Συνέντευξη

Βασίλης Κατσίκης: «Παραμονεύοντας» με ένα ελληνικό θρίλερ

Από -

Ο σκηνοθέτης του «Άι - Φορ: Λούφα και Απαλλαγή» επιστρέφει με το «Παραμονεύοντας», ένα αγγλόφωνο, ατμοσφαιρικό και καθαρόαιμο θρίλερ της «παλιάς σχολής», είδος που αναζητά τη θέση του στο σύγχρονο ελληνικό σινεμά.

Βασίλης Κατσίκης
Βασίλης Κατσίκης

Γιατί μεσολάβησαν έξι ολόκληρα χρόνια για την καινούρια ταινία σας, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία το «Άι - Φορ: Λούφα και Απαλλαγή», σε δικό σας σενάριο, ήταν μεγάλη εμπορική επιτυχία;
Μετά το «Αι Φορ» υπήρξαν σκέψεις και συζητήσεις για ακόμα μια εμπορική κωμωδία με τίτλο «Οι Πειρατές του Αιγαίου». Οι όροι και οι απαιτήσεις της συγκεκριμένης παραγωγής δεν βρήκαν ανταπόκριση τότε και έτσι αποφάσισα να προχωρήσω μόνος μου σε ένα άλλο είδος που πάντα είχα απωθημένο. Το ψυχολογικό θρίλερ. Βέβαια την κωμωδία αυτή, επειδή είναι πάντα επίκαιρη ως θέμα, την ξανακοιτάζω τώρα.

Ποιος ο λόγος που σας παρακίνησε να γυρίσετε την ταινία αγγλόφωνη; Ήταν έτσι σχεδιασμένη από την αρχή;
Το πρώτο σενάριο του «Παραμονεύοντας» δεν είχε γεωγραφικό προσδιορισμό του που διαδραματίζεται η ταινία. Θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε χώρα του ευρωπαϊκού νότου. Όσο ο καιρός περνούσε και η πραγματικότητα στη χώρα μας γινόταν καθημερινό «θρίλερ», σιγά - σιγά το έφερνα προς τα εδώ. Έτσι έκανα την ηρωίδα να είναι μισή Ελληνίδα και μισή Αμερικάνα, η Τες Σπέντζος που υποδύεται το ρόλο είναι όντως μισή - μισή, τον Άγγλο σύζυγό της τον υποδύεται ο Άγγλος ηθοποιός Πίτερ Τζέραλντ και τον underground μουσικό o Άρις Έιθαν, Έλληνας ηθοποιός που έχει ζήσει πολλά χρόνια στην Αγγλία.

Η ταινία έχει άμεσες αναφορές στην Ελλάδα της κρίσης. Την θεωρείται, αν και αγγλόφωνη, ελληνική;
Η Ελλάδα της κρίσης είναι το φόντο στην ταινία για να συγκρουστούνε οι ήρωες μεταξύ τους, αλλά και μέσα τους. Είναι η ευκαιρία να συνειδητοποιήσουν τις μεγάλες αλήθειες τους που δεν τις έβλεπαν πολλά χρόνια πριν. Θα χαρακτήριζα το «Παραμονεύοντας» αγγλόφωνη ελληνική ταινία, αφού εγώ και οι περισσότεροι συντελεστές είμαστε Έλληνες και επιπλέον η ταινία γυρίστηκε στην Ελλάδα. Στην Θεσσαλονίκη και στην ορεινή Χαλκιδική. Δεν είναι ελληνική ταινία υφολογικά με την έννοια που η ελληνικότητα είναι αναπόσπαστο στοιχείο μιας ταινίας σαν «Το Κορίτσι με τα Μαύρα» του Κακογιάννη. Η ταμπέλα «ελληνική ταινία» είναι πλέον ένα ζητούμενο.

Προσανατολισμένο στο κοινωνικό δράμα και την κωμωδία, το ελληνικό σινεμά έχει φιλικότερες σχέσεις με το… γουέστερν παρά με το καθαρόαιμο θρίλερ; Γιατί το συγκεκριμένο είδος δεν είναι ελκυστικό στους Έλληνες συναδέλφους σας;
Πριν αρχίσω την ταινία προσπάθησα να κατανοήσω κατασκευαστικά τους κώδικες του θρίλερ για να μπορέσω να τους χρησιμοποιήσω. Είναι πάρα πολύ δύσκολο, γιατί και παράδοση στην Ελλάδα δεν έχουμε και κατασκευαστικά είναι ακριβό είδος, αφού θέλει κατάλληλες ατμόσφαιρες. Τώρα βλέπω πως νέοι συνάδελφοι έχουν αρχίσει και το ψάχνουν και είμαι σίγουρος πως θα κάνουν σπουδαία πράγματα.

Υπήρχαν κάποιες συγκεκριμένες ταινίες που είχατε στο νου σας γυρίζοντας το «Παραμονεύοντας»; Μπορεί κανείς εύκολα να αναγνωρίσει Χίτσκοκ, Πολάνσκι, ιταλικό Giallo.
Σπούδασα και έζησα στην Ιταλία, οπότε το Giallo είναι μέσα μου. Από την άλλη, με είχε στοιχειώσει η εκπληκτική ταινία του Πολάνσκι «Ο Θάνατος και η Κόρη». Από μικρός λάτρευα τον Χίτσκοκ και τον Κιούμπρικ, ο οποίος κατάφερε να περάσει απ’ όλα τα είδη του κινηματογράφου. Ε, όλα αυτά είναι αναπόφευκτο να «βγαίνουν» με κάποιο τρόπο…

Πως εξηγείτε τη μεγάλη φεστιβαλική πέραση του Greek Weird Wave και την ταυτόχρονη απαξίωση των θεατών προς το ελληνικό σινεμά; Και γιατί, εκτός από τις καλλιτεχνικές ταινίες, υπάρχει πρόβλημα προσέλευσης και στις ταινίες κοινού;
Είναι λογικό να υπάρχει η φεστιβαλική πέραση, γιατί ο δανέζικος - βορειοευρωπαϊκός κινηματογράφος πολλά χρόνια τώρα έχει διαποτίσει με το αποστασιοποιημένο, κάπως ψυχρό ύφος του όλα τα φεστιβάλ του κόσμου. Αισθάνονται οικείο τον κώδικα και επικοινωνούνε καλύτερα. Δεν πιστεύω πως το ελληνικό κοινό απαξιώνει τον ελληνικό κινηματογράφο. Απλά έχει πολλές απαιτήσεις και λίγα λεφτά. Θέλει δηλαδή να πληρώσει εκεί που θα ευχαριστηθεί περισσότερο. Και έχει δίκιο… Γιατί μην ξεχνάμε πως υπάρχουν θεατές για όλα τα είδη. Για κάποια σίγουρα περισσότεροι και για κάποια λιγότεροι. Εγώ χαίρομαι όταν βλέπω να γίνονται ελληνικές ταινίες που ταξιδεύουν και βραβεύονται στα φεστιβάλ. Αλλά αυτό δεν αρκεί, γιατί το μεγάλο ζητούμενο κάθε ταινίας είναι να βρει αίθουσες και θεατές. Το έζησα με την πρώτη μου ταινία, το «CCTV». Και βραβεύτηκε και πήγε σε πολλά φεστιβάλ και έγραψαν Variety, Guardian κλπ, αλλά στις αίθουσες δεν βγήκε ποτέ! Πρόκειται για μια επιτυχία και μια χαρά που δεν ολοκληρώνεται…

banner