Θέμα

Βλέπουμε ξανά το «High Fidelity» 20 χρόνια μετά

Από -

Α' Γυμνασίου, φθινόπωρο 2005. Έχω τελειώσει το πρώτο μου mixtape που προορίζεται, προφανώς, για ένα κορίτσι. Τι «tape» δηλαδή, ένα CD διάρκειας 90' ήταν (TDK ή Memorex). Έπρεπε όμως να είναι τέλειο, όχι μόνο γιατί ήθελα να την εντυπωσιάσω, αλλά γιατί είχαμε συμφωνήσει να ανταλλάξουμε mixtapes. Ήταν ένας τρόπος να γνωριστούμε, χωρίς πολλά-πολλά. Εγώ τότε άκουγα μόνο metal, γεγονός προβληματικό αφού εκείνη δεν άκουγε καθόλου metal, επομένως έπρεπε να προσαρμόσω ανάλογα τις επιλογές μου. Θα σας απογοητεύσω, δε θυμάμαι τι έβαλα τελικά, πέρα από το «Catch The Rainbow» των... Rainbow (δείξτε κατανόηση, ήμουν 11). Αλλά, έχω κρατήσει το δικό της mixtape. 15 κομμάτια σύνολο, 4 Beatles και μετά Supertramp, Pink Floyd και REM (μεταξύ άλλων). Σίγουρα είχε καλύτερο γούστο από εμένα.

Flash forward μερικές εβδομάδες μετά. Η τηλεόραση στο σαλόνι ανοιχτή, η μάνα μου καθαρίζει κι εγώ περιφέρομαι ασκόπως. Όταν περνάω από την οθόνη βλέπω κάτι βαριεστημένους τύπους να τσακώνονται σε ένα δισκοπωλείο. «Α! Να αυτός από το "School of Rock"» σκέφτομαι, εννοώντας τον Τζακ Μπλακ ο οποίος έχει μόλις πετάξει την κασέτα των Belle and Sebastian που άκουγαν οι Τζον Κιούζακ και Τοντ Λουίζο, για να βάλει το «I'm Walking On Sunshine» προς δυσαρέσκειά τους. Έχω μείνει και χαζεύω. Μετά από λίγο, ο Κιούζακ γυρίζει στην κάμερα και «μας μιλάει», σοκ! Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο.

Η επόμενη κίνησή μου, που μοιάζει παλαιολιθική σήμερα, ήταν να πιάσω το πρόγραμμα για να μάθω τι ακριβώς βλέπω. «High Fidelity», Στίβεν Φρίαρς. Μάλιστα. Συνεχίζω να κοιτάζω μέχρι τη σκηνή που με κόλλησε κανονικά με την ταινία, εκείνη που ο Κιούζακ απαριθμεί τους κανόνες ενός σωστού mixtape. Να τα είχα κάνει άραγε όλα λάθος; Ευτυχώς όχι, αλλά αυτό δεν είχε τόση σημασία, είχα μόλις βρει έναν καινούριο, απροσδόκητα οικείο, κόσμο να ανακαλύψω.

Ούτε που ήξερα τότε ποιος είναι ο Νικ Χόρνμπι, πόσω δε μάλλον ο Φρίαρς που διασκεύασε το βιβλίο του. Στην πορεία φυσικά τους έμαθα και τους δύο, καταναλώνοντας παράλληλα τόνους μουσική. Τώρα που συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από την κυκλοφορία του «High Fidelity» και περίπου δεκαπέντε από την πρώτη φορά που το είδα, εξακολουθεί να μου αρέσει πολύ, παρότι έχουν αλλάξει πολλά. Αν μη τι άλλο γράφω όντας σε καραντίνα. Ευκαιρία λοιπόν να επισκεφτώ ξανά την ταινία και να βγουν μερικά νέα συμπεράσματα...

Όλη η πλοκή της ταινίας περιστρέφεται γύρω από την προσπάθεια του δισκοπώλη Ρομπ (Τζον Κιούζακ) να καταλάβει γιατί δεν μπορεί να κάνει ευτυχισμένο τον έρωτα της ζωής του, την Λόρα (Ίμπεν Χιέιλε). Πληγωμένος και φρεσκοχωρισμένος, ο Ρομπ αποφασίζει να έρθει ξανά σε επαφή με τις πρώην του για να βρει το λόγο που αποτυγχάνουν οι σχέσεις του. Spoiler alert: φταίει -σχεδόν πάντα- αυτός.

Εδώ να σημειώσουμε μια πρόδηλη ιδιαιτερότητα του «High Fidelity», καθώς δεν ακολουθεί τη συνηθισμένη «αγόρι-συναντά-κορίτσι» αφήγηση των κομεντί. Η σχέση των ερωτευμένων έχει επιτευχθεί και παρέλθει, τώρα το αγόρι πρέπει να καταλάβει το κορίτσι, εάν θέλει να έχει ελπίδες να ξανασμίξουν. Εξ ου και η ενδοσκοπική διάθεση της ταινίας με χαρακτηριστικούς τους μονολόγους του Κιούζακ, ο οποίος εξωτερικεύει τις σκέψεις του απευθυνόμενος στο κοινό, που κρατά το ρόλο του φανταστικού φίλου του. Εκτός από προετοιμασία για τη ρομαντική ρεβάνς, ο Ρομπ ξεκινά μια διαδικασία αυτογνωσίας και κοιτιέται για πρώτη φορά με ειλικρίνεια στον καθρέφτη.

Όσα αντικρίζει τον οδηγούν σε μια ετεροχρονισμένη ωρίμανση, η οποία συνοδεύεται από την εν μέρει αποκαθήλωση της κουλ περσόνας του. Υπάρχει η άνετη, ανέμελη πτυχή του, με το εκλεπτυσμένο γούστο και το έξυπνο, διακριτικά ειρωνικό, χιούμορ που του προσδίδει γοητεία. Από την άλλη, εκείνη που δεν αργεί να αποκαλυφθεί είναι η πλευρά του εγωκεντρικού, ανασφαλή άντρα ο οποίος θεωρεί το προσωπικό δράμα του ανώτερο των υπολοίπων. Μιλάει και κυρίως σκέφτεται περισσότερο από ότι ακούει, έτσι μένει άναυδος όταν μια γυναίκα «ξαφνικά» τον αφήνει. Χωρίς να λαμβάνει καν υπόψη το ενδεχόμενο της υπαιτιότητάς του, ο χωρισμός μετατρέπεται σε μια υπενθύμιση της ανικανότητας να προβλέψει τις καταστάσεις και να έχει τον έλεγχο. Ακόμα, αποτελεί μια επιβεβαίωση του αισθήματος κατωτερότητας που τον καταβάλλει, για αυτό και το αντίκτυπό του χωρισμού είναι εφάμιλλο της πιο συντριπτικής ήττας που θα μπορούσε να υποστεί.

Μια οφθαλμοφανής και τεμπέλικη, αν με ρωτάτε, κατηγοριοποίηση θα κατέτασσε αμέσως το χαρακτήρα του Κιούζακ στην ομάδα των αρχετυπικών στρέιτ, μεσοαστών λευκών music nerds. Προφανώς κι ανήκει εκεί, εξάλλου το βιβλίο του Χόρνμπι αποτελεί ένα πλήρες ψυχογράφημα αυτών των αντρών, έτσι όμως αδικείται το όλο πνεύμα της ιστορίας. Το οποίο αφορά εξίσου τη σχέση μας με τις εμμονές και τα συμπλέγματα που δημιουργούνται στην προσπάθεια να ανταποκριθούμε σε κατασκευασμένες αυτοεικόνες. Η Λόρα αποξενώνεται από τον Ρομπ γιατί έχει ανάγκη από χώρο. Πνίγεται από τον εγωισμό και την κουραστική προσπάθεια να την κρατήσει κοντά του. Μόλις οι δυνάμεις του Ρομπ επικεντρωθούν στο να γίνει ο ίδιος καλύτερος για δικό του όφελος, αίφνης ξεδιαλύνεται όλη η ένταση από την ατμόσφαιρα.

Αλλά πώς το «High Fidelity» κατάφερε να διατηρήσει αμείωτο το ενδιαφέρον γύρω του; Μέχρι και τηλεοπτική μεταφορά απέκτησε πολύ πρόσφατα. Μια απλοϊκή αλλά αληθινή απάντηση είναι πως πρόκειται για ένα άρτιο rom com. Είναι διάχυτο με θαλπωρή, σερβίρει πετυχημένο χιούμορ, ισορροπημένη συγκίνηση και πλείστες στιγμές ατόφιου ρομαντισμού, χωρίς να χάνεται το ανάλαφρο ύφος του. Εκείνο που πετυχαίνει ακόμα καλύτερα, χάρη στη ματιά του Φρίαρς, είναι η ακομπλεξάριστη απεικόνιση των ανθρώπινων ελαττωμάτων. Οι διαδοχικές αποτυχίες του Ρομπ συνιστούν έμμεσα μια καθησυχαστική υπενθύμιση πως δεν τα κάνουμε μόνο εμείς όλα λάθος στις σχέσεις. Επιπλέον, το μήνυμα του «High Fidelity» είναι καθολικό. Όλοι πληγώνουν και πληγώνονται, όλοι φοβούνται μην καταλήξουν ολομόναχοι όπως ο Ρομπ, γι' αυτό αξίζει να παλέψουν για όσα αγαπούν. Να ο ατόφιος ρομαντισμός που λέγαμε...

Λίγο πριν το τέλος επιστρέφω στιγμιαία στους music nerds. Ακριβώς επειδή τόσο ο Χόρνμπι όσο και η ταινία έχουν αναπαραστήσει με εξαιρετική ευστοχία την ιδιότυπη φυλή των «μουσικομανών», το «High Fidelity» δεν έχει πάψει να αποτελεί σημείο αναφοράς άμα τη κυκλοφορία του. Εγώ, για παράδειγμα, από όταν το είδα έφτιαχνα για χρόνια λίστες με τοπ-5 για τα πάντα, όπως η παρέα του δισκοπωλείου. Έχω φανταστεί, σαν άλλος Κιούζακ, να παίρνω τα ηχεία μου και να πηγαίνω απελπισμένος κάτω από το μπαλκόνι του κοριτσιού στη θέση νούμερο 1 της λίστας των τοπ χωρισμών. Η ζωή όμως δεν είναι ταινία, έτσι για το καλό της και όλων, θα φτιάξω απλώς ένα mixtape.

Σχετικά Θέματα