Συνέντευξη

Αργύρης Παπαδημητρόπουλος: «Kάνω πανκ ταινίες»

Από -

Ο σκηνοθέτης του «Bank Bang» και του «Wasted Youth» επιστρέφει με το «Suntan», ένα ηλιοκαμένο δράμα που έχει για πρωταγωνιστή έναν μεσήλικα που ερωτεύεται μια νεαρή κοπέλα. Διαβάστε τι μας είπε ο Έλληνας δημιουργός για το φιλμ που γύρισε στην Αντίπαρο.

Αργύρης Παπαδημητρόπουλος  (c) Θοδωρής Μάρκου
Αργύρης Παπαδημητρόπουλος (c) Θοδωρής Μάρκου

Γιατί στην Αντίπαρο; Δεν μπορούσες να πεις αυτήν την ιστορία στην Αθήνα;
Θα μπορούσα να την πω οπουδήποτε. Η Αντίπαρος είναι ένα πολύ μικρό νησί που δεν μπορείς να χάσεις κάποιον, κάτι που εξυπηρετεί την αφήγηση της συγκεκριμένης ιστορίας. Στο νησί είναι σαν να παίζεις σε ριάλιτι. Όλοι σε βλέπουν και οι πάντες ξέρουν πού είσαι. Την ίδια στιγμή είναι το απόλυτα ηδονιστικό μέρος.

Οι περισσότερες απεικονίσεις του Αιγαίου στο σινεμά έχουν μέσα τους το στοιχείο του φολκλόρ. Κάτι που δεν ισχύει στο «Suntan»…
Αυτό ήταν και το στοίχημα. Να καταφέρεις κάτω από αυτό το αδυσώπητο φως να δημιουργήσεις σκοτάδι. Οι Κυκλάδες είναι ένας δύσκολος τόπος. Στην πραγματικότητα είναι κάτι βράχια. Επίσης, στα νησιά –και δη τα «ηδονικά»- όταν λέμε ότι γίνονται τα πάντα, δεν πρέπει να εξαιρούμε τις σκοτεινές ιστορίες από τη λέξη «πάντα».

Γιατί απελευθερώνεται η λίμπιντο με τόσο εκρηχτικό τρόπο στα ελληνικά νησιά;
Οι διακοπές στην Ελλάδα είναι περιορισμένες μόνο στο μήνα Αύγουστο, κάτι που σε στρεσάρει. Βλέπεις ότι ο κόσμος κλείνει δωμάτια έξι και οκτώ μήνες πριν, που σημαίνει ότι είναι το μόνο πράγμα που έχει στο μυαλό του ολόκληρο το χρόνο. Ταξιδεύεις σ’ αυτά με σκοπό να καταφέρεις τα πάντα και αυτό είναι ακόμα πιο στρεσογόνο. Επίσης, ήθελα να δείξω και το χειμώνα στο Αιγαίο και να αποκαλυφτεί η μελαγχολική πλευρά του «παραδείσου» που ονειρεύονται να επισκεφτούν κάποιοι το καλοκαίρι. Για όλους είναι η «κανονική» ζωή μια κόλαση, ακόμη και για τους κατοίκους των νησιών.

Δυσκολεύομαι να βρω δυο λέξεις που θα χαρακτήριζαν απόλυτα την ταινία σου…
Στα αλήθεια είναι ένα απλό ερωτικό δράμα, ένα boy meets girl story. Αν θέλει να κάνει κάποιος δεύτερες και τρίτες αναλύσεις, μπορεί. Αλλά η ιστορία είναι εξαιρετικά απλή.

Γιατί έχεις για ήρωα της ταινίας σου έναν μεσήλικα;
Γιατί πλησιάζω σε αυτήν την ηλικία. Φτάνω κοντά και τρομάζω. Η μέση ηλικία, ειδικά για τους άντρες, είναι μια πολύ σκληρή υπόθεση. Οι άντρες είναι πάντα λίγο πιο ανώριμοι και όταν καταλάβουν ότι τίποτα δεν συγχωρείται στην ενήλικη πλέον ζωή τους χάνουν τη γη κάτω από τα πόδια τους.

Το σενάριο και η συνεργασία με τον Σύλλα Τζουμέρκα πώς προέκυψε;
Την ιδέα για έναν άνθρωπο που δεν έχει πρόσβαση στις ηδονές αλλά ζει σε ένα ηδονιστικό νησί, ενώ ταυτόχρονα έχει πρόσβαση στα κορμιά επειδή είναι γιατρός, την είχα από παλιά. Ξαφνικά μια μέρα ξεδιπλώθηκε στο κεφάλι μου το τελευταίο δεκάλεπτο της ταινίας. Κατευθείαν, πήρα τον Σύλλα τηλέφωνο για να με βοηθήσει, επειδή είναι πιο μεθοδικός στο γράψιμο. Στην πραγματικότητα το σενάριο βγήκε μέσα σε δέκα δίωρες συνομιλίες στο Skype. Δεν υπήρξε δεύτερο και τρίτο draft. Ενώ αγαπάω όλη τη διαδικασία του film making, δηλαδή το γύρισμα, το μοντάζ και τα λοιπά, βαριέμαι πολύ την ανάπτυξη του σεναρίου. Την εξέλιξη της ιστορίας τη βγάζω μέσα από τις πρόβες με τους ηθοποιούς.

Θα έλεγα ότι φέρνει σε nouvelle vague η προσέγγισή σου…
Εγώ θα έλεγα ότι φέρνει σε πανκ. Και το λέω αυτό γιατί το συγκεκριμένο ρεύμα είναι αυθόρμητο και στιλιζαρισμένο ταυτόχρονα. Μπορεί οι πάνκηδες να το έπαιζαν αλήτες και χύμα, αλλά για να σηκώσεις μοϊκάνα θες δυο ώρες στον καθρέφτη…

Άρα κάνεις πανκ ταινίες;
Ναι. Θα μπορούσε να το πει κάποιος αυτό. Κοίταξε, γεννήθηκα τη χρονιά που οι Ramones έβγαλαν τον πρώτο τους δίσκο κι αυτό είναι σημαδιακό. Θεωρώ ότι η ζωή μου άλλαξε όταν είδα στα δεκατέσσερά μου τον Iggy Pop να τα πετάει όλα στη σκηνή του «Ρόδον». Είπα αυτό είναι ζωή!

Ο πρωταγωνιστής του «Suntan» Μάκης Παπαδημητρίου
Ο πρωταγωνιστής του «Suntan» Μάκης Παπαδημητρίου

Γιατί δείχνεις τόσο μεγάλη επιμονή στην κινηματογράφηση του σώματος στο «Suntan»;
Το σώμα έχει φοβερή μνήμη. Σε αυτό καταγράφονται τα πάντα. Από το σώμα καταλαβαίνεις πάρα πολλά για έναν άνθρωπο. Επίσης, ζούμε σε μια εποχή που η εξωτερική εμφάνιση είναι το παν. Στο «Suntan» ασχολήθηκα πάρα πολύ με το celebration του όμορφου σώματος και με την τρυφερότητα απέναντι στην εικόνα που χαλάει και εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για αυτό.

Πάντως είδα στο «Suntan» ένα στιλιζάρισμα που δεν το είχα προσέξει στις προηγούμενες δουλειές σου.
Πάντα είχα ένα στιλιζάρισμα στις ταινίες, από το «Bank Bang» ακόμα. Για παράδειγμα τα καπέλα είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της κινηματογράφησής μου. Αλλά, το «Suntan» είναι και το πρώτο απολύτως δικό μου παιδί. Ενώ λατρεύω το «Bank Bang» και το «Wasted Youth», εδώ πλέον απελευθερώνομαι και είμαι εγώ. Στο «Bank Bang» δούλεψα πάνω στο σενάριο του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου και δεν ξαναέκανα εμπορική ταινία γιατί δεν έπεσε στα χέρια μου ένα τόσο καλή ιστορία. Στο «Wasted Youth» είχα συνσκηνοθέτη. Το «Suntan» είναι 100% Αργύρης.

Ποιες είναι επιρροές σου; Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι το «Suntan» έχει κάποιο πολανσκικά στοιχεία…
Δεν το είχα σκεφτεί. Το θεωρώ φυσικά κομπλιμέντο, αλλά είναι κάτι δεν έχει περάσει καν από το μυαλό μου. Εγώ έμαθα να κάνω ταινίες βλέποντας στο αθόρυβο και χωρίς υπότιτλους τις ταινίες του Σκορσέζε. Αποφάσισα να γίνω σκηνοθέτης όταν διάβασα το «Scorsese on Scorsese». Στα αλήθεια οι περισσότερες επιρροές μου δεν είναι κινηματογραφικές γιατί δεν είμαι ορκισμένος σινεφίλ, αφού δεν βλέπω πάνω από δυο ταινίες την εβδομάδα. Συνήθως όλα ξεκινούν από μια εικόνα, ένα βιβλίο, από μουσική, ακόμη και από stand-up comedy.

Αλήθεια γιατί εμφανίζονται όλοι αυτοί οι Έλληνες σκηνοθέτες στην ταινία σου, όπως οι Σύλλα Τζουμέρκας, Γιάννης Οικονομίδης και Νίκος Τριανταφυλλίδης;
Είναι μια homage σε αυτό που κάνουμε. Άρεσε σε μένα και σ’ αυτούς να τους δώσω κόντρα ρόλους. Το ευχαριστήθηκαν. Επίσης, είναι πολύ εύκολο να σκηνοθετήσεις σκηνοθέτες. Καταλαβαίνουν αμέσως τι και πώς πρέπει να το κάνουν.

Ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος στα γυρίσματα στο κάμπινγκ της Αντιπάρου. (c) Manu Tilinski
Ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος στα γυρίσματα στο κάμπινγκ της Αντιπάρου. (c) Manu Tilinski

Πώς ζευγάρωσες τόσο πετυχημένα το φαινομενικά αταίριαστο πρωταγωνιστικό σου ζευγάρι;
Ο Μάκης Παπαδημητρίου είναι ένας πολύ γενναιόδωρος άνθρωπος και ηθοποιός. Έκανε τη ζωή μου πάρα πολύ εύκολη. Την Έλλη Τρίγγου την έψαξα πάρα πολύ. Ήταν μία από τις εκατό κοπέλες που μου έφεραν οι casting directors της ταινίας. Ήθελα να μην έχει παίξει πουθενά αλλού και να μην κουβαλά τίποτα πίσω της. Η Έλλη είχε όλα όσα ζητούσα από την πρωταγωνίστριά μου. Ήταν το μεγάλο στοίχημα της ταινίας, το οποίο κέρδισα 100%.

Είναι οι μεσήλικες σαν τον πρωταγωνιστή σου τον Κωστή που έχουν φάει τη μεγαλύτερη σφαλιάρα με την κρίση;
Όλοι την έχουμε φάει τη σφαλιάρα, αλλά νομίζω ότι οι ηλικιωμένοι είναι αυτοί που έχουν φάει τη μεγαλύτερη. Δούλευαν τόσα χρόνια για να βγουν στη σύνταξη, να ηρεμήσουν και να χαρούν τα εγγόνια τους και ξαφνικά ντρέπονται που δεν μπορούν καν να συντηρηθούν. Αυτό που συμβαίνει με τους συνταξιούχους στην Ελλάδα είναι απλώς φρικαλέο.

Και αυτή η ταινία πήγε πολύ καλά φεστιβαλικά. Έχεις πάει Ρότερνταμ, στο South by Southwest και σε ένα σωρό άλλες διοργανώσεις. Γιατί οι ελληνικές ταινίες έχουν τέτοια επιτυχία στο φεστιβαλικό κύκλωμα;
Είμαστε μια γενιά Ελλήνων σκηνοθετών που δεν μπήκαμε στην νοοτροπία του «για ελληνική ταινία καλή είναι». Δε δεχτήκαμε το ρόλο του φτωχού συγγενή. Κάνουμε ταινίες για να αντέχουν οτιδήποτε.

Γιατί το ελληνικό κοινό όμως έχει γυρίσει την πλάτη σε αυτό το σινεμά;
Δεν νομίζω ότι έχει γυρίσει την πλάτη. Νομίζω ότι το ελληνικό κοινό σιγά-σιγά εκπαιδεύεται και αγκαλιάζει το νέο ελληνικό σινεμά. Το «Suntan» είναι μια πολύ απλή ιστορία που μπορεί να πλησιάσει και άλλο κοινό εκτός από το φεστιβαλικό. Εγώ γενικά δεν αγαπώ τους όρους «σινεφίλ», «αρτ», «φεστιβαλικό». Όλοι αυτοί οι όροι βοηθούν μόνον τους κριτικούς να βάλουν τις ταινίες σε κουτάκια. Το ίδιο συμβαίνει με το «Greek Weird Wave»… Κανείς δεν έκανε weird cinema στην Ελλάδα. Είναι ένας όρος που βόλεψε έναν δημοσιογράφου του Sight and Sound και μετά τον υιοθέτησαν όλοι για να μπορούν να κατηγοριοποιήσουν τις νέες ελληνικές ταινίες. Αλλά το weird κολλά σαν ρετσινιά πάνω στο φιλμ και λέει ο θεατής «σιγά μην πάω να δω μια παράξενη ταινία»… Νομίζω ότι το «weird» σαν χαρακτηρισμός μόνο κακό κάνει.

Σχετικά Θέματα