Θέμα

30 χρόνια «Goodfellas»: Τα υπερηχητικά «Καλά Παιδιά» του Μάρτιν Σκορσέζε σαρώνουν ακόμα

Όταν πριν από ένα χρόνο κυκλοφορούσε στους κινηματογράφους ο «Ιρλανδός», οι συζητήσεις για το γκανγκστερικό έπος του Μάρτιν Σκορσέζε σύντομα περιστράφηκαν γύρω από ένα συγκεκριμένο δίλημμα: ήταν ή όχι καλύτερη ταινία από τα «Καλά Παιδιά»;

Αφού πρώτα σημειώσουμε πως είναι μάλλον άδικη η υποτίμηση του επίσης γκανγκστερικού «Καζίνο» (1995), την αμέσως προηγούμενη φορά που ο Σκορσέζε ένωσε κινηματογραφικά τους Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Τζο Πέσι, κι εν συνεχεία θυμίσουμε πως στο «α» ο «Ιρλανδός» βρίσκεται μία θέση ψηλότερα από τα «Καλά Παιδιά» στην κατάταξη με τις καλύτερες ταινίες του Σκορσέζε, ας θυμηθούμε πώς ο κορυφαίος σκηνοθέτης κατάφερε να δημιουργήσει το απόλυτο μεταμοντέρνο μαφιόζικο φιλμ πριν από 30 χρόνια.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ο Σκορσέζε αποκτά μια κόπια του «Wiseguy», ενός μυθιστορήματος του δημοσιογράφου Νίκολας Πιλέτζι, προτού αυτό βρεθεί στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Στις σελίδες του ο συγγραφέας καταγράφει όσα του εξομολογήθηκε ο Χένρι Χιλ, ένας ιρλανδοϊταλικής καταγωγής πρώην γκάνγκστερ, ο οποίος είδε τη ζωή του να εκτοξεύεται από τις φτωχές γειτονιές της Νέας Υόρκης στις υψηλές βαθμίδες της τοπικής και πανίσχυρης μαφίας. Ο σκηνοθέτης διαβάζοντας το «Wiseguy» βρήκε το υλικό που ταίριαζε απόλυτα στο σύμπαν των καταραμένων κινηματογραφικών ηρώων του, ενώ ταυτόχρονα αποτελούσε μια έμμεση ιστορία της μεταπολεμικής Αμερικής «από τα κάτω».

Διότι στα «Καλά Παιδιά» («Goodfellas»), όπως τελικά μεταφέρθηκε το μυθιστόρημα στο σινεμά, η υπόθεση δεν αφορά τις κόντρες της μαφιόζικης ηγεσίας («Ο Νονός») ή τη μανία ενός γκάνγκστερ («Ο Σημαδεμένος»), αλλά μέλη της εργατικής τάξης που διεκδικούν όχι απλά ένα μερίδιο, αλλά ολόκληρη την εξουσία. Μάλιστα, τον Σκορσέζε συνεπήρε τόσο το βιβλίο ώστε αποφάσισε να γράψει ο ίδιος το σενάριο, κάτι που σπανίως έχει κάνει συνολικά στην καριέρα του. Για αυτό θέλησε να συνεργαστεί με τον Πιλέτζι στη συγγραφή, ώστε να διατηρηθεί μια ισορροπία μεταξύ της κινηματογραφικής και της λογοτεχνικής σκοπιάς του πρωτότυπου υλικού. Το αποτέλεσμα κρίνεται επιτυχημένο, εάν λάβουμε υπόψη την οσκαρική υποψηφιότητα του διασκευασμένου σεναρίου, μία από τις έξι συνολικά που έλαβαν τα «Καλά Παιδιά» (καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, β' γυναικείου ρόλου, μοντάζ), για να επικρατήσουν μόνο στην κατηγορία β' αντρικού ρόλου χάρη στον υπερηχητικό Τζο Πέσι.

Ο Πέσι ενσαρκώνει τον Τόμι ΝτεΒίτο έναν από τους συνοδοιπόρους του Χένρι Χιλ (Ρέι Λιότα), τους οποίους συμπληρώνουν οι «σύντροφοί» του Τζίμι Κόνγουεϊ (Ρόμπερτ Ντε Νίρο), το αφεντικό Πολ Σίσερο (Πολ Σορβίνο) και η σύζυγός του Κάρεν Χιλ (Λορέιν Μπράκο). Στην κοινή πορεία τους αναπτύσσουν μια στενή σχέση που ξεπερνά τα όρια των «επαγγελματικών» δραστηριοτήτων τους, σε σημείο που να εκλαμβάνουν ο ένας τον άλλο ως οικογένεια. Οικειότητα που δεν επιδρά παρά σα ψευδαίσθηση, καθώς κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο στη μαφιόζικη πραγματικότητα.

Η αυταπάτη της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης αντανακλάται περίφημα στη διάσημη σκηνή του εστιατορίου, εκεί όπου ο Πέσι, σε μια στιγμή αριστουργηματικού αυτοσχεδιασμού, αλλάζει αιφνιδίως τη διάθεσή του όταν ο Λιότα ξεκαρδισμένος του λέει πως είναι αστείος. Η ευφορία που τράνταζε το τραπέζι εξανεμίζεται καθώς ο Πέσι μετατρέπεται στον πιο τρομακτικό άντρα στο δωμάτιο, ρωτώντας τον επανειλημμένα «σε διασκεδάζω;» Η κάμερα που μέχρι εκείνο το σημείο της ταινίας κινούνταν σαν ηλεκτρισμένη, μένει στατική και στο ίδιο ύψος με τους ηθοποιούς, σαν ο θεατής να βρίσκεται ανάμεσα στους γκάνγκστερ. Έτσι ο φόβος γίνεται διαπεραστικός, μαζί με εκείνο των κατά τα άλλα σκληροτράχηλων παρευρισκόμενων, οι οποίοι τοποθετούνται άριστα μέσα στο κάδρο ώστε να φανεί η απότομη μεταστροφή των μορφασμών τους. Όλα αυτά μέχρις ότου η ένταση λήξει η αγωνία πνιγμένη από το βόμβο φρέσκων γέλιων ανακούφισης, μεταξύ των οποίων του ίδιου του Σκορσέζε, ο οποίος δεν περίμενε να εξελιχθεί έτσι μια σκηνή που αυτομάτως έγινε κλασική. Μέσα από αυτήν προκύπτει και το μείζον θέμα των «Καλών Παιδιών», που δεν είναι άλλο από την πνιγηρή αρρενωπότητα και της επιβολής της μέσω του φερσίματος του σώματος. Στην προαναφερθείσα σκηνή για παράδειγμα, ο αντικειμενικά μικρόσωμος Πέσι δε χρειάζεται καν να σηκωθεί από την καρέκλα για να τρομοκρατήσει ολόκληρο το μπαρ. Εκείνο που τον καθιστά αυθεντικά απειλητικό είναι η βεβαιότητα πως μπορεί να γίνει ανά πάσα στιγμή εκρηκτικά επιθετικός προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, κάτι που αποδεικνύεται στο πέρας της δράσης.

Ωστόσο ο Σκορσέζε ενώ στο πρώτο ξεσηκωτικό μισό της αφήγησής του απεικονίζει τη βίαιη ανεμελιά των πρωταγωνιστών φτάνει στα όρια του ρομαντισμού, όπως και τον κυνισμό με τον οποίο αντιμετωπίζουν την εγκληματική δράση τους, στη συνέχεια φροντίζει να αναδείξει τη στρέβλωση που υπάρχει βαθιά στη συνείδησή τους. Όσο cool μπορεί να φαίνονται οι άντρες στην ταινία, την ίδια ώρα αποδεικνύονται κραυγαλέα νοσηροί, με χαρακτηριστική τη σεκάνς όπου ο Χιλ ξεπερνά τα όρια διαπράττοντας ύβρη. Πρόκειται για την ενότητα όπου η παράνοια της κοκαΐνης συναντά τις πιεστικές οικογενειακές υποχρεώσεις, τη μανία της καταδίωξης και την πραγμάτωση μιας κομπίνας, όλα μαζί ταυτόχρονα. Στον αντίποδα υπάρχει ο χαρακτήρας της Μπράκο, τον οποίο γνωρίζουμε όταν με μια φαινομενικά απλή κίνηση της κάμερας ο Σκορσέζε μετατοπίζει την οπτική γωνία από εκείνη του Χιλ σε αυτή της συζύγου του. Για πρώτη φορά στο γκανγκστερικό σινεμά παρακολουθούμε τη δράση από την οπτική γωνία μιας γυναίκας εντός του κυκλώματος, η οποία μάλιστα βιώνει τις πιο ριζικές μεταβολές από όλους. Ξεκινά ως παρείσακτη στον κόσμο της μαφίας για να γίνει κομβικός παράγοντας στα σχέδιά τους, ενώ παράλληλα αρνείται να συμμορφωθεί με τους παραλογισμούς του Χιλ και άρα να γίνει θύμα. Επιπλέον η Μπράκο, παρότι δεν της δίνεται πολύς κινηματογραφικός χρόνος, πετυχαίνει την πιο ολοκληρωμένη ερμηνεία στα «Καλά Παιδιά».

Βέβαια, εκείνα που κάνουν πραγματικά σπουδαία την ταινία του Σκορσέζε είναι όλα όσα μένουν άρρητα και είδαμε σε πρώτο πλάνο τον «Ιρλανδό». Δηλαδή το χειροπιαστό κόστος μιας ζωής σύμφυτης με την ανηθικότητα, το αβάσταχτο βάρος της ενοχής – διαχρονική έννοια στη σκορσεζική φιλμογραφία και τη ματαιότητα που συνοδεύει τις προσπάθειες να δημιουργηθεί μια κάλπικη ουτοπία, όταν είναι αδύνατο να αποτραπεί το αναπόφευκτο.

Σχετικά Θέματα

Δείτε τον Μάρτιν Σκορσέζε να σκηνοθετεί τον «Ιρλανδό» (βίντεο)

27/11/2020

Δείτε τον Μάρτιν Σκορσέζε να σκηνοθετεί τον «Ιρλανδό» (βίντεο)

Κυκλοφόρησε το making off βίντεο από τα γυρίσματα του γκανγκστερικού έπους με τους Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Αλ Πατσίνο και Τζο Πέσι.

5+1 πράγματα που δεν ξέρατε για τον σκορσεζικό «Λύκο της Wall Street»

17/11/2020

5+1 πράγματα που δεν ξέρατε για τον σκορσεζικό «Λύκο της Wall Street»

Η βραβευμένη ταινία του σπουδαίου σκηνοθέτη προβάλλεται στη μικρή οθόνη και αυτά είναι όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε για εκείνη.

Ο Μάρτιν Σκορσέζε, ο Άρι Άστερ κι η αγάπη τους για το σινεμά (βίντεο)

16/11/2020

Ο Μάρτιν Σκορσέζε, ο Άρι Άστερ κι η αγάπη τους για το σινεμά (βίντεο)

Οι δύο σκηνοθέτες συζητούν για τα χαμένα διαμάντια του κινηματογράφου σε ένα απολαυστικό κλιπ αβίαστης σινεφιλίας.

«Ο Ιρλανδός»: Το αριστουργηματικό γκανγκστερικό ρέκβιεμ του Μάρτιν Σκορσέζε

21/11/2019

«Ο Ιρλανδός»: Το αριστουργηματικό γκανγκστερικό ρέκβιεμ του Μάρτιν Σκορσέζε

Κομψοτέχνημα που διευρύνει την γκάμα των gangster movies και συγκινητικός κινηματογραφικός αποχαιρετισμός, ο «Ιρλανδός» βρίσκει τους Ρόμπερτ ντε Νίρο, Τζο Πέσι και Αλ Πατσίνο να συμπρωταγωνιστούν για πρώτη φορά σε ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε.

O Σκορτσέζε από το Α ως το Ω: Όλες οι ταινίες του σε αξιολογική σειρά

05/01/2017

O Σκορτσέζε από το Α ως το Ω: Όλες οι ταινίες του σε αξιολογική σειρά

Φτιάξαμε το απόλυτο σκορσεζικό αλφάβητο βάζοντας σε αξιολογική σειρά, από την καλύτερη στη χειρότερη, τις 25 ταινίες μυθοπλασίας που έχει γυρίσει μέχρι σήμερα ο αγαπημένος μας Μάρτιν.