Συνέντευξη

Βασίλης Κεκάτος: «Το χιούμορ είναι ο πιο ωραίος τρόπος για να γλείφεις τις πληγές σου»

Από -

Μόλις 120 ώρες και 13’ χρειάστηκε ο Βασίλης Κεκάτος για να συγκινήσει με τη νέα μικρού μήκους ταινία του «Όταν Κοιμάσαι Ο Κόσμος Αδειάζει», η οποία ξεχώρισε γρήγορα ως μία από τις καλύτερες του πρότζεκτ «ENTER» του Ιδρύματος Ωνάση. Πλέον η ταινία πέρασε και στη μεγάλη οθόνη, καθώς παίζεται στο θερινό Στέλλα πριν την πρώτη προβολή της ημέρας, δίνοντάς μας την ιδανική ευκαιρία για να θέσουμε τις ερωτήσεις μας στον ταλαντούχο σκηνοθέτη.

Από τη στιγμή της βράβευσής σου στις Κάνες πέρσι, μοιάζει να βρίσκεσαι σε μια καλώς εννοούμενη πολιορκία από δουλειές, συνεντεύξεις, προσοχή. Πόσο απελευθερωτικό ήταν, ενδεχομένως, για σένα ότι με αφορμή το «ENTER» μπόρεσες να φτιάξεις κάτι αβίαστο και πρωτόλειο όπως το «Όταν Κοιμάσαι…»;
Το «Όταν Κοιμάσαι…» δεν είναι περισσότερο αβίαστο ή πρωτόλειο από την «Απόσταση Ανάμεσα στον Ουρανό και Εμάς» (σ.σ.: διαβάστε τη γνώμη του «α» για την ταινία εδώ). Και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για ταινίες χωρίς πολλές παραγωγικές απαιτήσεις, που η όποια δύναμη τους κρύβεται στην αναγκαιότητα που με διακατείχε για να τις κάνω. Είναι απελευθερωτικό να μπορείς να επιλέγεις τι θα κάνεις και τι όχι. Να μη σου επιβάλλεται κάτι είτε για οικονομικούς είτε για άλλους πρακτικούς λόγους. Στην παρούσα φάση κάνω μόνο ό,τι με αφορά συναισθηματικά και θα ήθελα αυτό να συνεχίσει να συμβαίνει και στο μέλλον. Να μπορώ να είμαι ελεύθερος και απελευθερωμένος σε σχέση με το καλλιτεχνικό μου έργο.

Προσωπικό αγαπημένο στοιχείο της αφήγησής σου, και εδώ αλλά και γενικώς, είναι ο τρόπος που επιλέγεις να μην αποκαλύψεις κομμάτια της ιστορίας για να τα φέρεις αργότερα στην επιφάνεια. Μιας και εν προκειμένω βασίζεσαι στους συνειρμούς, κατά πόσο το κείμενο όρισε το τελικό μοντάζ; Κι αντίστροφα, υπήρξαν εικόνες που σε οδήγησαν να σκαρφιστείς κάτι καινούριο;
Όταν έχεις 120 ώρες στη διάθεση σου για να παράξεις ένα έργο η αλήθεια είναι πως δεν έχεις μεγάλο χρονικό περιθώριο για να χτίσεις μια συγκεκριμένη μέθοδο. Ο τρόπος που έφτιαξα την ταινία ήταν καθαρά ενστικτώδης. Στην αρχή απλώς κινηματογραφούσαμε πράγματα με τον φωτογράφο μου, χωρίς να ξέρουμε γιατί και χωρίς κανέναν περιορισμό. Στην πορεία άρχισα κάθε βράδυ να βλέπω το υλικό και να προσπαθώ να εντοπίσω το υπόγειο συναπάντημα των εικόνων. Έτσι σιγά-σιγά ξεκίνησα να υφαίνω το νήμα της αφήγησης μου. Δεν προϋπήρξε ένα τελικό κείμενο ούτε όμως και μια τελική ροή πλάνων. Το έργο χτίστηκε βήμα-βήμα και άφηνα τα λόγια να παρασύρουν την εικόνα και την εικόνα να παρασύρει τα λόγια. Και όλο αυτό απλώς με οδήγησε κάπου.

Το «Όταν Κοιμάσαι…» ήρθε σε μια στιγμή που οτιδήποτε ρομαντικό ή όμορφο, όπως ο έρωτας, έμοιαζε να χάνεται σε μια δίνη κυνισμού. Τόσο λόγω της πανδημίας όσο και των πολιτικών εξελίξεων που τη συνόδευσαν. Πιστεύεις γίνεται όλο και πιο δύσκολο να κρατήσουμε απόσταση από μια συνθήκη πεσιμισμού και ματαιότητας; Μάλιστα στην ταινία, στο τέλος, ακούγεται η φράση: «Σήμερα αναρωτιέμαι αν η καταστροφή ή ο πόνος είναι πιο σημαντικά για εμάς από την αγάπη».
Οι σκοτεινές εποχές, όπως ένας πόλεμος ή εν προκειμένω μια πανδημία, έστρεψαν πολλές φορές το βλέμμα των καλλιτεχνών προς την ομορφιά, ή ακόμη περισσότερο προς τον έρωτα. Αυτό συνέβαινε και συνεχίζει να συμβαίνει διότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη την ελπίδα. Η φύση του είναι τέτοια ώστε για να επιβιώσει πρέπει με κάποιο τρόπο να αισθανθεί όμορφα. Κάθε φορά που φτιάχνω κάτι δεν κοιτάζω μόνο μέσα μου αλλά και γύρω μου. Προσπαθώ να διαισθανθώ τι έχει ανάγκη ο κόσμος για να του το δώσω. Με βασική προϋπόθεση πάντα να μην προδώσω τον εαυτό μου σε αυτή τη συνθήκη. Δεν ξέρω αν είναι δύσκολο οι άνθρωποι σήμερα να κρατηθούν μακριά από το σκοτάδι, ξέρω όμως ότι χρειάζονται το φως. Όπως κι εγώ.

Το (μαύρο) χιούμορ επιδρά πάντα λυτρωτικά στο σινεμά σου και εδώ υπάρχουν στιγμές που γίνεται συγκινητικά κοφτερό. Το γέλιο, τελικά, απαλύνει τον πόνο ή τον κάνει ακόμα πιο οξύ;
Το χιούμορ είναι ο πιο ωραίος τρόπος για να γλείφεις τις πληγές σου. Σε κάνει να μην παίρνεις τα πράγματα και πολύ σοβαρά. Είναι απαραίτητο στοιχείο για μια καλή ζωή όπως και για ένα καλό δράμα.

banner

Ο Γιώργος Βαλσαμής ευθύνεται καθοριστικά και σε αυτήν την ταινία σου για την υπέροχη αισθητική της, που κάνει τη νοσταλγία χειροπιαστή. Θα έλεγες πως και για τη δική σας περίπτωση ισχύει η φράση «οι παρέες γράφουν την ιστορία»;
Με το Γιώργο αισθάνομαι πως θα μπορούσα να γυρίσω μια ταινία με τα μάτια κλειστά. Θα μου αρκούσε μόνο να ακούω τις φωνές των ηθοποιών για να είμαι βέβαιος πως θα έχω το αποτέλεσμα που θέλω. Είναι ένας καλλιτέχνης με σπουδαίο βλέμμα και ένας άνθρωπος με τρομερή ενσυναίσθηση. Δε νομίζω πως η παρέα μας «γράφει ιστορία» αλλά θα ήθελα πολύ να το κάνει στο μέλλον. Για την ώρα είμαστε απλώς δυο φίλοι, που μοιράζονται την ίδια αγάπη για το σινεμά και κοιτάζουν πάντα προς το ίδιο σημείο.

Η ταινία «ξέφυγε» από τα στενά όρια της μικρής οθόνης και τελευταία προβάλλεται στα θερινά σινεμά. Περίμενες ότι θα είχε την ευκαιρία το κοινό να τη δει και με αυτόν τον τρόπο;
Η θέση των ταινιών είναι στα σινεμά. Όχι στις τηλεοράσεις, όχι στα λαπτοπ και σίγουρα όχι στα κινητά. Η συγκεκριμένη ταινία φτιάχτηκε για να προβληθεί στο Ίντερνετ. Αυτό για μένα ήταν εξαρχής πληγωτικό αλλά λόγω της κατάστασης αναγκαίο. Όταν η Weird Wave μοιράστηκε μαζί μας την ιδέα της προβολής της ταινίας σε θερινά σινεμά με συγκίνησε πολύ. Ήθελα πολύ η θεασή της να μην αποτελεί αποκλειστικά μια προσωπική αλλά και μια συλλογική εμπειρία.

Σχετικά Θέματα