Θέμα

Δεν αλλάζει τίποτα στο «Νονό» το νέο μοντάζ του Φράνσις Φορντ Κόπολα

Σε μια περίοδο μετρημένων νέων κινηματογραφικών κυκλοφοριών και με τα σινεμά κλειστά, ένα φρέσκο cut του τρίτου «Νονού» (1990) δια χειρός μάλιστα του δημιουργού του Φράνσις Φορντ Κόπολα, αποκτά ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον από εκείνο που αυτονόητα θα προξενούσε. Κι αυτό γιατί, τώρα, όχι μόνο υπάρχει ο χρόνος για την επανάληψη μιας κλασικής τριλογίας, τη στιγμή κιόλας που οι ταινίες υπάρχουν στο Netflix, αλλά και γιατί είναι εύκολη η σύγκριση ανάμεσα σε δύο μοντάζ που έγιναν με διαφορά τριάντα ετών. Προτού όμως σχολιάσουμε τι διαφορετικό συμβαίνει στον «καινούριο» «Νονό», ο οποίος μάλιστα απέκτησε το νέο τίτλο «Mario Puzo's The Godfather, Coda: The Death of Michael Corleone» (ο πρωτότυπος σύμφωνα με τον Κόπολα), ας δούμε τι δε δούλεψε την πρώτη φορά.

banner

Τη δεκαετία του ’70 το όνομα το Κόπολα έγινε συνώνυμο με το πρωτότυπο, ευφάνταστο και λαοφιλές αφηγηματικό σινεμά, με το νεαρό ακόμα σκηνοθέτη να υπογράφει το ένα αριστούργημα μετά το άλλο. Ενδιάμεσα των δύο πρώτων «Νονών» (1972, 1974) γύρισε τη βραβευμένη με Χρυσό Φοίνικα «Συνομιλία» (1974), προτού μετά κόπων και βασάνων ολοκληρώσει το έπος «Αποκάλυψη Τώρα!» (1979). Τα ‘80s όμως δεν ήταν εξίσου ευνοϊκά για τον Κόπολα. Οι ταινίες του, αν και δεν είχαν το ίδιο βεληνεκές εμπορικά ή καλλιτεχνικά με τις προηγούμενες, δεν έβρισκαν την απαιτούμενη ανταπόκριση στο box office. Πολλοί έφτασαν μάλιστα στο σημείο να τον θεωρήσουν ξοφλημένο, παρότι στην πορεία παρέδωσε ορισμένα σπουδαία φιλμ («The Cotton Club», «Ο Αταίριαστος», «Επαναστάτες Δίχως Αύριο»). Σε κάθε περίπτωση, όταν πια η δεκαετία τελείωνε, ο Κοπόλα βρισκόταν σε εξαιρετικά δύσκολη οικονομική κατάσταση. Έτσι, ένιωσε σχεδόν υποχρεωμένος να γυρίσει για την Paramount έναν τρίτο «Νονό», ο οποίος θα επέφερε και σίγουρα κέρδη στα ταμεία.

Ακολουθούν spoilers του «Νονού ΙΙΙ».

Αυτό που ο σκηνοθέτης ένιωθε ότι χρειαζόταν η ιστορία, ήταν ένας επίλογος στο saga του Μάικλ Κορλεόνε (Αλ Πατσίνο). Η δεύτερη ταινία ολοκληρωνόταν με εκείνον να βρίσκεται απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού, έχοντας αποκτήσει πλήρη έλεγχο του οργανωμένου εγκλήματος κι έχοντας ξεπαστρέψει τους αντιπάλους του. Ανάμεσά τους όμως ήταν και ο αδερφός του Φρέντο (Τζον Καζάλ), τον οποίο έδωσε εντολή να δολοφονηθεί αφού τον πρόδωσε. Έτσι το κύκνειο άσμα του Κορλεόνε θέλει την ιστορία να επαναλαμβάνεται. Όπως και ο πατέρας του Βίτο (Μάρλον Μπράντο), βλέπει την υγεία του να χωλαίνει, το άγχος της συνέχειας της κληρονομίας του να μεγεθύνεται, μαζί με τη λαιμαργία για μια ακόμα μεγάλη κομπίνα, την ώρα που τον περικυκλώνουν αντίπαλοι οι οποίοι «οσμίζονται» θάνατο. Ταυτόχρονα ο Μάικλ, καθώς νιώθει το τέλος να πλησιάζει, εκτός του ότι διεκδικεί μια πλουσιοπάροχη διέξοδο από την παρανομία για τα παιδιά του, αναζητά προσωπική άφεση αμαρτιών. Και ποιος καλύτερος για μπίζνες και συγχώρεση από τον «ίδιο» το Θεό;

banner

Εάν αναλογιστούμε την τριλογία ως αντανάκλαση της σύγχρονης αμερικάνικης ιστορίας, από την άφιξη του μετανάστη Βίτο Κορλεόνε στη Νήσο Έλις μέχρι τη θεμελίωση της παντοκρατορίας του βετεράνου του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου Μάικλ, η φαμίλια επέδειξε μοναδική προσαρμοστικότητα στις αλλαγές του καπιταλισμού. Εισαγωγές – εξαγωγές την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης, στροφή στα καζίνο τη στιγμή που ανέπτυσσαν ορμή, χέρια μακριά από τα ναρκωτικά που έφερναν μόνο καταστροφή, όλα αυτά διατηρώντας αγαστή συνεργασία με αστυνομικούς, πολιτικούς και δημοσιογράφους. Κανείς δεν μπορούσε να τους αγγίξει, όπως αποδείχθηκε και στη δεύτερη ταινία, ξεκαθαρίζοντας πως η διαφθορά είναι το λάδι στα γρανάζια του συστήματος. Αφού λοιπόν η εκτελεστική και η δικαστική εξουσία είχαν τακτοποιηθεί στα προηγούμενα φιλμ, είχε έρθει η ώρα της θρησκευτικής.

Κάπως έτσι ο Μάικλ βρίσκεται να κάθεται στο ίδιο τραπέζι με αρχιεπισκόπους, να διεκδικεί μερίδιο στη μεγαλύτερη real estate πολυεθνική του κόσμου, ενώ ανταλλάζει κουβέντες με τον μελλοντικό Πάπα. Πρόκειται για ένα μεγαλόπρεπο, σαιξπηρικών προδιαγραφών σεναριακό πλαίσιο, το οποίο αποδεδειγμένα γνωρίζει να παίζει στα δάχτυλα ο Κόπολα. Ταιριάζει γάντι επίσης στις υπέρμετρες φιλοδοξίες που διαρκώς επιδιώκει ο Μάικλ. Στην πράξη όμως, το αρχικό cut του τρίτου «Νονού» σε γενικές γραμμές δίχασε. Και δεν είναι λίγοι οι λόγοι που συνέβη αυτό.

Ένας βασικός αφορά τις προθέσεις του Μάικλ Κορλεόνε. Από στυγερός Νονός στη δεύτερη ταινία, εμφανίζεται αιφνίδια ως ένας μαλακός, φιλάνθρωπος, ημι-μετανοημένος γκάνγκστερ, ο οποίος κατά βάθος είναι καλοπροαίρετος. Κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το χαρακτήρα όπως τον έχτισε ο Κόπολα. Θυμίζουμε την αριστουργηματική σκηνή στην πρώτη ταινία, όταν έχοντας σώσει τον κλινήρη πατέρα του, ο Μάικλ ανάβει το τσιγάρο ενός πολυκαιρισμένου γκάνγκστερ, ο οποίος τρέμει από το φόβο. Τότε συνειδητοποιεί πως εκείνος έχει παραμείνει ατάραχος. Πρόκειται για τη στιγμή που καταλαβαίνει πως είναι στο αίμα του να είναι μαφιόζος. Ποιος ξέρει όμως, μπορεί τελικά να αλλάζουν οι άνθρωποι…

Έπειτα υπάρχει το πρόβλημα του ρόλου που κρατά ο Άντι Γκαρσία. Νόθος γιος του αδερφού του Μάικλ, Σόνι Κορλεόνε (Τζέιμς Κάαν), ο Βίνσεντ Μαντσίνι εισάγεται στην αφήγηση ώστε να πάρει τα ηνία της φαμίλιας. Αφού σημειώσουμε πόσο οριακά πειστική και υπερβολική είναι η ερμηνεία του Γκαρσία, περισσότερο ενοχλητική από εκείνη της Σοφία Κόπολα, για παράδειγμα, που αδίκως κατακεραυνώθηκε τότε, το exposition του χαρακτήρα του γίνεται άτσαλα. Στη μεγάλη γιορτή του Μάικλ στην αρχή της ταινίας, ο Βίνσεντ περιφέρεται μεταξύ των καλεσμένων μοιάζοντας περισσότερο σαν τυχαίος θαμώνας παρά γνωστός των υπόλοιπων συγγενών. Τα βίαια ξεσπάσματά του δε, ώστε να θυμίσει τον παρορμητικό πατέρα του, δείχνουν ανεπαρκή.

Τα παραπάνω είναι μερικά από τα πράγματα που επιχειρεί να διορθώσει ο Κόπολα στο νέο cut, ξεκινώντας κυριολεκτικά από την αρχή. Η εναρκτήρια σεκάνς έχει αλλάξει πλήρως, με τον Μάικλ να κάνει αμέσως διαπραγματεύσεις με τον αρχιεπίσκοπο, ενώ η γιορτή έχει κοπεί σχεδόν εξ ολοκλήρου. Αυτό συμβαίνει ώστε να εμφανίζεται νωρίτερα ο Βίνσεντ και να του δοθεί περισσότερος χρόνος για να σταθεί καλύτερα στην αφήγηση. Χάνονται βέβαια έτσι μυσταγωγικές και πραγματικά αριστοτεχνικές σκηνές του Κόπολα, όπως η έναρξη με την τελετή στην εκκλησία. Ή τα υπέροχα πλάνα στο εξοχικό του Μάικλ, εκεί από όπου παρακολουθούσε τη δολοφονία του Φρέντο, τα οποία μας συνέδεαν με το άλγος που ένιωθε και τον κινητοποιούσε στο τρίτο μέρος. Έτσι περισσότερα χάνονται παρά κερδίζονται στο νέο μοντάζ.

Στο κυρίως μέρος του μοντάζ οι παρεμβάσεις είναι πενιχρές, περιορισμένες σε ανεπαίσθητες αλλαγές που δεν μετατοπίζουν το αφηγηματικό κέντρο βάρους, αλλά το αποδυναμώνουν. Χαρακτηριστική είναι η σεκάνς στη κηδεία του δον Τομασίνο. Ο Μάικλ Κορλεόνε στο πλάι του δίνει έναν έντονο καλογραμμένο μονόλογο, έναν τελευταίο αποχαιρετισμό στο γκανγκστερικό κόσμο, προτού επισήμως ορίσει τον Βίνσεντ διάδοχό του. Μάταια ο μονόλογος έχει μειωθεί αισθητά, ενώ στη συνέχεια λείπει η ατάκα «it’s done» που αποδίδει με αποτελειωτικό τρόπο ο Πατσίνο. Σ’ αυτό το σημείο να επιστρέψουμε στο χαρακτήρα του Γκαρσία, ο οποίος ανακηρύσσεται Νονός χωρίς στ’ αλήθεια να έχει αποδείξει την αξία του. Αποκτά τη θέση με το δίκαιο του αίματος.

Οι οριστικές προφανείς μεταβολές έρχονται στο οπερατικό φινάλε, την αγωνιώδη ενότητα που στην αρχική ταινία ο Κοπόλα απέδωσε με διαπεραστικό σασπένς, επιφυλάσσοντας διαδοχικές ανατροπές. Εδώ, ευτυχώς, ο σκηνοθέτης δεν αλλάζει πολλά σε όσα διαδραματίζονται κατά τη διάρκεια της παράστασης, παρά μόνο στην καθαυτό κατακλείδα. Ενώ στην ταινία του ’90 βλέπουμε γερασμένο, τυφλό και καταβεβλημένο τον Μάικλ να αφήνει την τελευταία του πνοή έξω από την οικογενειακή έπαυλη, τώρα οι τίτλοι τέλους πέφτουν με ένα κοντινό του Πατσίνο. Ούτε καλύτερη, ούτε χειρότερη επιλογή, από τη στιγμή που η συγκεκριμένη σκηνή σε όλες τις περιπτώσεις δεν αποδιώχνει την αίσθηση του τυπικού – πως, παρεμπιπτόντως, έτσι πεθαίνει ο Κορλεόνε.

Ο τρίτος «Νονός» του αρχικού μοντάζ, παρά τις αδυναμίες του, προσφέρει μια μεγαλειώδη όσο και πικρή έξοδο στον πολύπλοκο ήρωά του. Το νέο cut από την άλλη, πασχίζει να κάνει διορθώσεις στα λάθος σημεία, στερεί το ελεγειακό τόνο της ατμόσφαιρας σε σημαντικό βαθμό και δίνει αχρείαστες διαστάσεις αινίγματος σε ένα προδιαγεγραμμένο (από τον τίτλο) τέλος. Ναι, ο θάνατος του Κορλεόνε είναι πρώτα πνευματικός και στη συνέχεια φυσικός, μα, τι στ’ αλήθεια αλλάζει με αυτό στο μύθο του;