Συνέντευξη

Αργύρη Παπαδημητρόπουλε, πώς γύρισες ένα πάρτι στην Κυψέλη με 1200 άτομα;

Από , -

Ο σκηνοθέτης του «Monday» μιλάει για την αγγλόφωνη ρομαντική κομεντί του, στην οποία κυριαρχούν η ανεμελιά του καλοκαιριού, ένας κεραυνοβόλος έρωτας και μια Αθήνα όπως δεν την έχουμε ξαναδεί.

Πώς φτάσαμε από τις ακρογιαλιές της Αντιπάρου στο «Suntan» στην Κυψέλη του «Monday»;
Και οι δυο ταινίες μοιράζονται το γεγονός πως αφορούν ιστορίες αγάπης. Η διαφορά τους είναι πως ενώ στο «Suntan» μιλάμε για την εμμονή, στο «Monday» υπάρχουν εξαρχής δύο ερωτευμένοι άνθρωποι. Είναι μια ταινία για την καψούρα και για αυτά που κρύβουμε κάτω από το χαλί. Γιατί πιστεύω πως οι περισσότερες σχέσεις ταλαιπωρούνται επειδή τα ζευγάρια δεν τα λένε όλα. Και μιας και εμείς συζητάμε μετά το τέλος του lockdown, έχω την εντύπωση πως κατά τη διάρκειά του οι σχέσεις δοκιμάστηκαν τρομερά. Έφαγε ο ένας τον άλλο στη μάπα τόσο πολύ, που οτιδήποτε κρυμμένο ή συναισθηματικά καταπιεσμένο μαζεύτηκε και εξερράγη. Παράλληλα, νιώθω ότι το «Monday» είναι επίκαιρο με τον τρόπο του, διότι όντας γυρισμένο πριν την πανδημία, θυμίζει πώς ήταν οι ζωές μας τότε. Έχει σωματική επαφή, πάρτι, έντονη κοινωνική ζωή, συνήθειες δηλαδή που μας λείπουν όσο ποτέ. Όσον αφορά την τύχη της ταινίας τώρα, ότι δηλαδή καθυστέρησε δύο χρόνια η πρεμιέρα της, σε άλλα μέρη του κόσμου κυκλοφόρησε διαδικτυακά κ.λπ., νομίζω εν τέλει όλα έγιναν για καλό.

Πράγματι, βλέποντας πολλές από τις «σωματικές» σκηνές της ταινίας, η επίδραση τους υπήρξε εντονότερη από ότι θα ήταν παλαιότερα. Έτσι κι αλλιώς, οι πρωταγωνιστές είναι κοντά όχι μόνο λόγω του σεναρίου, αλλά και εξαιτίας της σκηνοθεσίας.
Αυτό είναι κάτι που πάντα με ενδιαφέρει, από τη δεύτερη μικρού μήκους μου ακόμα (σ.σ.: «Ευαίσθητα Σημεία») μέχρι σήμερα. Τα σώματα, τα αγγίγματα, ο ερωτισμός, βρίσκονται μεταξύ όσων θέλω να εξερευνώ. Θεωρώ ότι αυτά συνιστούν ό,τι πιο όμορφο και αληθινό, έτσι ως τέτοια θέλω να τα κινηματογραφώ. Κάποιοι βλέποντας το «Monday» έχουν τρομάξει από το πόσο κοντά έρχονται οι πρωταγωνιστές όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά και με αγνώστους. Μπαίνουν σε ένα πάρτι, αγκαλιάζουν όποιον βρουν μπροστά τους, φιλιούνται, γλείφονται στο πρόσωπο... Πράγματα που σήμερα έτσι και τα κάνει κάποιος θα πέσει φωτιά να τον κάψει. Μάλιστα, κάπου διάβασα ότι μετά την πανδημία το «Monday» θυμίζει ταινία εποχής! (γέλια)

banner

Είναι επίσης έντονο το αίσθημα νοσταλγίας που αναδύεται παρακολουθώντας την ταινία, γιατί απεικονίζεται μια Αθήνα που μάλλον σήμερα έχει χαθεί. Δηλαδή, η σκηνή του πάρτι στην Κυψέλη είναι ενδεικτική του πώς κάποτε μπορούσαν να γεννηθούν απρόοπτα στην πόλη.
Σκεφτείτε πως για το συγκεκριμένο γύρισμα είχαμε 1200 άτομα που χόρευαν ο ένας πάνω στον άλλο. Κάτι τέτοιο είναι αδύνατο να γυριστεί σήμερα οπουδήποτε στον κόσμο. Ακόμα και να μην είχαμε πανδημία, πρόκειται για ένα εξαιρετικά απαιτητικό σκηνικό από άποψη παραγωγής. Σε διάφορες συνεντεύξεις τους, ο Σεμπάστιαν (Σταν) και η Ντενίζ (Γκαφ) έχουν πει πως ένα τέτοιο πάρτι μόνο στην Αθήνα μπορεί να στηθεί, ήταν πρωτόγνωρο για εκείνους. Γιατί έχετε υπόψη ότι οι άνθρωποι παρτάρανε κανονικά ενώ εμείς τους περιτριγυρίζαμε με τις κάμερες. Τους κερνάγαμε τα ποτά τους, βάζαμε καλή μουσική, χόρευαν και το μοτέρ έτρεχε. Ήταν μια απολαυστική εμπειρία για έμενα, λατρεύω να σκηνοθετώ σκηνές πάρτι. Να προσθέσω πως είναι πολύ σημαντικό, όσο μπορώ, να τοποθετώ τις ταινίες μου σε μέρη που αγαπώ. Υπό αυτήν την έννοια, το «Monday» είναι μια ερωτική επιστολή στην Αθήνα, στις γειτονιές και τους δρόμους που μεγάλωσα.

Ένα ακόμα σταθερό χαρακτηριστικό των ταινιών σου είναι ότι διαδραματίζονται το καλοκαίρι, την εποχή της απελευθέρωσης.
Μου αρέσει η «καλοκαιρίλα» και το ελληνικό καλοκαίρι ως έννοια. Δηλαδή μια συνθήκη όπου ευδοκιμεί η ανεμελιά και σου επιτρέπει να φέρεσαι ανώριμα. Εκτός, φυσικά, από την εγγενή φωτογένεια του καλοκαιριού που το κάνει πιο σέξι. Όσο λιγότερα ρούχα φοράμε, εξάλλου, τόσο πιο όμορφα νιώθουμε. Ακόμα και ένα t-shirt μόνο είναι προτιμότερο από πουλόβερ, μπουφάν, κασκόλ και σκούφο. Προσωπικά δεν αγαπάω καθόλου το χειμώνα. Σε μια ιδανική ζωή θα ταξίδευα κυνηγώντας το καλοκαίρι.

Πώς ταίριαξε, λοιπόν, στο μυαλό σου το ελληνικό καλοκαίρι με δύο ξένους ήρωες;
Με ενδιέφερε να έχω δύο ξένους στην Ελλάδα, γιατί έτσι το διακύβευμα του αν θα πετύχει η σχέση τους γίνεται ακόμα πιο κρίσιμο. Δε μιλάμε για ανθρώπους που έχουν την άνεση να επιστρέψουν στο πατρικό τους εάν όλα πάνε στραβά. Για αυτό και αγκιστρώνονται ο ένας στον άλλο για να μη μείνουν ξεκρέμαστοι. Συν το γεγονός πως καλούνται να συμμορφωθούν με μια κουλτούρα εντελώς άγνωστη σε εκείνους.

Ήταν το πλαίσιο της πλοκής, τότε, που σε ώθησε να κάνεις αγγλόφωνη την ταινία; Ή μια απόπειρα για στροφή προς το εξωτερικό;
Θέλω να κάνω ταινίες σε όποιο μέρος της γης με οδηγεί η ιστορία. Είναι προφανές, βέβαια, ότι μια αγγλόφωνη παραγωγή μπορεί να επικοινωνήσει με περισσότερο κόσμο. Κακά τα ψέματα, είναι δύσκολο για μια ελληνόφωνη ταινία να βρει μαζικά το κοινό της στο εξωτερικό. Και με το «Suntan» συνέβη αυτό, ενώ είχε διανομή σε κάποιες χώρες του εξωτερικού, από μόνο του το γεγονός πως προβαλλόταν με υπότιτλους επέδρασε αποτρεπτικά σε αρκετούς θεατές. Από την άλλη, το ότι ολοκλήρωσα ένα φιλμ στα αγγλικά, δεν σημαίνει ότι «δένομαι» με το γεγονός πως θα κάνω μόνο σε αυτήν τη γλώσσα δουλειές. Εάν μια ιστορία με φέρει στην Ελλάδα, την Τουρκία ή την Κίνα, θα το κάνω.

Έχεις το επιπλέον πλεονέκτημα πως μπορείς να προσαρμόζεσαι σκηνοθετικά σε εναλλακτικά είδη ενώ ενστερνίζεσαι την εμπορικότητα. Η φιλμογραφία σου το αποδεικνύει αυτό.
Μου αρέσει να «χορεύω» ανάμεσα στα είδη, οι ταινίες μου δανείζονται πάντα χαρακτηριστικά από τουλάχιστον δύο διαφορετικά στιλ. Το «Monday», εν προκειμένω, λειτουργεί και ως ρομαντική κωμωδία όσο και ως δράμα. Προτιμώ να ανακατεύω τα στοιχεία, δεν με ενδιαφέρει να φτιάχνω καθαρόαιμα πράγματα. Όσον αφορά την εμπορικότητα, δεν βρίσκω τίποτα κακό απέναντί της, δεν έχω τέτοιου είδους αγκυλώσεις. Εκείνο που θα με ενδιέφερε να κάνω ξανά, όπως συνέβη στο «Bank Bang», είναι να γυρίσω μια ταινία χωρίς να γράψω το σενάριο. Γιατί έτσι έχεις να επικεντρωθείς αποκλειστικά στο να κάνεις καλά τη σκηνοθεσία. Για να είμαι ειλικρινής, σε ένα ιδανικό σύμπαν θα γύριζα εναλλάξ μια ταινία σε δικό μου σενάριο και μία σε κάποιου άλλου, όμως αυτό είναι δύσκολο στην Ελλάδα.

Υπάρχει, ωστόσο, μεταστροφή του κινηματογραφικού κλίματος στη χώρα; Λαμβάνοντας υπόψη ότι αυξάνονται οι παραγωγές που φιλοξενούνται, δίνουν δουλειά σε κόσμο και ενδεχομένως να οδηγήσουν σε προτάσεις σε Έλληνες κινηματογραφιστές.
Είμαι βέβαιος για αυτό και έχω την αισιοδοξία πως θα συμβεί πάρα πολύ σύντομα. Δεν αργεί η ώρα που θα είναι εφικτό το να κάνουμε μεγάλες, σοβαρές δουλειές που να απευθύνονται σε όλο τον κόσμο. Το επίπεδο ανεβαίνει παντού, όπως και στην τηλεόραση. Πλέον έχω την αίσθηση πως όλοι έχουν στρωθεί στη δουλειά, έτσι ώστε να φτιαχτούν πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που θα βρουν ανταπόκριση στο κοινό.

Για να επιστρέψουμε στο «Monday», υπήρχαν κάποια rom com είχες στο νου σου ενώ ετοίμαζες την ταινία;
Αρχικά να πω πως πρόκειται για ένα από τα πλέον παρεξηγημένα κινηματογραφικά είδη. Αν θυμάστε κιόλας, παλιά τις συγκεκριμένες ταινίες τις χαρακτήριζαν υποτιμητικά «chick flicks», δηλαδή ταινίες για κοριτσάκια. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της αντρικής ανασφάλειας, η οποία υπαγόρευε ότι εάν βλέπαμε μια ρομαντική ταινία δεν είμαστε αρκετά μάγκες. Ε. λοιπόν, επειδή εγώ δεν υπήρξα ποτέ αρκετά μάγκας, γούσταρα να βλέπω το «Μια Βραδιά στο Νότινγκ Χιλ» ή το «Αγάπη Είναι...». Σαφώς είχα υπόψη πως αυτό που βλέπω είναι εν πολλοίς ένα ψέμα, αντιλαμβανόμουν πως δεν είναι έτσι οι αληθινές σχέσεις. Και αυτή η σκέψη βρισκόταν στο μυαλό μου όταν ξεκίνησα το «Monday». Ήθελα, από την άλλη, να χρησιμοποιήσω κάποια από τα κλισέ του είδους, όπως ότι τρέχει το αγόρι να προλάβει το κορίτσι στο αεροδρόμιο. Σε ένα τυπικό rom com αυτό θα ήταν το τέλος, όμως θέλησα να ανατρέψω κάπως τη σύμβαση, βάζοντας αυτή τη δράση στην αρχή της ταινίας μου. Η πρόθεση μου, πάντως, ήταν να γράψω μια ειλικρινή ιστορία αγάπης όπου δεν υπάρχει πρίγκιπας σε άσπρο άλογο.

Σχετικά Θέματα