Θέμα

5 κινηματογραφικά αριστουργήματα παραγνωρισμένων σκηνοθέτιδων

Στο πλαίσιο του αφιερώματος μας με τίτλο «10 σκηνοθέτιδες που άλλαξαν το σινεμά και δεν τις ξέρετε», επιλέξαμε να αναφερθούμε σε ακόμα πέντε δημιουργούς οι οποίες παρότι γύρισαν μόλις μία ή ελάχιστες ταινίες στην καριέρα τους, κατάφεραν να πετύχουν με εκείνες ένα αδιάσπαστο αντίκτυπο στο σινεμά, όσο και εάν οι ίδιες έμειναν στην αφάνεια. Πρόκειται για σκηνοθέτιδες με ρηξικέλευθη κινηματογραφική ματιά, οι οποίες ωστόσο την περίοδο της ενεργούς δράσης τους είτε δυσκολεύτηκαν τρομερά να γυρίσουν φιλμ με τους δικούς τους όρους είτε δεν πρόλαβαν, όπως στις περιπτώσεις των Μπάρμπαρα Λόντεν και Καθλίν Κόλινς που πέθαναν όταν ήταν μόλις 48 και 46 ετών, αντίστοιχα. Επιπλέον, οι αφηγήσεις των ταινιών που ακολουθούν ηχούν ακόμα πιο δυνατά σήμερα, αποδεικνύοντας τόσο τη διαχρονικότητά τους όσο και τη διορατικότητα που επέδειξαν σε σχέση με την εποχή που έκαναν πρεμιέρα.

Μπάρμπαρα Λόντεν – «Wanda» (1970)

«Το να είσαι μια γυναικά αποτελεί ανεξερεύνητο πεδίο και ως προς αυτό είμαστε πρωτοπόροι κατά κάποιο τρόπο, καθώς τώρα ανακαλύπτουμε τι σημαίνει να είσαι γυναίκα». Με αυτά τα λόγια σχολίαζε η Μπάρμπαρα Λόντεν το θετικό αντίκτυπο του ντεμπούτου της, αφότου το «Wanda» βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας ως η καλύτερη ξένη ταινία (και μόνη αμερικάνικη στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα). Ήταν μια εν πολλοίς απροσδόκητη εξέλιξη, διότι η Λόντεν είχε ελάχιστη σκηνοθετική εμπειρία. Πέρασε τη δεκαετία του '60 ως ηθοποιός, σημειώνοντας χαρακτηριστικές συμμετοχές στις ταινίες του συζύγου της σκηνοθέτη Ελία Καζάν («Πυρετός στο Αίμα», «Wild River»), μέχρις ότου το βλέμμα της έπεσε τυχαία στην είδηση μιας εφημερίδας. Αφορούσε τη σαρκαστική αντίδραση μιας γυναίκας, η οποία στο άκουσμα της καταδίκης της σε 20 χρόνια φυλάκισης για συμμετοχή σε ληστεία, εκείνο που έκανε ήταν να ευχαριστήσει το δικαστή για την απόφασή του. Η Λόντεν έτσι εμπνεύστηκε το ημιαυτοβιογραφικό «Wanda», στο οποίο πρωταγωνιστεί η ίδια στο ρόλο μιας μοναχικής νοικοκυράς και εργάτριας που μια μέρα αποφασίζει να ξεφύγει από έναν καταπιεστικό και μονότονο γάμο, ακολουθώντας ενστικτωδώς έναν εγκληματία. Πέντε χρόνια προτού η Σαντάλ Άκερμαν απεικονίσει αριστουργηματικά την ασφυκτική κοινοτοπία των καθημερινών οικιακών τελετουργιών μιας κλεισμένης στο σπίτι γυναίκας («Jeanne Dielman, 23 Quai du Commerce, 1080 Bruxelles»), η Λόντεν εντρυφά στην αποξένωση της ηρωίδας της πρώτα από τον ίδιο τον εαυτό της και έπειτα από τους γύρω της, τοποθετώντας τη στο δημόσιο χώρο. Άγεται και φέρεται από πλανόδιους άντρες όντας αιχμάλωτη της απόγνωσής της, ζώντας σε μια αβεβαιότητα που μοιάζει ασφαλέστερη από την πρότερη ρουτίνα της. Η ματαιότητα που διέπει την αφήγηση της Λόντεν παραμένει ως το τέλος, με τη χειροποίητη κινηματογράφηση (φιλμ 16mm, πλάνα στο χέρι, πενιχρός προϋπολογισμός) απλώς να μεγεθύνει το ρεαλισμό και την αυθεντικότητα της ταινίας.

Μάρθα Κούλιτζ – «Not a Pretty Picture» (1976)

Μία από τις ταινίες που θα μπορούσαν να συνοδευτούν από trigger warning, το «Not a Pretty Picture» της Μάρθα Κούλιτζ αναβαθμίζει ένα προσωπικό τραύμα σε πολιτική υπόθεση με πρόθεση να αφυπνίσει παρά να προβοκάρει. Γιατί το σοκ είναι αναπόφευκτο σε μια ταινία όπου, με τη μορφή docufixion, αναπαρίσταται ο βιασμός της σκηνοθέτιδας όταν ήταν μαθήτρια Λυκείου, με τη συμμετοχή της ίδιας και επαγγελματιών ηθοποιών. Πιο συγκεκριμένα, η ταινία χωρίζεται σε δύο μέρη: τη μυθοπλασία όπου παρακολουθούμε τα γεγονότα της τραγικής βραδιάς και το μετα-αφηγηματικό κομμάτι, όπου η Κούλιτζ σκηνοθετεί τους ηθοποιούς την ώρα που αναπλάθουν τη σεξουαλική επίθεση, διακόπτοντάς τους κάθε φορά για να συζητήσουν τις πράξεις τους. Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό από κάθε άποψη φιλμ, το οποίο από τη μία αποκαθηλώνει την κουλτούρα του βιασμού κι από την άλλη, σέβεται απεριόριστα όσους έχουν επιβιώσει από αντίστοιχες επιθέσεις. Είναι χαρακτηριστικό πως όλοι οι συντελεστές μοιράζονται τις σκέψεις τους γύρω από το πραγματικό γεγονός, σχολιάζουν τις ερμηνείες αλλά και τις κινήσεις τους ώστε να μην πληγωθεί ψυχοσωματικά κανείς, δημιουργώντας έτσι έναν αληθινά ασφαλή χώρο για όλα τα εμπλεκόμενα άτομα. Αποτελεί επίσης επίτευγμα το ότι η Κούλιτζ προστατεύει την ουσία του θαρραλέου φιλμ της, το οποίο μέχρι σήμερα παραμένει αφοπλιστικό, αμίμητο και οδυνηρά επίκαιρο.

Κλόντια Γουέιλ – «Οι Δύο Φίλες» (1978)

Πολύ αγαπημένη ταινία του «α», οι «Δύο Φίλες» της Κλόντια Γουέιλ ήταν η μία από τις συνολικά μόλις δύο που γύρισε ποτέ η Αμερικανίδα. Μετά την τελευταία κινηματογραφική δουλειά της, την κομεντί «It's My Turn» (1980) με τον Μάικλ Ντάγκλας, η Γουέιλ αποφάσισε να αφοσιωθεί στην τηλεόραση και στο θέατρο, αφού έμαθε πως ο βετεράνος παραγωγός Ρέι Σταρκ είχε προσλάβει μυστικά άλλο μοντέρ γα να «κόψει» στα μέτρα του την ταινία. Ήταν το αποκορύφωμα μιας σειράς κινήσεων που υπονόμευαν (και υποτιμούσαν) τη σκηνοθέτιδα, έτσι η Γουέιλ αποχαιρέτισε τη μεγάλη οθόνη προτιμώντας -σωστά- την αξιοπρέπειά της. Πρόλαβε, ωστόσο, να παραδώσει ένα φιλμ που δεκαετίες μετά θα απηχούταν σε ταινίες όπως τα «Frances Ha» (Νόα Μπάουμπακ, 2013) και «Lady Bird» (Γκρέτα Γκέργουιγκ, 2017), όπως επίσης διάσημες σειρές σαν το «Sex and the City» και το «Girls». Πολύ απλά, εκείνο που κατάφερε η Γουέιλ ήταν να αποτυπώσει με αβίαστη ειλικρίνεια τις υπαρξιακές αναζητήσεις δύο κολλητών φίλων, οι οποίες πασχίζουν να βρουν τη θέση τους σε μια αχανή μεγαλούπολη. Παράλληλα, καλούνται να διαχειριστούν ή να απορρίψουν τους αντιφατικούς κοινωνικούς ρόλους στους οποίους καλούνται να ανταποκριθούν, φέρνοντας ένα γλυκόπικρο τόνο σε μια καλόκαρδη, τρυφερή και δυσεύρετα αληθινή ιστορία.

Καθλίν Κόλινς – «Losing Ground» (1982)

Εάν κάποιος είχε κάτι να πει για τα εμπόδια που συναντά μια γυναίκα ώστε να γυρίσει ταινίες, αυτή ήταν η Καθλίν Κόλινς η οποία δήλωνε στα '80s χαρακτηριστικά: «Κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να δώσει χρήματα σε μια μαύρη γυναίκα για να σκηνοθετήσει ταινία. Ήταν η πιο αποκαρδιωτική περίοδος της ζωής μου». Όχι μόνο αυτό, αλλά κι αφού κατάφερε να ολοκληρώσει τη μοναδική ταινία της, το εξαίσιο «Losing Ground», ακολούθησε το πρόβλημα της διανομής. Οι κινηματογράφοι σε ΗΠΑ και Ευρώπη ήταν διστακτικοί να αγοράσουν την ταινία, γιατί δεν απεικόνιζε μια συνηθισμένη ιστορία της αμερικανικής «μαύρης κοινότητας» ή του γκέτο, έτσι αδυνατούσαν να φανταστούν σε ποιο κοινό θα έβρισκε ανταπόκριση. Είναι ενδεικτικό δε πως το φιλμ κυκλοφόρησε κανονικά μετά από 33 ολόκληρα χρόνια, χάρη κυρίως στις προσπάθειες της κόρης της σκηνοθέτιδας Νίνα Κόλινς. Πρόκειται για μια κατάφωρη αδικία, καθώς το «Losing Ground» είναι μια από τις πρώτες ταινίες γυρισμένες από Αφροαμερικανίδες, εκτός του ότι αποτελεί ένα σπουδαίο δείγμα κινηματογραφικής γραφής. Η Κόλινς δε βρίσκεται μόνο πίσω από την κάμερα αλλά και μπροστά, κρατώντας το ρόλο μιας ταλαντούχας καθηγήτριας πανεπιστημίου, η οποία σταδιακά απομακρύνεται συναισθηματικά από τον καλλιτέχνη και εν μέρει καταπιεστικό σύζυγό της. Η κινηματογραφικά ασυνήθιστη δυναμική του ζευγαριού που βρίσκεται στον πυρήνα της αφήγησης, η οποία θέλει την πρωταγωνίστρια χειραφετημένη και τον άντρα της εξαρτημένο από εκείνη, είναι μία από τις πολλαπλές συμβάσεις που καταρρίπτει το «Losing Ground». Όπως ακόμα, η απεικόνιση μιας θελκτικής Αφροαμερικανής διανοουμένης, η οποία σταδιακά απολαμβάνει τον ερωτισμό που εκπέμπει και μαθαίνει πώς να απενοχοποιεί τα νέα πεδία αισθημάτων που ανακαλύπτει εντός της. Στο ενδιάμεσο η Κόλινς θίγει προβληματικές όπως τους συμβιβασμούς μιας μονογαμικής σχέσεις, την ανάγκη για διαρκές σμίλευμα της προσωπικότητας και την ανεξαρτησία, μέσα από μακροσκελείς διαλόγους και ιντερλούδια μαγικού ρεαλισμού. Λογικό, λοιπόν, λίγοι τη δεκαετία του '80 να εκτιμούν όσα πολύτιμα η Κόλινς είχε να πει.

Μπέτι Γκόρντον – «Variety» (1983)

Ύστερα από ένα σερί αντισυμβατικών ταινιών μικρού μήκους που αναζητούσαν εναλλακτικούς τρόπους αναπαράστασης των γυναικών στο σινεμά, με σημαντικότερη το «Empty Suitcases» (1980), η Μπέτι Γκόρντον θα κατάφερνε μια ριζοσπαστική κινηματογραφική τομή με το ντεμπούτο της «Variety», σε σενάριο της εμβληματικής συγγραφέως Κάθι Άκερ («Blood and guts in high school»). Ένα πολυσύνθετο, μεθυστικά υποβλητικό και δυναμικό φιλμ που αποδομεί την κυριαρχία του ανδρικού βλέμματος («male gaze»), το «Variety» μιλά για τη γυναικεία σεξουαλικότητα με χαρακτηριστική πρωτοτυπία, η οποία εύλογα δίχασε τους θεατές τότε. Η υπόθεση αφορά μια άνεργη νεαρή γοητευτική γυναίκα (Σάντι ΜακΛέοντ), η οποία πιάνει δουλειά ως ταμίας σε κινηματογράφο ερωτικών ταινιών. Σύντομα η περιέργειά της τη δελεάζει να παρακολουθήσει μία από αυτές, με αποτέλεσμα να αφυπνιστεί η σεξουαλικότητά της και να πάθει μία τύποις εμμονή με το πορνό. Το πλαίσιο της πλοκής στα χέρια οποιοδήποτε άλλου θα ενέπιπτε στη μικροπρέπεια, όμως οι Γκόρντον - Άκερ χειρίζονται με ουσιαστική γνώση το υλικό τους. Από τη μία παρουσιάζεται η ανδρική αυτοπεποίθηση ως μια αυταπάτη, με την παρουσία και μόνο της ΜακΛέοντ τόσο στο box office όσο και σε κάθε άλλο χώρο γεμάτο άντρες να τούς αφοπλίζει, δίνοντας άτυπα το ρόλο του κυρίαρχου σε εκείνη. Έπειτα, σκιαγραφούνται τα πολλαπλά πρίσματα της σεξουαλικότητας, εν προκειμένω φυσικά της ηρωίδας, τα οποία αντιτίθενται στην απλοϊκότητα με την οποία έως τότε αντιμετωπίζονταν κοινωνικά. Όσες ερωτικές ικανοποιήσεις βιώνει η πρωταγωνίστρια δεν είναι αποκλειστικά σαρκικές, ενώ ο σύντροφός της αγνοεί πλήρως οτιδήποτε μη ετεροκανονικό του αναφέρει εκείνη. Βέβαια, η Γκόρντον δεν υποκρίνεται πως γνωρίζει όλες τις απαντήσεις. Συχνά, η αφήγησή της διακόπτεται, απροσδόκητα πλην οργανικά, από ενδοσκοπικές σεκάνς όπου η ηρωίδα περιφέρεται στην πόλη εν είδη αναστοχασμού, με το αμφίσημο φινάλε να συμπληρώνει τον συναισθηματικό άβυσσό της και το δισεπίλυτο μυστήριο που εκπέμπει η γυναικεία σεξουαλικότητα.

ΤΟΠΟ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ!

Σχετικά Θέματα