Θέμα

#Cinematherapy μέχρι την επιστροφή στις αίθουσες: «Εκτός Νόμου και Χρόνου»

Μετράμε αντίστροφα τις μέρες μέχρι να ανοίξουν ξανά τα σινεμά βλέποντας ταινίες που χαλαρώνουν, φτιάχνουν το κέφι και πάνε κόντρα στην κλειστοφοβική διάθεση.

banner

Στη συζήτηση του τι καθορίζει έναν (κινηματογραφικό) ηθοποιό, εάν δηλαδή η φύση των ερμηνειών του σμιλεύεται από τους ρόλους που επιλέγει συνειδητά ή από εκείνους που τον «βρίσκουν», ο εμβληματικός Μπρένταν Γκλίσον μάλλον θα διάλεγε το δεύτερο. Ο Δουβλινέζος έχοντας ξεκινήσει την επαγγελματική καριέρα του στα 34, θα έβλεπε το ταλέντο του να αναγνωρίζεται αργά, αλλά καταφέρνοντας στο ενδιάμεσο να γίνει ιδιαίτερα αγαπητός ενσαρκώνοντας μια σειρά από παρανόμους. Είτε επαναστάτες (τον Μάικλ Κόλινς στην τηλεταινία «The Treaty») είτε πολυπρόσωπους γκάνγκστερ με μοναδικό κοινό τον αντισυμβατικό τρόπο... δουλειάς τους («Ο Στρατηγός», «The Tale of Sweety Barrett», «Αποστολή στην Μπριζ»).

Ο Γκλίσον έχει μια σπάνια ικανότητα να αναδεικνύει στις ερμηνείες του τη λεπτή ειρωνεία τραγικών καταστάσεων όπως επίσης την γνήσια ανθρωπιά που κρύβουν κατά τα άλλα στυγεροί χαρακτήρες. Καθόλου τυχαία, αυτή η ευχέρεια αποδείχτηκε χρυσάφι σε ταινίες όπως η παραπάνω, όπου η βία συναντά το κατάμαυρο χιούμορ, κάτι που αποδείχθηκε έξοχα και στο «Εκτός Νόμου και Χρόνου» («The Guard», 2011) του Τζον Μάικλ ΜακΝτόνα. Το γλυκόπικρο ντεμπούτο του μεγαλύτερου αδερφού του οσκαρικού Μάρτιν ΜακΝτόνα («Οι Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι»), αφορά έναν αστυνομικό με ασυνήθιστο ταμπεραμέντο κι ακόμα πιο ανορθόδοξο modus operandi ο οποίος ζει ήσυχα σε μια μικρή πόλη του Γκάλγουεϊ. Η καθημερινότητά του ανατρέπεται όταν ένας βίαιος φόνος συνδεθεί με μια διεθνή σπείρα ναρκωτικών, υπόθεση που φέρνει στην περιοχή έναν πράκτορα του FBI (Ντον Τσιντλ) για να τη διαλευκάνει.

Όπως ακριβώς και ο αδερφός του, ο Τζον Μάικλ ΜακΝτόνα λατρεύει να προσεγγίζει τη ζωή στην επαρχία μέσα από τις αντιφάσεις της και πάντα υπό μια νουάρ αισθητική. Έτσι και ο χαρακτήρας του Γκλίσον όταν δεν ξεστομίζει ενοχλημένα «φοκ» ανάμεσα στις πολιτικά μη ορθές παρατηρήσεις του και δεν απολαμβάνει παγωμένα pints στη βάρδιά του, επιδεικνύει αστυνομική οξυδέρκεια ανακαλύπτοντας τον διάβολο που κρύβεται στις λεπτομέρειες, αφήνοντας άφωνους τους καθωσπρέπει συναδέλφους του.

banner

Η ψυχή της ταινίας αναβλύζει μέσα από τον κεντρικό ήρωά της, καθώς πρόκειται για μια εξαιρετικά γραμμένη σπουδή χαρακτήρα, ο οποίος αδιαφορεί για τη γνώμη του περίγυρου και κατ' επέκταση των θεατών. Όσο άξεστος και αχρείαστα απότομος μπορεί να γίνεται, φυσικά στις πιο αστείες στιγμές του φιλμ, άλλο τόσο ο ΜακΝτόνα φροντίζει να συμπληρώσει το πορτραίτο του μέσα από σκηνές που προδίδουν πόσο μόνος είναι στην πραγματικότητα. Οι μελαγχολικές διαστάσεις της ιστορίας δεν παίρνουν ποτέ τον πρώτο λόγο από την κωμωδία, όμως φροντίζουν να κρατήσουν μια απολαυστική ισορροπία στην οποία οι ατακαδόρικοι διάλογοι συναντούν το υπαρξιακό άγχος.

Η ταινία δεν αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο της παρά μόνο στο τέλος, όταν δίνεται θεαματικά λύση τόσο στην ίδια την ιστορία όσο και στο άρρητο άλγος του πρωταγωνιστή. Το «Εκτός Νόμου και Χρόνου» τότε μοιάζει λιγότερο με ένα συμβατικό αστυνομικό φιλμ και περισσότερο με μια ταινία που αναζητά απαντήσεις για το τι, τελικά, δίνει πραγματική αξία στη ζωή. Χωρίς βαρύγδουπους συναισθηματισμούς, αλλά πάντα μετά από μια επίσκεψη στην παμπ.

Σχετικά Θέματα