Ανταπόκριση

Αποστολή στο Φεστιβάλ Βερολίνου 2020: Διαγωνιστικό τμήμα σε κρίση ταυτότητας και το ώριμο «Digger» του Τζώρτζη Γρηγοράκη

Από -

Στο ίδιο έργο θεατές για έκτη συνεχή μέρα εδώ στην Μπερλινάλε, όπου επιμένουν η βροχή και η ποιοτική στασιμότητα των ταινιών του διεθνούς διαγωνιστικού τμήματος. Μετά την ανάσα φρεσκάδας που έφερε το «First Cow» της Κέλι Ρέιχαρντ, οι επόμενες προβολές επιφύλασσαν μόλις μία -μικρή- ευχάριστη έκπληξη.

Αυτή οφείλεται στην αντισυμβατική κωμωδία «Delete History» των Μπενουά Ντελεπίν και Γκουστάβ Κερβέρν, η οποία έκανε το Παλάστ να ξεκαρδιστεί στα γέλια κατά τη διάρκεια της πρωινής δημοσιογραφικής προβολής. Ο τίτλος της ταινίας παραπέμπει στο ιστορικό των προγραμμάτων περιήγησης, γιατί το ίντερνετ γίνεται ο μεγαλύτερος εχθρός μιας παρέας από ονειροπόλους losers λίγο πριν τη μέση ηλικία. Το σκηνοθετικό δίδυμο σατιρίζει τον παραλογισμό μιας εποχής όπου η προσωπική ταυτότητα μετριέται σε data και οι άνθρωποι αποξενώνονται, τη στιγμή που η επικοινωνία έχει γίνει πιο εύκολη από ποτέ. Σαν άλλοι Δον Κιχώτες επιχειρούν να τα βάλουν με τους κολοσσούς του διαδικτύου σε μια εξαρχής καταδικασμένη απόπειρα, η οποία όμως προσφέρει αρκετές σουρεαλιστικές δόσεις weird χιούμορ, με σαφείς μελαγχολικούς τόνους. Παρόλα αυτά, όσο διασκεδαστικό κι αν ήταν το «Delete History», του λείπουν εκείνα τα συστατικά που θα του προσδώσουν μια πραγματικά ξεχωριστή και ολοκληρωμένη ταυτότητα η οποία να μπορεί να σταθεί στο χρόνο.



Πάντως, τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο συνήθης ύποπτος της Μπερλινάλε Κρίστιαν Πέτζολντ είναι ένα από τα φαβορί για τη Χρυσή Άρκτο. Το ρομαντικό δράμα «Undine» συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέσο όρο στις βαθμολογίες των κριτικών του έγκριτου «Screen Daily» (3.1/5), αν και πρόκειται για ένα στερεοτυπικό λαβ στόρι ενδεδυμένο με arthouse αισθητική. Στη γοητευτική αύρα της ταινίας συμβάλουν τα μέγιστα οι Πόλα Μπέερ και Φραντς Ρογκόφσκι, οι οποίοι τροφοδοτούν με χειροπιαστή ένταση κάθε σκηνή, αλλά οι ερμηνείες τους υποβαθμίζονται από τους ευχολοχώνευτους και διάχυτους συμβολισμούς του Γερμανού σκηνοθέτη.

Όσο για την «παλιά φρουρά» των σκηνοθετών του διαγωνιστικού, η απογοήτευση υπήρξε διπλή. Από τη μία, πολλαπλές αποχωρήσεις και ειρωνικό χειροκρότημα εισέπραξε το «Siberia» του Έιμπελ Φεράρα, ο οποίος συνεργάζεται για τρίτη σερί φορά με τον Γουίλεμ Νταφόε, εδώ ενσαρκώνοντας ένα είδος alter ego του σκηνοθέτη σε ταξίδι αυτογνωσίας. Η διαδρομή αυτή γίνεται με συνεχείς αναταράξεις, καθώς ο πλήρως ντεφορμέ Φεράρα κατασκευάζει μεν μια υποβλητική ατμόσφαιρα και προτείνει ορισμένες ενδιαφέρουσες ιδέες, στη συνέχεια όμως κάνει μια ασύντακτη συρραφή των φαντασιώσεών του. Από την άλλη βρίσκεται ο Φιλίπ Γκαρέλ, του οποίου το «Salt of Tears» μοιάζει με… επανέκδοση ταινίας των ‘60s. Αφορά τις ερωτικές περιπέτειες ενός ανεύθυνου μποέμ νέου, γυρισμένες με ένα όχι και τόσο νουβέλ (βαγκ) φορμά, με αποτέλεσμα το 25ο κεφάλαιο της φιλμογραφίας του Γάλλου auteur να δείχνει εντελώς ξεπερασμένο.

Στο ενδιάμεσο βρίσκεται το «All the Dead Ones» των Μάρκο Ντούτρα και Καετάνο Γκοτάρντο, μια αδιαπραγμάτευτα πολιτική ταινία από τη Βραζιλία, η οποία έρχεται σε μια εξαιρετικά δύσκολη χρονική στιγμή για το εθνικό σινεμά της χώρας. Η κυβέρνηση του ακροδεξιού Ζαΐρ Μπολσονάρο από τη στιγμή που ανέλαβε την εξουσία συμπεριφέρεται εχθρικά απέναντι στους Βραζιλιάνους κινηματογραφιστές, κόβωντας υπέρογκα ποσά για την ενίσχυση των παραγωγών και έμμεσα λογοκρίνοντας πολλές από τις ταινίες. Το τεταμένο κλίμα μετέφερε στη συνέντευξη τύπου η παραγωγός της ταινίας Σάρα Σιλβέιρα, η οποία με υψωμένη τη γροθιά της δήλωσε πως δεν πρόκειται να σταματήσουν ποτέ να αντιστέκονται στην καταπίεση που τους έχει επιβληθεί.

Η ταινία των Ντούτρα και Γκοτάρντο σίγουρα δε θα αρέσει στον Μπολσονάρο, καθώς ασκεί μια ολομέτωπη επίθεση στο ένοχο παρελθόν της Βραζιλίας. Το φιλμ αυτό συνίσταται από το συστημικό ρατσισμό, την τεράστια διαφορά μεταξύ των τάξεων και την οργανωμένη προσπάθεια να εξαλειφθεί η πολιτισμική ταυτότητα των ιθαγενών, αλλά και των Αφρικανών οι οποίοι ζούσαν ως σκλάβοι μέχρι την ανεξαρτητοποίηση το 1899. Τότε τοποθείται και η υπόθεση του «All the Dead Ones», η οποία περιστρέφεται γύρω από τη σχέση μιας οικογένειας μεγαλοαστών και της γυναίκας αφρικανικής καταγωγής που καλείται να τους βοηθήσει σε μια δύσκολη για εκείνους κατάσταση. Μακάρι αυτή να ήταν η ταινία που θα έφερνε (κινηματογραφική) επανάσταση, αντιθέτως όμως την προβολή της συνόδευσε αρκετή δυσφορία. Το θεατρικό στήσιμο, η επαναληπτικότητα των ιδεών, αλλά κυρίως το ελάχιστα διακριτικό διδακτικό ύφος της σκηνοθεσίας βαραίνουν το φιλμ, το οποίο φλυαρεί για να καταλήξει σε χιλιοειπωμένα συμπεράσματα.

Όλα αυτά προτού έρθει το βράδυ της πρεμιέρας του «Digger», της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Τζώρτζη Γρηγοράκη, η οποία προβλήθηκε στο πλαίσιο του Πανοράματος. Απροσδόκητα ώριμο το ύφος του, με στρωτή σκηνοθεσία και οξυδερκές χιούμορ, το «Digger» ενώνει στη μεγάλη οθόνη τους Βαγγέλη Μουρίκη και Αργύρη Πανταζάρα σε ρόλο πατέρα και γιου αντίστοιχα, οι οποίοι επανενώνονται μετά από χρόνια στην καρδιά ενός δάσους, όπου κατοικεί ολομόναχος ο χαρακτήρας του Μουρίκη. Στο φόντο οι προσπάθειες μιας ιδιωτικής εταιρείας να κάνει εξορύξεις στην περιοχή και ο διχασμός των ντόπιων ανάμεσα σε εκείνους που στηρίζουν και όσων είναι ενάντιοι στις κινήσεις της.

Τα πλάνα του Γρηγοράκη αναβλύζουν θαλπωρή, η κάμερα άλλοτε συγχρονίζεται με το θρόισμα των φύλλων κι άλλοτε στέκεται στα σκαμένα βλέμματα των δύο αντρών οι οποίοι τρώγονται με το πετσί τους, με τη χημεία των πρωταγωνιστών να είναι άρτια. Πλάι στις επιβλητικές εικόνες του αχανούς δάσους στέκονται εικόνες που μοιάζουν βγαλμένες από ένα μετα-αποκαλυπτικό μέλλον. Αγώνες μότοκρος γίνονται στο έδαφος που ξεχαρβάλωσαν οι εξορύξεις, με τις τελευταίες να απεικονίζονται ως η αφορμή μιας νέας εμφύλιας κόντρας, σε βάση περισσότερο υπαρξιακή παρά πολιτική. Η ματιά του Γρηγοράκη όμως, αποφεύγει να υπερτονίσει το κοινωνικό σχόλιο και στέκεται στους Μουρίκη - Πανταζάρα. Διογκώνει τα συναισθήματα και το άλγος που κουβαλούν, ακόμα και όταν γίνεται περισσότερο επεξηγηματικός ή χιουμοριστικός από όσο χρειάζεται, ως την τελική ευρηματική κορύφωση. Το «Digger» είναι ένα πολλά υποσχόμενο δείγμα γραφής από ένα νέο δημιουργό, ο οποίος ψηλαφεί τα συναισθήματα που αρνούμαστε να ομολογήσουμε.

Ευχαριστούμε την Aegean Airlines, η οποία πετάει απευθείας για Βερολίνο, για την πραγματοποίηση του ταξιδιού.

Σχετικά Θέματα