Τρεις ταινίες του 62ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης που δε θα ξεχάσουμε σύντομα

Λίγο πριν τη λήξη της διοργάνωσης σχολιάζουμε τολμηρά φιλμ διαφορετικών εποχών, είδους και ύφους που θα βάλουμε στις αποσκευές της επιστροφής.

Τρεις ταινίες του 62ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης που δε θα ξεχάσουμε σύντομα

Κάθε χρόνο, η παρακολούθηση ενός φεστιβάλ εξελίσσεται σα μια εθιστική σπαζοκεφαλιά. Ο ανυπόμονος ενθουσιασμός της αρχής, όταν δηλαδή ανακοινώνονται όλες οι προβολές, σταδιακά δίνει τη θέση του σε μια διασκεδαστική πίεση, όταν πια έχεις καταλήξει σε ποιες ταινίες θα πας, αλλά συνειδητοποιείς ποιες άλλες χάνεις. Πόσο μάλλον σε ένα φεστιβάλ του μεγέθους της Θεσσαλονίκης όπου πραγματικά, το αυστηρά σινεφιλικό πρόβλημα του «τι να πρωτοδείς» παίρνει σάρκα και οστά χάρη στα τόσα πολλά υποσχόμενα τμήματα, αφιερώματα και ειδικές προβολές του προγράμματος. Ακόμα περισσότερο, τη στιγμή που επιστρέψαμε στις αίθουσες του φθινοπωρινού φεστιβάλ μετά από δύο χρόνια και δύο καραντίνες. Για κάποιους, μάλιστα, τόσος ήταν και ο καιρός που είχαν να βρεθούν στη σκοτεινή αίθουσα. Όπως μου εκμυστηρεύτηκε μια φίλη, αυτή ακριβώς η απουσία τη βοήθησε στο πώς να βάλει προτεραιότητες στις επιλογές της. Το σκεπτικό της ήταν απλό: θα δω τις ταινίες που αγαπώ, αλλά δεν έχω δει ποτέ σε μεγάλη οθόνη. Έτσι, το πολυθρύλητο «Δοξόμπους» (Φώτος Λαμπρινός, 1988) και το διαχρονικά αριστουργηματικό «Σολάρις» (Αντρέι Ταρκόφσκι, 1971) βρέθηκαν δίπλα-δίπλα στην ατζέντα της.

Προσωπικά, από την άλλη, κάθε φορά προσπαθώ να διατηρώ ισορροπίες. Πολύ απλά, βλέποντας όσα περισσότερα φιλμ από όσο πιο διαφορετικές μεταξύ τους ενότητες μπορώ. Φυσικά, εννοείται με έμφαση στις δια ζώσης προβολές, παρότι ομολογώ πως ήδη «τρώγομαι» με όσα δε θα προλάβω να δω στην πλατφόρμα. Βέβαια, χάρη σε αυτές τις «απώλειες» σμιλεύεται, τελικά, και το πώς βιώνεται από τον καθένα η διοργάνωση. Στις αποσκευές της επιστροφής θα έχουν όλοι το «δικό τους» φεστιβάλ, με τα λάθη και τις συγκινήσεις που συντρόφευσαν τις επιλογές τους.

Για το γράφοντα λοιπόν, για να περάσουμε και στην ουσία του κειμένου, εκτός από τις δύο ταινίες που σχολιάστηκαν στην προηγούμενη ανταπόκριση, οι τρεις που ακολουθούν είναι εκείνες που θα μείνουν αξέχαστες αλλά επίσης, είναι ένα ενδεικτικό δείγμα ταινιών που αποτυπώνουν το χαρακτήρα του θεσμού.

«Τι Βλέπουμε Όταν Κοιτάμε τον Ουρανό;» (Αλεξάντρε Κομπερίτζε)

Τρεις ταινίες του 62ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης που δε θα ξεχάσουμε σύντομα - εικόνα 1

Εάν θέλουμε να μιλάμε για ευχάριστες εκπλήξεις του φεστιβάλ, η δεύτερη ταινία του Γεωργιανού Αλεξάντερ Κομπερίτζε αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητα τρανό παράδειγμα. Σε διάρκεια δυόμιση ωρών (η προηγούμενη δουλειά του σκηνοθέτη «Let The Summer Never Come Again» ήταν σχεδόν τρεισήμισι) γινόμαστε μάρτυρες ενός καλόκαρδου και κατάφορα ρομαντικού κινηματογραφικού ποιήματος, το οποίο επιδεικνύει μεθυστικές εικαστικές και αφηγηματικές αρετές. Με σαφές ύφος παραμυθιού, η ταινία αφορά μια φαρμακοποιό και έναν ποδοσφαιριστή, οι οποίοι συναντιούνται τυχαία και ερωτεύονται κεραυνοβόλα. Δίνουν ραντεβού την επόμενη μέρα, ωστόσο το ίδιο βράδυ συμβαίνει κάτι παράδοξο: λόγω μιας κατάρας αλλάζουν πρόσωπο και έτσι, είναι αδύνατον να αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλο. Αυτό το γλυκό twist είναι ένα από τα πολλά στοιχεία φαντασίας που συνθέτουν το μαγικό ρεαλισμό του φιλμ. Οι απροσδόκητες στιγμές λυρισμού που παρεισφρέουν στην αφήγηση δίνουν τον τόνο καθώς χωρίζεται βίαια το ζευγάρι, αλλά τότε η προσοχή κατευθύνεται σε εκείνο που πραγματικά αφορά τον Κομπερίτζε: οι λαϊκές τελετουργίες και οι σχέσεις των απλών ανθρώπων, οι οποίοι μοιράζονται ιδιοτροπίες και συναισθήματα πάνω από μια μπύρα, έναν καφέ ή μια… μπάλα. Το πιο απολαυστικό κομμάτι του φιλμ αφορά το ποδόσφαιρο, συγκεκριμένα το πώς μαγνητίζει τη φαντασία πιτσιρικάδων στην αλάνα και ενηλίκων στα παραδοσιακά καφενεία, αλλά ακόμα και τα σκυλιά-οπαδούς(!) της γειτονιάς. Εάν εξαιρεθούν οι στιγμές φλυαρίας και μιας κάποιας αυταρέσκειας (ο Κομπερίτζε το παρακάνει ενίοτε με τα σκηνοθετικά παιχνίδισματα), το «Τι Βλέπουμε Όταν…» αποτελεί μια από τις ομορφότερες ταινίες που έχουμε δει τελευταία. Ενώ, επιπλέον, είναι καθησυχαστικό να γνωρίζουμε πως υπάρχουν ακόμα δημιουργοί που διακρίνουν και αποθεώνουν την αφανή αρμονία της αναπόφευκτης καθημερινής ρουτίνας.

«Σαλός Θεός» (Φιλ Τίπετ)

Τρεις ταινίες του 62ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης που δε θα ξεχάσουμε σύντομα - εικόνα 2

Πάνω από 30 χρόνια χρειάστηκαν για το διπλά οσκαρικό Φιλ Τίπετ («Ο Πόλεμος των Άστρων: Η Επιστροφή των Τζεντάι», «Jurassic Park») ώστε να καταφέρει να ολοκληρώσει το «Σαλό Θεό», ένα εικονοκλαστικό stop-motion δίχως αντίστοιχο. Δυσερμήνευτο και χωρίς εύκολες αναγνώσεις, το δίχως διαλόγους animation βρίσκεται στο σταυροδρόμι του πειραματικού σινεμά και του δυστοπικού sci-fi, αγνοώντας τις συνήθεις συμβάσεις. Ο κόσμος που απεικονίζει θυμίζει φριχτό εφιάλτη steampunk και ‘80s gore αποχρώσεων, στον οποίο ένας μυστηριώδης άντρας φτάνει στα ερείπια μιας σαπισμένης πόλης για να περιπλανηθεί στους λαβυρίνθους της. Μόνοι κάτοικοι, κάποια φρικώδη πλάσματα αγνώστου προελεύσεως και ένας μόνιμος στοιχειωτικός τρόμος. Εάν υπήρχε η διάθεση από τον Τίπετ να γράψει ένα ελάχιστα σαφέστερο σενάριο, θα μιλάγαμε για ένα μικρό αριστούργημα. Ο «Σαλός Θεός» όμως παραμένει ένας σπάνιος άθλος, ο οποίος -για να επιχειρήσουμε μια παράτολμη ερμηνεία- λειτουργεί ως μια γκροτέσκα αντανάκλαση του σύγχρονου κόσμου. Όπου οι γραμμές παραγωγής όχι απλώς δε σταματούν ποτέ, αλλά γίνονται τα μέσα που οδηγούν τον άνθρωπο στον όλεθρο.

«Παγιδευμένο Αερόστατο» (Μπίνκα Ζελιάσκοβα)

Τρεις ταινίες του 62ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης που δε θα ξεχάσουμε σύντομα - εικόνα 3

Μια από τις αγαπημένες πτυχές του φεστιβάλ αφορά το ετήσιο focus σε γνωστούς ή όχι σκηνοθέτες, των οποίων παρουσιάζεται σημαντικό κομμάτι της φιλμογραφίας τους, αν όχι όλη. Συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη κατά καιρούς είχαμε την ευκαιρία να ανακαλύψουμε σπουδαίους δημιουργούς που ήταν σινεφιλικά παραγνωρισμένοι, όπως ενδεικτικά πέρσι η Νορβηγίδα Άνια Μπρέιεν. Φέτος, λοιπόν, ήταν σειρά της Μπίνκα Ζελιάσκοβα από τη Βουλγαρία, η οποία αποτελεί ογκόλιθο στην κινηματογραφική ιστορία της γειτονικής χώρας, παρά το γεγονός πως εμποδίστηκε σθεναρά από το να γυρίσει ταινίες με τους δικούς της όρους. Η ίδια, μια ευσυνείδητη μαρξίστρια οπλισμένη με καινοτόμες ιδέες, ξεκίνησε να κάνει σινεμά τη δεκαετία του ’60 γυρίζοντας ταινίες οξυδερκώς κριτικές οι οποίες είχαν ως εργαλείο το σμίξιμο του ποιητικού ρεαλισμού με το κοινωνικοπολιτικό σχόλιο. Χαρακτηριστικό δείγμα το αριστουργηματικό «Παγιδευμένο Αερόστατο». Όπως προδίδει ο τίτλος, πρωταγωνιστής του φιλμ είναι ένα πραγματικό αερόστατο που μάλιστα έχει μια τύποις λιαλιά, το οποίο εμφανίζεται ανεξήγητα πάνω από ένα χωριό. Οι αντιδράσεις των ντόπιων και οι μεταξύ τους διαμάχες, αρχικά εκφράζοντας φόβους περί κατασκοπίες και στη συνέχεια θαυμάζοντας την ελευθερία του να κινείσαι κατά βούληση, καθιστούν την ταινία μια ευδιάκριτη αντι-αυταρχική αλληγορία, κινηματογραφημένη σε μια πρωτοποριακή φόρμα που θα ζήλευαν συνάδελφοι της εποχής της (και όχι μόνο). Διόλου τυχαία, οι τότε βουλγάρικες αρχές απαγόρευσαν την ταινία για σχεδόν 20 χρόνια, αποτρέποντας παράλληλα τη Ζελιάσκοβα από το να διεκδικήσει την αναγνώριση που αναντίρρητα της αξίζει.

Διαβάστε ακόμα

Τελευταία άρθρα Σινεμά

Η Χώρα του Θεού

Αιώνιο και εφήμερο συγκρούονται σε ένα μυστικιστικής ατμόσφαιρας, σιωπηλό και εικαστικά εντυπωσιακό χερτζογκικό έπος πάνω στην αυτοκαταστροφική ανθρώπινη ματαιοδοξία και το ακατάλυτο φυσικό μεγαλείο.

ΓΡΑΦΕΙ: ΧΡΗΣΤΟς ΜΗΤΣΗς
26/01/2023

Joyland

Ξεπερνώντας τα μελοδραματικά προσκόμματα, η ιστορία ενός απαγορευμένου έρωτα ακτινογραφεί διεισδυτικά την πατριαρχική ασιατική/ μουσουλμανική πραγματικότητα και τα ανίκητα κοινωνικά ταμπού της.

Νοσταλγία

Γκανγκστερικό δράμα με στιβαρή ματιά και παλιομοδίτικη κοψιά, το οποίο διαχειρίζεται με αφηγηματική σιγουριά μια προβλέψιμη ιστορία αναπόδραστου παρελθόντος και επώδυνης νοσταλγίας.

Εκτός Ελέγχου

Καθαρόαιμη περιπέτεια στον αυτόματο πιλότο, η οποία αποφεύγει τις υπερβολικές αναταράξεις, ακολουθώντας ένα συνετά προβλέψιμο μέχρι κεραίας σχέδιο πτήσης.

Μπελ: Ο Δράκος και η Πριγκίπισσα

Η πραγματικότητα των social media κριτικάρεται εύστοχα μέσα από μια μοντέρνα, anime διασκευή της "Πεντάμορφης και του Τέρατος" που δεν απευθύνεται αποκλειστικά σε ανήλικους θεατές.

Πού μπορείτε να δείτε τις ταινίες που είναι υποψήφιες για Όσκαρ

Ένας αναλυτικός οδηγός για να προλάβετε να δείτε όλα τα φιλμ μέχρι την απονομή των 95ων βραβείων της Αμερικανικής Ακαδημίας.

To φεστιβάλ ντοκιμαντέρ "Πέρα από τα Σύνορα" έρχεται στην Αθήνα

Η διοργάνωση με έδρα το Καστελλόριζο φέρνει μαζί τις βραβευμένες ταινίες τεκμηρίωσης.