Συνέντευξη

«Digger»: Ο Τζώρτζης Γρηγοράκης «σκάβει» για να βρει την αλήθεια

Από -

Ένα βροχερό μεσημέρι, ταιριαστό με το κλίμα του 10 φορές βραβευμένου με Ίρις «Digger», συναντηθήκαμε με το σκηνοθέτη Τζώρτζη Γρηγοράκη στην Κυψέλη, για να συζητήσουμε γύρω από το εξαιρετικό ντεμπούτο του. Η ταινία αφορά την κόντρα ενός πατέρα και του γιου του (Βαγγέλης Μουρίκης & Αργύρης Πανταζάρας), αλλά κι ένα μείζον περιβαλλοντικό και πολιτικό ζήτημα που χωρίζει στα δύο ένα χωριό.

Στην πρεμιέρα της ταινίας στην Μπερλινάλε, θυμάμαι χαρακτηριστικά την ιδιαίτερα ζεστή ατμόσφαιρα που υπήρχε στην αίθουσα. Εσύ τι κρατάς από την εμπειρία του φεστιβάλ;
Ήταν πραγματικά υπέροχη η αίθουσα! Εκείνο που έχει εντυπωθεί στη μνήμη μου είναι ότι με τρόμαξε όταν είδα για πρώτη φορά τα κοντινά πλάνα στη μεγάλη οθόνη. Η λεπτομέρεια ήταν αφοπλιστική. Η συνολική εμπειρία του Βερολίνου ήταν ονειρική και μια από τις καλύτερες αφετηρίες που θα μπορούσε να έχει η ταινία. Παρακολουθώ σα θεατής από παλιά το φεστιβάλ, έτσι ότι το «Digger» επιλέχθηκε συγκεκριμένα στο Πανόραμα με έκανε πολύ χαρούμενο, γιατί είναι ένα από τα αγαπημένα μου τμήματα στην Μπερλινάλε. Όσον αφορά τις προβολές τώρα, εκείνο που ένιωσα ήταν πως το κοινό παρασύρθηκε βλέποντας την ταινία. Υπήρχε μια όμορφη ησυχία στις παύσεις, στις στιγμές χιούμορ ο κόσμος ανταποκρινόταν, κάτι που μας ανακούφισε. Ύστερα, με συγκίνησε ο τρόπος που με πλησίασαν θεατές για να μου εκμυστηρευτούν ότι χάρη στην ταινία ήρθαν ξανά κοντά με τους γονείς ή τα παιδιά τους. Κάπως επικοινώνησε με όλες τις γενιές, κάτι που ήταν κιόλας αυτό που ήθελα να πετύχω.

Αλήθεια, πώς εμπνεύστηκες την ιστορία του «Digger»;
Όλα ξεκίνησαν από μια εικόνα που είχα στο μυαλό μου, ενός άντρα απομονωμένου στη φύση ο οποίος έχει αποσυρθεί από τη ζωή. Μιλάω για το χαρακτήρα που έπειτα ενσάρκωσε ο Βαγγέλης Μουρίκης. Ξαφνικά εισβάλλει στην καθημερινότητά του ένα βιομηχανικό τέρας το οποίο τον βάζει σε ένα αδιέξοδο, καθώς ο ίδιος δεν υπάρχει περίπτωση να εγκαταλείψει τον τόπο του. Γιατί εάν φύγει είναι σα να πεθαίνει. Με δελέασε δηλαδή η ιδέα ενός ανθρώπου που τα βάζει με έναν εχθρό που τον ξεπερνά, ένας άλλος Δαβίδ και Γολιάθ. Στην πορεία, αποφάσισα να ενσωματώσω στο σενάριο τη σχέση πατέρα-γιου, διότι εκτός του ότι με ενδιαφέρει προσωπικά σα δίπολο, είναι ένας παράγοντας που φέρει ειδικό βάρος στις αποφάσεις που καλούνται να πάρουν οι ήρωες.

banner

Να συμπληρώσω κάτι εξίσου σημαντικό σεναριακά, που είναι η διακριτική πλην αιχμηρή διαχείριση του πολιτικού προβλήματος που προκύπτει από την εμφάνιση του «βιομηχανικού τέρατος». Διότι χωρίς να κατονομάζεις την τοποθεσία, καταλαβαίνουμε ακριβώς τι διακυβεύεται σε αυτόν τον τόπο.
Ήταν ένα στοίχημα αυτό, όπως και το να δείξουμε ότι ο ήρωας που υποδύεται ο Μουρίκης παρότι είναι ενάντια στις επιχειρηματικές παρεμβάσεις, δε γνωρίζει ακριβώς πώς να διαχειριστεί την κατάσταση. Υπάρχει μια χαρακτηριστική σκηνή στην οποία δεν έχει ιδέα τι πρέπει να κάνει, παύει να γνωρίζει τι είναι σωστό και τι όχι.

Ακόμα περισσότερο, όμως, αυτή η αμφιταλάντευσή του τον καθιστά ανθρώπινο. Όλοι μπορούν να ταυτιστούν μαζί του. Όπως, κατ' επέκταση, όλοι μπορούν να ακολουθήσουν τον ειρμό της ταινίας, ακριβώς γιατί ενώ είναι ένα arthouse φιλμ απευθύνεται σε όλους τους θεατές. Ήταν αυτό το ύφος κάτι που έλαβες υπόψη στα γυρίσματα;
Η απάντησή μου βρίσκεται στην ερώτησή σου. Με ενδιαφέρει να κάνω ένα σινεμά συγκεκριμένης καλλιτεχνικής ποιότητας, αλλά ταυτόχρονα θέλω η πλοκή του να έχει μια σαφήνεια, μια απλότητα, γύρω από την οποία η αφήγηση θα αποκτά βαθύτερα επίπεδα. Έτσι ώστε να μπορεί να συνδεθεί με την ταινία και εκείνος που δεν τον ενδιαφέρει το κάτι παραπάνω, αλλά και αυτός που εντρυφά στο σενάριο. Με αυτού τους είδους τα φιλμ νομίζω ότι μπορεί να επικοινωνήσει ο κόσμος, αλλά λείπουν από την Ελλάδα.

Επιπλέον, στο «Digger» ξεχωρίζει και το στιλ του ρεαλισμού του. Η αισθητική της ταινίας μοιάζει με κάτι φρέσκο στο ελληνικό σινεμά, μέχρι και γουέστερν θυμίζει αμυδρά. Αυτό ήταν αποτέλεσμα των αναφορών σου;
Η αλήθεια είναι πως δεν έχω συγκεκριμένες αναφορές, ούτε επιδιώκω να τις ενσωματώνω στις ταινίες μου. Όσα πράγματα με έχουν επηρεάσει, είναι τελείως διαφορετικά μεταξύ τους. Όπως για παράδειγμα, εν προκειμένω, οι ταινίες «Στην Καρδιά του Χειμώνα» και «Λεβιάθαν». Και πάντα μαζεύω λίγα στοιχεία από το καθετί, για να αποφύγω να υπάρξει ομοιογένεια στην ταινία. Ας είναι ξεκάθαρο το ύφος, αλλά σε όλα τα υπόλοιπα να υπάρχει ελευθερία. Όσο για το γουέστερν, είναι ενδιαφέρον που το αναφέρεις, γιατί το είχαμε θέσει ως πλαίσιο μεταξύ μας για να βρούμε πώς θα δείχνει η ταινία. Εννοώ, χωρίς ποτέ να κάτσουμε να δούμε παλιές ταινίες για να ορίσουμε το στιλ, πορευτήκαμε απλώς με το ένστικτό μας.

Υπάρχουν, μάλιστα, σκηνές οι οποίες δείχνουν να είναι προϊόν αυτοσχεδιασμού, όπως χαρακτηριστικά εκείνη με το Μουρίκη στο κοτέτσι.
Ένα 90% του γυρίσματος είναι αυστηρά οριοθετημένο• πρόκειται για τα θεμέλια, αν θες, της ταινίας. Ειδικά στο «Digger» το επέβαλλαν και οι συνθήκες, γιατί βρισκόμασταν σε ένα δάσος, άρα δεν μπορούσαμε να κάνουμε ό,τι θέλαμε. Συχνά τα δεδομένα άλλαζαν απότομα, επομένως έπρεπε ανά πάσα στιγμή να προσαρμοζόμαστε σε νέες καταστάσεις. Αλλά ακόμα και έτσι, το 10% που απομένει αφιερώνεται σε εκείνο που μπορεί να προκύψει πάνω στη στιγμή, όπως η σκηνή με το Μουρίκη που αναφέρεις. Ξαφνικά, πήρε μια κότα στα χέρια του και άρχισε να της μιλάει! Το μισό συνεργείο είχε πέσει κάτω από τα γέλια και ο ηχολήπτης μας παρακαλούσε να μην κάνουμε φασαρία. Ο Βαγγέλης είναι απίστευτος στο να λαμβάνει υπόψη το χώρο και την ατμόσφαιρα μιας συγκυρίας. Μπορεί την ίδια σκηνή να την παίξει διαφορετικά στο φως της μέρας και με έναν εντελώς καινούριο τρόπο μόλις πέσει η νύχτα.

Ποιο θα έλεγες, λοιπόν, ότι είναι το μεγαλύτερο μάθημα που πήρες σκηνοθετώντας την πρώτη μεγάλου μήκους σου;
Πρέπει να σημειώσω πως αυτό ήταν συνολικά ένα πολύ δύσκολο γύρισμα. Βρισκόμασταν στην ορεινή Χαλκιδική, σε 1400 μέτρα ύψος, με κρύο, μικρό συνεργείο και συνεχείς αλλαγές στον προγραμματισμό. Έτσι, έγινε ξεκάθαρο πως εάν οι συνεργάτες σου δεν αγαπήσουν την ταινία, δεν πρόκειται να γίνει το παραμικρό. Έπειτα, υπάρχουν φορές που κι εσύ ο ίδιος πρέπει να κάνεις πίσω και να έχεις πίστη πως κάποια πράγματα θα γίνουν, στο χρόνο τους. Το δάσος συγκεκριμένα μου το έμαθε αυτό, γιατί δεν μπορείς να το ελέγξεις.

Πώς κατέληξες σε αυτήν την τοποθεσία;
Αναζητούσαμε φυλλοβόλα δάση οξιάς, τα οποία εντοπίζονται στην κεντρική και βόρεια Ελλάδα. Ο λόγος ήταν πως θέλαμε να απεικονιστεί στην ταινία η μετάβαση των εποχών, πώς αλλάζουν τα χρώματα των φύλλων, πέφτουν κι απομένουν γυμνά δέντρα. Ύστερα, για την επιλογή της Χαλκιδικής, έπαιξε ρόλο και το ότι βρήκαμε έτοιμο το σπίτι που μένει ο χαρακτήρας του Μουρίκη. Κάναμε κάποιες παρεμβάσεις σε αυτό, κατά τα άλλα έμεινε απείραχτο.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά

Σχετικά Θέματα