Κριτική

’71

Από -

Στο ταραγμένο Μπέλφαστ του 1971 ένας νεαρός Βρετανός στρατιώτης βρίσκεται άοπλος και αποκλεισμένος στην καθολική, ελεγχόμενη από τον IRA περιοχή της πόλης. Καταδιωκόμενος από τους Ιρλανδούς μαχητές, προσπαθεί να επιστρέψει στη μονάδα του. Απίστευτης έντασης και αγωνίας περιπετειώδες θρίλερ, το οποίο συνδυάζει αριστοτεχνικά την καταιγιστική δράση με το ιστορικοπολιτικό σχόλιο.

banner

Λίγους μήνες πριν από τα γεγονότα του Ιανουαρίου του 1972 στο Ντέρι, τα οποία αναβίωσε γλαφυρά­ η «Ματωμένη Κυριακή» του Πολ Γκρίνγκρας, ο ορφανός τινέιτζερ Γκάρι Χουκ κατατάσσεται στο βρετανικό στρατό και αποστέλλεται στο Μπέλφαστ που κοχλάζει από τις βίαιες συγκρούσεις. Κιόλας στην πρώτη του αποστολή, μια έρευνα στο σπίτι ενός πιθανού συνεργάτη των εθνικιστών, θα γίνει μάρτυρας μιας έντονης αντιπαράθεσης της διμοιρίας του με τους οργισμένους πολίτες, η οποία θα καταλήξει στην αποκοπή του ίδιου κι ενός συναδέλφου του από την υπόλοιπη βρετανική ομάδα. Όταν ο τελευταίος δολοφονηθεί μπροστά του, ο άοπλος Χουκ θα τραπεί σε φυγή, με τους ανθρώπους του IRA στο κατόπι του.

Ο πρωτοεμφανιζόμενος Γάλλος, μεγαλωμένος στο Λονδίνο, Γιαν Ντεμάνζ εξιστορεί την ιλιγγιώδη κούρσα επιβίωσης του νεαρού ήρωά του πατώντας εξαρχής τέρμα το γκάζι. Η ταινία του, όπως και ο ασθμαίνων Γκάρι, δεν παίρνει μέχρι τέλους ανάσα, καθώς η καθολική συνοικία της βορειοϊρλανδικής πρωτεύουσας αναδεικνύεται σε τεράστια παγίδα θανάτου για έναν Βρετανό στρατιώτη – ορκισμένο εχθρό των πάντων. Οι τελευταίοι τον αναζητούν σε κάθε πιθανό και απίθανο καταφύγιο, εκείνος προσπαθεί να βρει μέσα στη νύχτα οδό διαφυγής προς τη φιλική στους Βρετανούς προτεσταντική συνοικία και το «’71» περιγράφει αυτό το μοιραίο παιχνίδι γάτας και ποντικού με την αφηγηματική δεξιοτεχνία της πλέον αγωνιώδους χολιγουντιανής ταινίας δράσης.

Ο 37χρονος Ντεμάνζ καταφέρνει όμως πολύ περισσότερα από το να μας συστηθεί απλώς με ένα εντυπωσιακό σκηνοθετικό show off. Καθώς ο Γκάρι Χουκ αναζητά το δρόμο της επιστροφής στο «σπίτι», η κάθε κίνηση και συνάντησή του –με διώκτες, πιθανούς συνεργάτες, πράκτορες ή απλούς κατοίκους– τον σπρώχνει βαθύτερα σε έναν αναπόδραστο νυχτερινό λαβύρινθο. Κάθε βήμα προς το φως (αρχικά καθησυχαστικό) γίνεται κι ένα άλμα στην καρδιά του σκοταδιού (ακόμη μία μεγαλύτερη απειλή εμφανίζεται).

Με μια χιτσκοκική τεχνική και μια σοφή σημειολογία της εκκρεμότητας, η πόλη ζωντανεύει σαν ένα δαιδαλώδες αδιέξοδο γεμάτο πόρτες, δρομάκια, σκάλες, κλειστά δωμάτια και διαδρόμους. Και όχι μόνο σε «φυσικό» επίπεδο, αφού και οι προθέσεις όλων των εμπλεκομένων κινούνται επίσης στο ημίφως, με τους φίλους να αποδεικνύονται εχθροί και αντίστροφα – ένας κόσμος με κρυφή ατζέντα και θολή πολιτική, επιπλέον ένας λαβύρινθος. Ο μεγαλύτερος όλων όμως δεν είναι παρά αυτός στον οποίο έχει παγιδευτεί η ίδια η Ιρλανδία, κάθε κίνηση της οποίας προς την εθνική ανεξαρτησία ή συμφιλίωση καταλήγει σε άλλον έναν κύκλο αίματος, οδυνηρότερο από τον προηγούμενο. Χωρίς να μετατρέπει όλα αυτά σε διδακτική αλληγορία, το βραβευμένο με Χρυσή Αθηνά στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας «’71» εκπλήσσει με την κινηματογραφική ωριμότητά του, αποτελώντας ένα από τα εντυπωσιακότερα σκηνοθετικά ντεμπούτα των τελευταίων χρόνων.

Μ. Βρετανία. 2014. Διάρκεια: 99΄. Διανομή: ΣΠΕΝΤΖΟΣ FILM, SEVEN FILMS.

banner

Σχετικά Θέματα