Κριτική

Booksmart

Από -

Eχει περάσει μια δεκαπενταετία από τότε που ο Τζαντ Άπατοου («Παρθένος Ετών 40», «Με την Πρώτη»), ακολουθώντας τον πολιτικά ανορθόδοξο χιουμοριστικό δρόμο των αδερφών Φαρέλι, έσπρωξε με επιτυχία την αμερικανική κωμωδία ένα βήμα κοντύτερα στον απενοχοποιημένο ρεαλισμό. Το χοντροκομμένο αστείο έγινε πλέον αναπόσπαστο κομμάτι μιας προσέγγισης στην καθημερινότητα η οποία έκρυβε συχνά πίσω από τη φαρσική επιφάνειά της την αδυναμία διαχείρισης ενός νεανικού angst, μιας συλλογικής αλλοτρίωσης κι ενός πικρού συναισθήματος μοναξιάς.

Το «Superbad» (2007) του Γκρεγκ Μοτόλα, σε παραγωγή Άπατοου, είναι το χαρακτηριστικότερο δείγμα μοντέρνας νεανικής κωμωδίας που έβαζε τη χοντροκοπιά και την υπαρξιακή απόγνωση στο ίδιο κάδρο, συνδυασμό τον οποίο επιθυμεί να επαναλάβει στο σκηνοθετικό ντεμπούτο της η Νεοϋορκέζα σταρ Ολίβια Γουάιλντ («TRON: Legacy»).

Το «Booksmart» δανείζεται από το «Superbad» όχι μόνο το casual αφηγηματικό ύφος αλλά και την ιδέα των δύο ξενέρωτων, έτοιμων για όλα λυκειόπαιδων που θέλουν να εξασφαλίσουν πρόσκληση για ένα super cool πάρτι. Έτσι κι εδώ, οι δύο κολλητές Έιμι και Μόλι (απολαυστικότατες οι Ντέβερ και Φέλντσταϊν) συνειδητοποιούν την παραμονή της αποφοίτησής τους πως έχουν αφιερώσει όλη τη ζωή τους στο διάβασμα. Έχει έρθει λοιπόν η ώρα για ένα επικό ξεσάλωμα, που αρχίζει από το να βρουν πού γίνεται το πάρτι του Νικ, το οποίο όλοι οι γνωστοί τους είναι καλεσμένοι.

Η οδύσσεια των δύο κοριτσιών προς την ενηλικίωση, δηλαδή την πρώτη επώδυνη συνειδητοποίηση της κοινωνικοποίησης, της ελεύθερης έκφρασης της επιθυμίας και του τιμήματος που τη συνοδεύει, αποτελείται από μια σειρά κωμικών συναντήσεων με απρόσμενη εξέλιξη. Συμμαθητές και καθηγητές, φίλες και αντίζηλες, αντικείμενα του πόθου κι ενοχλητικοί τύποι, όλοι τους μεταμορφώνονται αυτήν την τελευταία νύχτα σε κάτι διαφορετικό από το συνηθισμένο. Πιο αληθινό; Πιο προσποιητό μήπως; Οι τέσσερις γυναίκες σεναριογράφοι χειρίζονται εύστοχα την ιδέα πως η ποθητή για κάθε ανήλικο «απελευθέρωση» μοιάζει με την ανακάλυψη ενός θαυμαστού μα συνάμα τρομακτικού και αστείου καινούργιου κόσμου, που ξυπνά μέσα από τις σκιές.

Το «Superbad» όμως είχε χειριστεί αυτή τη διαδρομή με έναν μελαγχολικό κυνισμό τον οποίο η ταινία της Γουάιλντ διαθέτει σε φανερά πιο συγκρατημένες δόσεις. Η διάθεσή της για μια feelgood προσέγγιση της σκοτεινής πλευράς καταλήγει τις περισσότερες φορές σε κινηματογραφικά ανώδυνο συμβιβασμό, είτε πρόκειται για την «εσωτερική φωτογένεια» που διαθέτουν όλοι οι χαρακτήρες είτε για την καρικατουρίστικη –και σκηνοθετικά στιλιζαρισμένη– υπερβολή, που αφαιρεί κάθε σκληρότητα από τα κωμικά ξεσπάσματα. Έτσι η τελευταία ματιά πάνω στις δύο νευρωτικές τινέιτζερ, που επιλέγουν να βάλουν τη φιλία τους πάνω από την πραγματικότητα, δεν θα μπορούσε παρά να είναι παρηγορητική, επιλέγοντας τα χολιγουντιανά στερεότυπα από την indie μελαγχολία.

ΗΠΑ. 2019. Διάρκεια: 102΄. Διανομή: ODEON