, η ταινία δομήθηκε πάνω στις τέσσερις εποχές του χρόνου, με έμφαση στο χειμώνα. Έχουμε έναν ήπιο κι ένα σκληρό χειμώνα, μια εποχή κατά την οποία το τοπίο απογυμνώνεται και όλα τα θέματα, όλα τα προβλήματα των ανθρώπων, βγαίνουν στην επιφάνεια. Είναι η εποχή της αλήθειας.

Πόσες φορές ακολούθησες το δρομολόγιο με την κάμερα;

Τα γυρίσματα κράτησαν ενάμιση χρόνο –από την αρχή του ενός χειμώνα μέχρι το τέλος του επόμενου– και τα δρομολόγια που κινηματογραφήσαμε είναι σίγουρα πάνω από είκοσι πέντε. Ήμασταν μικρό συνεργείο, μόλις τέσσερις άνθρωποι, και βοήθησε το ότι εγώ έκανα δεύτερη κάμερα. Προσπαθούσαμε να είμαστε διακριτικοί και να μην μπλέκουμε στα πόδια τους, καθώς αφενός ο μανάβης έπρεπε να κάνει τη δουλειά του και αφετέρου η κάμερα δεν έπρεπε να επηρεάζει τη συμπεριφορά των ανθρώπων.
Έστησες κάποιες σκηνές, ξαναπήγες δεύτερη φορά κάποιο πλάνο ή όλα είναι μια κι έξω;

Όλα είναι φυσικά, ακριβώς όπως συνέβαιναν. Ήθελα η ταινία να ακολουθήσει τους κανόνες του ντοκιμαντέρ παρατήρησης, να υπάρχει δηλαδή η λιγότερη δυνατή επίδραση της παρουσίας της κάμερας στα γεγονότα. Από την άλλη, η ίδια η πραγματικότητα γέννησε κάποια στοιχεία ποιητικά, τα οποία προσπάθησα να εκμεταλλευτώ, όπως το δημοτικό τραγούδι που λέει ένας από τους κατοίκους και το οποίο συνοδεύει τα «πορτρέτα» των πρωταγωνιστών όπως παρελαύνουν στην οθόνη.

Στην πραγματικότητα οι κάτοικοι των χωριών είναι οι ήρωες της ταινίας, όχι ο μανάβης.

Ακριβώς. Το φιλμ δεν είναι ένα πορτρέτο του Νίκου Αναστασίου, γι’ αυτό κι εκείνος δεν μιλάει πολύ, είναι σχεδόν δευτεραγωνιστής. Αυτός και το μανάβικο είναι η αφορμή για να περιγραφούν ο τόπος και οι κάτοικοι της Πίνδου.

Και η προηγούμενη ταινία σου, ο «Γιος του Φύλακα», εξελισσόταν εκεί.

Ολοκληρώνω τώρα ένα ντοκιμαντέρ για τις παλιές φυλακές Τρικάλων και νιώθω πως τελειώνω κινηματογραφικά με τον τόπο καταγωγής μου. Η επόμενη ταινία μυθοπλασίας που γράφω αυτήν τη στιγμή εξελίσσεται αλλού, αλλά και πάλι μακριά από την Αθήνα.