Συνέντευξη

Θωμάς Μοσχόπουλος: «Σήμερα πάσχουμε από μια τρομακτική παιδικότητα»

Από -

Τα διακυβεύματα του Διαφωτισμού έχουν μπει δυναμικά στη σφαίρα της δημόσιας συζήτησης αλλά και στο θέατρο. Τι είναι αυτό που έκανε τον Θωμά Μοσχόπουλο να διασκευάζει για το θέατρο και να σκηνοθετήσει το «Καντίντ ή η Αισιοδοξία» του Γάλλου φιλόσοφου Βολταίρου; Η πρεμιέρα του έργου, στις 8/12 στο Πόρτα, έδωσε υλικό για συζήτηση με τη Μαρία Κρύου γύρω από την αισιοδοξία, την αυτοδιαχείριση ακόμα για την εποχή του Αμόρε.

Βολταίρος σήμερα; Τι έχει να πει το «Καντίντ ή η Αισιοδοξία», ένα από τα εμβληματικά του Διαφωτισμού, στον σύγχρονο θεατή;
Γνωρίζω το κείμενο από τα 13 μου, το έχω διαβάσει 3-4 φορές και πάντα με απασχολούσε. Ο Καντίντ είναι ένας ήρωας ο οποίος πιστεύει ότι όλα είναι για καλό μέχρι που έρχονται απανωτές ματαιώσεις σε βαθμό που καταντάει κωμικό. Προσπαθεί να διατηρήσει την αισιοδοξία του κάτι που σιγά-σιγά μεταβάλλεται. Αυτή η αισιοδοξία αντανακλά κάτι πολύ δικό μας και τολμώ να πω μια υφέρπουσα παιδικότητα. Πίσω από την αισιοδοξία υπάρχει μια τρομακτική παιδικότητα από την οποία πάσχουμε σήμερα. Θεωρούμε ότι όλα είναι δεδομένα και ακόμα και στην πολιτική οι κυβερνώντες παιδίζουν.

Μέσα από το έργο προτείνεται η αυτοδιαχείριση;
Η ανάληψη μικρής ή μεγάλης προσωπικής ευθύνης ανάλογα με το πόσο αντέχει ο καθένας. Αυτό προϋποθέτει ωριμότητα που δεν υπάρχει στην ελληνική κοινωνία. Γι’ αυτό φροντίζεις να την έχουν οι επόμενοι και δίνεις βάρος πρώτα απ’ όλα στην παιδεία. Δεν έχει νόημα να λες: «Πω, πω τι έπαθα!». Δεν θα τελειώσει ο κόσμος μέσα από σένα. Προσωπικά προσπαθώ να διατηρήσω σώας τας φρένας σ’ αυτό το τρελοκομείο που ζούμε, κοιτάζω να είμαι συνεπής απέναντι στις αρχές μου και στο μικρό μου κύκλο. Βλέπω τι κάνω εγώ και όχι ο γείτονάς μου – αυτό που προκύπτει και μέσα από το έργο.

Ο Βολταίρος υπεραπλουστεύει κάποια πράγματα στη σκέψη του κρατώντας μια παραβολική λειτουργία στο μύθο αλλά θέτει ένα πολύ ξεκάθαρο ερώτημα: πώς μπορείς άκριτα να πάρεις απόφαση και να πεις «αυτό είναι καλό και το άλλο κακό»; Μια ιδεολογική ακαμψία κρύβει και η υπερβολική αισιοδοξία όταν λέμε ότι όλα θα πάνε καλά. Ακούς συνέχεια ότι θα βρεθεί λύση θα σωθούμε και το χρέος θα διαγραφεί. Πώς; Η απάντηση έρχεται μέσα από το έργο. Ο Καντίντ λέει: «Ωραία αυτά που λέτε, αλλά πρέπει να καλλιεργήσουμε τον κήπο μας». Κάνε ό,τι μπορείς, όσο μπορείς, αλλά κάν’ το! Μην το θεωρητικοποιείς, μη λες λόγια, κάνε πράξεις.

Στην έννοια της συλλογικότητας πόνταρες όταν ανέλαβες την καλλιτεχνική διεύθυνση του Πόρτα. Λειτούργησε το μοντέλο που φτιάξατε;
Λειτούργησε, απλώς οι απώλειες ήταν μεγαλύτερες απ’ ό,τι υπολόγιζα. Το καταστάλαγμα για μένα είναι πολύ χρήσιμο. Δεν θέλω να χρησιμοποιήσω το όρο «ρεαλπολιτίκ» αλλά στην ουσία η υπερβολική αισιοδοξία είναι τρομακτική και επιζήμια. Πρέπει να αντιλαμβάνεσαι την πιθανότητα ότι κάτι δεν θα πάει καλά στη ζωή και πρέπει να είσαι προετοιμασμένος γι’ αυτό. Η ανάγκη μου να κρατήσω αυτό το θέατρο ζωντανό πήγαζε μέσα από την οπτική ότι ένα θέατρο πρέπει να είναι ένας δημόσιος χώρος, το Πόρτα δεν είναι το θέατρό μου ή το θέατρο της Καλογεροπούλου. Το να είναι ανοιχτό και πιο ελεύθερο είχε ένα κόστος για εμένα, προσωπικά, όπως και στον Κορνήλιο Σελαμσή που ανέλαβε τα μουσικά. Οι τριβές που δέχτηκα είναι αυτές που με έκαναν σε προσωπικό επίπεδο να αναρωτηθώ «γιατί το κάνω;». Ποια είναι η υποστήριξη που δέχομαι και ποιο το κέρδος;

Έχεις σκεφτεί να αφήσεις το Πόρτα και να ενδώσεις σε εξωτερικές προτάσεις;
Συναισθηματικά δεν μπορούσα να αφήσω το Πόρτα να μένει κλειστό, ήταν ένας χώρος με τον οποίο συνδέομαι προσωπικά. Το πρόβλημα είναι ότι αναλάμβανα ρόλους που δεν μου ανήκαν και εκεί βρίσκεται η δική μου αλαζονεία. Πιθανότατα ήθελα να «παίξω» κάτι που δεν ξέρω αν θα το άντεχα και σίγουρα δεν το άντεχε η πραγματικότητα η οποία ζούσα. Πάντως δεν είμαι ο άνθρωπος που θα οδηγήσει τον εαυτό του στην πλήρη διάλυση αν τα πράγματα δεν καλυτερεύουν για μένα, προσωπικά. Όταν είχε γίνει «Το νησί των θησαυρών» στο Μέγαρο Μουσικής, το παιδικό στο Πόρτα δεν πήγε καλά. Δεν έχει λοιπόν καμία λογική να είμαι ανταγωνιστικός με τον εαυτό μου μέσα στην ίδια πόλη. Έχω πει «ναι» στις προτάσεις του εξωτερικού. Τον Ιανουάριο θα φύγω πάλι για τον Καναδά.

Δουλεύοντας στο εξωτερικό και βλέποντας τα πράγματα που συμβαίνουν στην Ελλάδα από απόσταση, τι παρατηρείς;
Μέσα από καταστάσεις βλέπεις τους ανθρώπους να έχουμε βαρύνει από την κούραση και να έχουμε χάσει τη λογική. Όταν λοιπόν προσπαθείς να συγκροτήσεις κάτι λογικό, εσύ φαίνεσαι ο τρελός. Έτυχε άνθρωποι να έχουν υπογράψει συμβόλαια και να μην αναγνωρίζουν τι έχουν υπογράψει λέγοντας ότι δεν το κατάλαβαν καλά. Όταν λοιπόν έχεις να κάνεις με τέτοιο παραλογισμό, κάποια στιγμή χάνεται η ψυχραιμία και η αίσθηση του χιούμορ. Ο Έλληνας έχει μάθει να είναι υπάλληλος, όχι συνεργάτης.

Υπάρχουν και οι λαμπερές εξαιρέσεις, όμως η βάση είναι κυρίως το ότι έχεις να αντιμετωπίσεις ανθρώπους οι οποίοι επαναπαύονται. Μόλις λοιπόν πεις ότι «εγώ θα αναλάβω και θα πάρω την πρωτοβουλία», θεωρούν ότι θα κάνεις το μεγαλύτερο κομμάτι της δουλειάς καλλιτεχνικά, διοικητικά, προσωπικά. Έχασα πολλούς από τους «φίλους» που θεωρούσα ότι θα αλληλοϋποστηριχτούμε τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια, κι αυτό με κούρασε. Όταν αρχίσουν οι δυσκολίες βλέπεις το βαθμό ωριμότητας και μη ωριμότητας που έχει ο καθένας πρώτα απ’ όλα ως πολίτης.

Η ανωριμότητα είναι το εθνικό μας γνώρισμα;
Προφανώς δεν είναι εθνικό θέμα. Είναι θέμα συνθηκών και ιδιοσυγκρασίας. Φέτος είχα μία πολύ κακή εμπειρία από Καναδούς, που γενικότερα χαρακτηρίζονται από νηφαλιότητα, οργανωτικότητα και ευγένεια. Εκεί, οι αποστάσεις είναι μεγάλες, ματαιώθηκε μια πτήση και αναγκάστηκα να κατέβω αλλού. Στο αεροδρόμιο λοιπόν δεν δέχονταν τα χαρτιά μου γιατί από το χώρο εργασίας μου τα είχαν ετοιμάσει για τον άλλο προορισμό… στην ίδια πάντα χώρα. Αυτό που έζησα ήταν μια καφκική τραγικοκωμωδία. Τους εξηγούσα ότι δεν ήταν δική μου ευθύνη και δεν μπορούσαν να καταλάβουν, βρίσκονταν σε πανικό. Στην Ελλάδα που είμαστε χαοτικοί κάτι ανάλογο θα λυνόταν στο δευτερόλεπτο, ίσως επειδή δεχόμαστε το χάος σαν κατάσταση.

Είμαστε κατσαρίδα, αντέχουμε. Αυτοί, που είναι οργανωμένοι πνίγονται σε μια κουταλιά νερό όταν κάτι πάει στραβά όπως, για παράδειγμα, η ματαίωση μιας πτήσης, λόγω καιρού. Αυτούς τους ανθρώπους, αν τους έφερνες στην Ελλάδα, δεν θα επιβίωναν ούτε για ένα μήνα, θα είχαν σκοτωθεί μεταξύ τους. Στην Ιταλία που έχω δουλέψει υπάρχει η ίδια νοοτροπία με τη δική μας και μάλιστα με μεγαλύτερη αλαζονεία και ύφος, που δεν δικαιολογούνται. Βλέπεις το καλύτερο αλλά πρέπει να βλέπεις και το χειρότερο. Νομίζω ότι η μετριοπάθεια και ο σκεπτικισμός είναι δύο πράγματα που πρέπει να ξαναβάλουμε στη ζωή μας.

Η απόφασή σου να σκηνοθετήσεις το έργο του Βολταίρου σε συμπαραγωγή με το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης προωθεί ένα μοντέλο θεατρικής αποκέντρωσης;
Είναι η δεύτερη φορά που συνεργαζόμαστε με την Κοζάνη και η συνεργασία αυτή είναι εξαιρετική. Είναι σημαντικό να φύγει το θέατρο από την Αθήνα. Είναι αδιανόητο να είναι τόσα πολλά θέατρα στην Αθήνα και τόσα λίγα στην περιφέρεια, ενώ οι αποστάσεις πλέον δεν είναι μεγάλες. Η Πάτρα απέχει πλέον από την Αθήνα μιάμιση ώρα. Το κράτος θα μπορούσε να βάλει, ίσως, ως μοναδικό όρο στις πιθανές επιχορηγήσεις –μακάρι να πάρουμε κι αυτές που μας έχουν υποσχεθεί– το να παιχτεί η παράσταση εκτός κέντρου.

Η αποκέντρωση θα δημιουργούσε μια θεατρική Ελλάδα όχι μια θεατρική Αθήνα. Στον Καναδά οι ηθοποιοί είναι με μια βαλίτσα στο χέρι. Δηλαδή μπορεί να παίζουν ένα μήνα σε μια πόλη και τον άλλο σε άλλη, η οποία μάλιστα μπορεί να απέχει από το σπίτι τους οχτώ ώρες με το αεροπλάνο. Εδώ δεν έχουμε μάθει να είμαστε έτσι. Τα ΔΗΠΕΘΕ θα μπορούσαν να κάνουν ένα μεγάλο δίκτυο, όμως γι’ αυτό χρειάζονται άνθρωποι με ανοιχτά μυαλά και βοήθεια από την τοπική αυτοδιοίκηση.

Αναπολείς την εποχή του Αμόρε;
Νομίζω ότι κλείσαμε τη σωστή στιγμή. Εκτιμώ πάρα πολύ τα χρόνια που πέρασα στο Αμόρε – ήταν πολύ σημαντικά και ουσιαστικά, όμως δεν τα νοσταλγώ. Ίσως το μόνο που νοσταλγώ είναι το ασφαλές κέλυφος κάτω από το οποίο δουλεύαμε και δεν εννοώ μόνο το ασφαλές πλαίσιο του Αμόρε αλλά και τις επιχορηγήσεις. Μπορεί να μη βγάζαμε πολλά, αλλά τουλάχιστον δεν είχαμε την αίσθηση ότι είμαστε άφραγκοι. Το Αμόρε για μένα ήταν μια τεράστια παρακαταθήκη.

Στο πνεύμα που εμφυσούσε ο Γιάννης Χουβαρδάς κατάλαβα τι σημαίνει καλλιτεχνική ελευθερία και διάλογος. Θυμάμαι μια στιγμή που ήμασταν όλοι μαζεμένοι και κάποιος από τους συνεργάτες ανέφερε ότι παρακολούθησε την πρόβα μιας παράστασης και έπρεπε να κάνουμε κάτι για να μη γίνουμε ρεζίλι. Δεν έχω ξαναδεί τον Γιάννη τόσο θυμωμένο. Απαγόρεψε να ξαναπούμε κάτι τέτοιο γιατί ο καθένας παίρνει το ρίσκο της επιλογής του και δεν πρέπει να παρεμβαίνουμε στη δουλειά κανενός. Αλληλοεπηρεαζόμασταν μέσα από τις ιδέες και τις δουλειές μας. Υπήρχε ένα συγκερασμός μιας προοδευτικής στάσης για τα πράγματα μαζί με μια αστική κουλτούρα. Όταν λέω αστική, δεν εννοώ την αστική με την παλιά έννοια, εννοώ την αίσθηση ότι υπάρχουν κάποιες αρχές και μια γενικότερη αγωγή. Τώρα επικρατεί γενικότερα η τάση του χύμα, θέλουμε να αναιρέσουμε και να αποκαθηλώσουμε τα πάντα. 

Αναφέρεσαι τους Έλληνες ηθοποιούς;
Όχι μόνο. Στους νέους ηθοποιούς διακρίνω μια βιασύνη και μια λαιμαργία. Υπάρχει προχειρότητα που ξεκινάει από την παιδεία. Δεκάδες ιδιωτικές σχολές τρέφουν την αυταπάτη σε κάποιους ανθρώπους ότι μπορούν να συνεχίσουν κι ας μην μπορούν. Εκατοντάδες νέοι ηθοποιοί είναι έτοιμοι να συμβιβαστούν κάθε χρόνο με τις όποιες προτάσεις, αρκεί να υπάρχουν στο χώρο ανακυκλώνοντας μια μετριότητα. Αυτό που με σοκάρει δεν είναι τόσο ο άνεργος ηθοποιός, ο οποίος αναζητά έναν τρόπο να μπει κάπου, είναι αυτός που παίρνοντας την πρώτη επιβεβαίωση, γίνεται τρομερά αλαζόνας και δηλώνει πολύ βαρύγδουπα πράγματα…

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης