Η ομάδα Νοσταλγία ποτέ δεν εφησυχάζει. Είναι μια από τις πιο δραστήριες και συνεπείς ομάδες της ελληνικής ερευνητικής σκηνής, με μια σπάνια ευαισθησία, γρήγορα αντανακλαστικά και ερμηνευτική δεινότητα που «ξεκλειδώνει» κλασικά κείμενα μέσα από ένα σύγχρονο, συχνά σκοτεινό και ονειρικό πρίσμα. Με την επιλογή της να παρουσιάσει για πρώτη φορά στην Ελλάδα την “Κατάρρευση” του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, επιβεβαιώνει την τάση της να αναμετράται με το «αδύνατο»: τη μεταφορά της εσωτερικής πτώσης ενός θρύλου στο θεατρικό σανίδι.
Η “Κατάρρευση” (The Crack-Up) είναι ένα κολάζ αυτοβιογραφικών άρθρων στο περιοδικό Esquire. Η δραματουργική επεξεργασία του Γιώργου Σίμωνα μετατρέπει τον εσωτερικό μονόλογο και τις αναμνήσεις του Φιτζέραλντ σε μια ζωντανή θεατρική πρόταση, δίνοντας σάρκα και οστά στην Americana-τον αμερικάνικο μύθο που καταρρέει κάτω από το βάρος της πραγματικότητας.
Το κείμενο βυθίζεται στον ψυχισμό ενός ανθρώπου που υπήρξε το είδωλο της Jazz Age και κατέληξε ένας «μεσήλικας που προσπαθεί να επιβιώσει». Η παράσταση αναδεικνύει αυτή τη γλυκόπικρη μετάβαση: από τη λάμψη του Μεγάλου Γκάτσμπυ στη φτώχεια και την αποξένωση του Λος Άντζελες. Είναι μια σπουδή πάνω στην αποτυχία, αλλά και στην επίμονη, σχεδόν ηρωική ελπίδα ενός δημιουργού που, παρά το σκοτάδι, αναζητά έναν «άλλο παράδεισο». Πρωταγωνιστούν οι ηθοποιοί: Γιάννης Γιαννούλης (Σκοτ), Ματίνα Περγιουδάκη (Σεσίλια), Ιφιγένεια Γρίβα (Σέιλα), Σίσσυ Μαράθου (Φράνσις), Αχιλλέας Βατρικάς (Χάρολντ), Μιχάλης Ζαχαρίας (Εντ), Δημήτρης Μπαλασάκης (Ραβίνος 1, σερβιτόρα), Γιώργος Σίμωνας (Ραβίνος 2).
Ο χώρος και ο χρόνος αποκτούν μια ρευστή ιδιότητα. Με τη χρήση του video mapping (Ελεάννα Γιασεμή, Παναγιώτης Λαμπής) και της υποβλητικής μουσικής (Τώνια Ράλλη), η παράσταση μετατρέπεται σε έναν «σκοτεινό εφιάλτη». Όπως εύστοχα σημειώνεται, «για την ψυχή είναι πάντα 3:00 το πρωί». Η σκηνοθεσία εστιάζει σε αυτή την οριακή ώρα, όπου οι παλιές σκέψεις γίνονται φαντάσματα και η πραγματικότητα μπερδεύεται με την παράνοια.
Η σκηνογραφία (Γιώργος Σίμωνας), οι φωτισμοί (Γιώργος Βλαχονικολός) και τα κοστούμια (Δήμητρα Λιάκουρα) δημιουργούν ένα περιβάλλον που παραπέμπει στη δεκαετία του '30, αλλά με μια σύγχρονη, σχεδόν «κυνική» πινελιά. Είναι μια κατάθεση πάνω στο πώς η εικόνα (video/projections) μπορεί να ενισχύσει το θεατρικό λόγο χωρίς να τον καλυπτει, αναδεικνύοντας την εσωτερική κατάρρευση του ήρωα.
Προπώληση εισιτηρίων: more.com
TIPS
“Οι ήρωές είναι πρόσωπα μυθικά μαζί με καθημερινά. Η αγωνία και ο αγώνας για επιβίωση, για αναγνώριση, για επικοινωνία, είναι συνυφασμένα με μια διάθεση γλυκόπικρη και ταυτόχρονα ανταριασμένη: γνήσιο παιδί της εποχής της τζαζ και τη ποτοαπαγόρευσης”.
Ο Γιώργος Σίμωνας είναι ένας «αρχιτέκτονας» της ατμόσφαιρας κι αυτό αποδεικνύεται σε κάθε παράσταση που σκηνοθετεί. Εδώ, προσεγγίζοντας τον Φιτζέραλντ με ένα βλέμμα διεισδυτικό και αντισυμβατικό χτίζει έναν οπτικό λαβύρινθο όπου το όνειρο τέμνεται με τη σκληρή πραγματικότητα.
Η δύναμη της Νοσταλγίας έγκειται στην ομοιογένειά της. Οι ηθοποιοί γίνονται μέρος ενός εικαστικού και συναισθηματικού συνόλου. Από τον κεντρικό χαρακτήρα του Σκοτ μέχρι τους «παράξενους επισκέπτες» και τις γυναικείες μορφές που στοίχειωσαν τη ζωή του, η ερμηνευτική διάθεση είναι έντονη, σωματική και απόλυτα ευθυγραμμισμένη με το νατουραλιστικό αλλά και υπερβατικό ύφος του συγγραφέα.