Συνέντευξη

Θόδωρος Τερζόπουλος: «Αποστρέφομαι ό,τι κοιμάται μες στην ομορφιά του»

Από -

Έχει τη φήμη του ερμητικού δημιουργού. Μπορεί, όμως, να τον πετύχετε, όπως εγώ, να μαγειρεύει σπανακόρυζο στο κουζινάκι πάνω από το θέατρο Άττις. Ο διεθνώς καταξιωμένος σκηνοθέτης, που καταχειροκροτείται στην Ασία, τη Ρωσία, την Ευρώπη και την Αμερική, γιορτάζει τα τριαντάχρονα του θεάτρου του με το θέαμα «Ανκόρ» και δίνει μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στο «α».

Τον Αύγουστο του 1985, σε μια χαράδρα στον Κιθαιρώνα, «γεννήθηκε» η ιδέα του Άττις. Θυμίστε μου την ιστορία, δεν χορταίνω να την ακούω. Με μια ομάδα ηθοποιών, αρχίσαμε να ανεβαίνουμε στο βουνό. Κάποια στιγμή, βλέπω μπροστά μου μια χαράδρα. Ρίχνω μια, κουτρουβαλώ μέχρι κάτω και περιμένω να δω τι θα κάνουν. Σκέφτομαι: «Όσοι με ακολουθήσουν, αυτοί θα γίνουν η ομάδα μου». Ήθελα να δω την αντοχή, την υπομονή, την πειθαρχεία, το βαθμό συγκέντρωσης, την αίσθηση ρίσκου και την ενέργειά τους. Αυτά πάντα εξετάζω όταν κάνω ακροάσεις ηθοποιών, ακόμη και τώρα.

Ποιοι ήταν οι… γενναίοι;
Η Σοφία Μιχοπούλου, ο Γιώργος Συμεωνίδης, ο Άκης Σακελλαρίου, ο Δημήτρης Σιακάρας και λίγοι ακόμη – τους οφείλω πολλά, ήταν ο πρώτος πυρήνας. Το φοβερό; Δεν το γνώριζα τότε, αλλά ήταν όλοι ποντιακής καταγωγής, όπως εγώ! Εννέα μήνες μετά, ανεβάσαμε τις πρώτες «Βάκχες» και το Άττις ήταν γεγονός.

Μ’ εκείνους ανεβάσατε, τον Ιούνιο του 1986, τις «Βάκχες» του Ευριπίδη στους Δελφούς. Η παράσταση άφησε εποχή. Υπήρξαν, όμως, και έντονες αντιρρήσεις, γράφτηκαν ακόμη και αφοριστικές κριτικές…
Ναι, διχάστηκε το κοινό. Γράφτηκαν αρκετά αρνητικά πράγματα, αλλά είμαι πολύ περήφανος, ιδίως γι’ αυτά. Δεν εκτιμούσα τους γράφοντες. Μετά τη διεθνή πορεία των «Βακχών» και του Άττις, τα ενθουσιώδη σχόλια της κόρης του Μπέρτολτ Μπρεχτ και άλλων, εκείνοι που έγραψαν αρχικά αρνητικά, άλλαξαν αμέσως γνώμη. Έγιναν θετικοί έως και… υπερθετικοί, αποδεικνύοντας το «ουδείς προφήτης στον τόπο του». Ο Τσαρούχης, ο οποίος είχε ενθουσιαστεί με τις «Βάκχες», τους πείραζε: «Εγώ κατάλαβα, εσείς σε δέκα χρόνια»! Ο μεγαλύτερος, πάντως, «διαφημιστής» του Άττις υπήρξε ο δάσκαλός μου και μετέπειτα συνεργάτης μου, ο μεγάλος Ανατολικογερμανός στοχαστής και δραματουργός Χάινερ Μίλερ.

Τριάντα χρόνια θέατρο Άττις φέτος. Τι κρατάτε και τι αφήνετε πίσω;
Δεν κρατάω και δεν αφήνω, γενικότερα. Ό,τι κρατιέται επαληθεύεται στην κίνηση των πραγμάτων και ό,τι αφήνεται μπορεί, τελικά, να ενυπάρχει με ό,τι τρέχει. Η απάντησή σας με πηγαίνει στον Ηράκλειτο. «Τα πάντα ρει», κύριε Τερζόπουλε; Ακριβώς. «Το μεταβάλλον αναπαύεται», όπως επίσης λέει ο Ηράκλειτος. Η ομορφιά βρίσκεται στη μεταβολή. Αυτή είναι η μέθη των πραγμάτων. Αποζητώ πάντα τη ρήξη. Δεν με ενδιαφέρει ό,τι κοιμάται μακάριο μες στην ομορφιά του. Γι’ αυτό αποστρέφομαι ό,τι στατικό και ακαδημαϊκό. Γι’ αυτό στο λεξικό μου δεν υπάρχουν οι λέξεις «ρόλος», «χαρακτήρας» ή «περσόνα». Μιλώ πάντα για μεταβαλλόμενη ύλη, για το αέναα μεταβαλλόμενο πρόσωπο του θεού Διονύσου. Και κοιτάζω πάντα πίσω, στις ρίζες μου. Γιατί μόνο τότε βλέπω μπροστά. Αποζητώ να πηγαίνω όπου δεν θα μου δοθεί ποτέ καμιά απάντηση.

Με το «Ανκόρ», τη νέα σας παράσταση, γιορτάζετε τα τριαντάχρονα του Άττις και ολοκληρώνετε την τριλογία που ξεκίνησε με το «Alarme» και συνέχισε με το «Amor»…
Δεν βάζω τελείες. Κλείνω έναν κύκλο –την τριλογία με τα τρία «Άλφα». Και θέτω μια ακόμη σύγκρουση. Η σύγκρουση είναι, εξάλλου, η βάση της ζωής αλλά και του θεάτρου. Τα πρόσωπα και, γενικά, τα πάντα στο θέατρο είναι συγκρουσιακά. Έχοντας δύο μοναδικούς ηθοποιούς, την Σοφία Χιλλ και τον Αντώνη Μυριαγκό, προχωρώ σε κάποιες ερμηνευτικές ακροβασίες αλλά και αυθαιρεσίες. Το παιχνίδι με τα μαχαίρια, ας πούμε, οδηγείται στα άκρα. Η επανάληψη του «ανκόρ», του χειροκροτήματος που αποζητά «κι άλλο, κι άλλο» θριαμβεύει. Στήνω, δηλαδή, ένα σαδομαζοχιστικό παιχνίδι και, μαζί, μια σκηνική υπόσχεση: το τέλος δεν υπάρχει. Όλο αυτό είναι πολύ σαρκαστικό. Όλο το «Ανκόρ» είναι σαν μια παράβαση για μια κωμωδία που δεν έχει ακόμη γραφτεί.

Μήπως, τελικά, είναι κι ένα είδος εξορκισμού του θανάτου;
Ίσως. Θεωρώ ότι είμαι συμφιλιωμένος με την ιδέα του θανάτου. Επειδή όμως αυτήν τη συμφιλίωση τη συζητάω πολύ συχνά, ίσως τελικά να μην είμαι και τόσο. Εργάζομαι, πάντως, πολύ. Θέλω, λοιπόν, να είμαι από εκείνους που …πέφτουν όρθιοι!

Τι είναι εκείνο που φοβάστε;
Φοβάμαι το αυτονόητο και την ηλιθιότητα. Μπορεί, δηλαδή, να τρελαθώ με έναν ηλίθιο -τους αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι!

Σίγουρα δεν φοβάστε να τα πείτε έξω από τα δόντια για τους πολιτικούς. Πριν από λίγους μήνες, με μια δήλωσή σας στο «α», στραφήκατε εναντίον του πρώην Υπουργού Παιδείας και της πρότασής του να μειωθούν οι ώρες διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής. Σε κάθε ευκαιρία, εξάλλου, εκφράζετε τη δυσπιστία σας για το κράτος…
Αυτή η δυσπιστία υπήρχε πάντα μέσα μου. Ζυμώθηκα σε ένα ιδιαίτερο μετεμφυλιακό κλίμα. Η οικογένειά μου ήταν πρόσφυγες, από τον Πόντο και, στα χρόνια του Εμφυλίου, από την πλευρά των ηττημένων. Μεγάλωσα στις συνθήκες ενός μη κράτους, ακούγοντας ιστορίες διωγμών και εξορίας –αυτά με καθόρισαν. Τώρα που το σκέφτομαι, ποτέ στην οικογένειά μου δεν είχαμε σχέση με το κράτος. Κανείς μας δεν υπήρξε ποτέ δημόσιος υπάλληλος. Ποτέ δεν επιβαρύναμε το κράτος και ποτέ δεν ζητήσαμε κάτι από αυτό. Ό,τι κάναμε, το κάναμε ιδιωτεύοντας…

Ίσως γι’ αυτό αποστρέφεστε τις διευθυντικές θέσεις -στο Εθνικό θέατρο ή στο Φεστιβάλ Αθηνών- που κατά καιρούς σας προτείνουν;
Χειρίζομαι, ξέρετε, το χρόνο με ένα σύστημα πολύ προσωπικό. Δεν θέλω να διαταραχθεί η εξέλιξη της εργασίας μου από άλλες δραστηριότητες. Όσες φορές έχω συναντηθεί με το κράτος, αποδείχθηκε χαμένος χρόνος. Το σχέδιο για την ίδρυση Ακαδημίας Τεχνών ήταν έως και τραυματική εμπειρία. Εγώ πάντα ενδιαφερόμουν να αρθρώσω μια δική μου σκηνική γλώσσα. Αυτό δεν γίνεται αν σκηνοθετείς συνεχώς σε Εθνικά θέατρα, σε φεστιβάλ και ιδρύματα. Απαιτείται προσωπικός χρόνος και χώρος, διάρκεια προβών, εντρύφηση, παιδεία…

Είναι η πνευματικότητα και η προσωπική γλώσσα τα απόλυτα ζητούμενα για έναν καλλιτέχνη;
Βέβαια! Μόνο τότε είσαι καλλιτέχνης. Μόνο έτσι έχει νόημα η παρουσία σου – τόσο για τα διεθνή τεκταινόμενα όσο και για την ίδια την ύπαρξή σου. Εάν η δημιουργία μας δεν έχει απόλυτα τη δική της σφραγίδα, δεν έχει μέλλον. Εγώ, λόγου χάρη, απαρνήθηκα από νωρίς το ρεαλισμό. Κάθε τι, όμως, ισχύει όταν γίνεται καλά. Ακόμη και το μεταμοντέρνο... Αν, όμως, ας πούμε, βγω στο εξωτερικό με μια παράσταση-κόπια μιας παράστασης του Ουίλσον, του Κάστορφ ή του Μαρτάλερ, ε, αυτό δεν είναι ιδιαίτερα κολακευτικό ούτε για μένα ούτε για το ελληνικό θέατρο…

Υπονοείτε κάτι;
Τίποτα. Απλώς στέλνω ένα μήνυμα, ιδιαίτερα στους νέους σκηνοθέτες: να κοιτούν πολύ μέσα τους και λιγότερο έξω.

Τι σημαίνει τέχνη για εσάς;
Λύτρωση ίσως; Η αγωνία μου πάντα ήταν πώς να ανυψωθεί το τυχαίο γεγονός στη σφαίρα της τέχνης. Γιατί η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά, να προκαλέσει τη γνωριμία με τον εαυτό μας. Η μέθοδος που διδάσκω είναι ένας τέτοιος τρόπος συνάντησης με τους κρυμμένους δαίμονές μας. Γιατί υπάρχουν σε όλους επικίνδυνα, απωθημένα υλικά. Η επαφή μου με τον κορυφαίο ψυχαναλυτή Κωνσταντίνο Αρβανιτάκη υπήρξε, για μένα, αποκαλυπτική. Η ψυχανάλυση με δίδαξε πολλά: να σέβομαι πιο πολύ τον άλλο, να διαισθάνομαι ότι κάτι πάντα κρύβεται και να μη στέκομαι στο περίβλημα των πραγμάτων, να αντιλαμβάνομαι τη βιογραφία του ηθοποιού και, γενικά, του συνομιλητή μου, τις επιθυμίες, τις ρίζες του… Πρέπει να κοιτάμε τον εαυτό μας στο βάθος του. Να συναντάμε τον πυρήνα μας. Όταν το πετυχαίνει κανείς, τότε μπορεί να συναντηθεί με τον πυρήνα και άλλων καλλιτεχνών αλλά και των θεατών, σε όποιο μέρος του κόσμου κι αν βρίσκονται.

Έχετε γυρίσει την υφήλιο με τον θίασό σας. Μιλήστε μας για μια ξεχωριστή εμπειρία…
Ω, είναι τόσες πολλές… Βρεθήκαμε στη Γεωργία όταν ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση, και παγιδευτήκαμε σε ένα στρατόπεδο. Διασχίσαμε επικίνδυνες ζώνες ανταρτών στην Κολομβία όταν ανέβαζα με τους σαμάνους του Αμαζονίου τις «Βάκχες» στην Μπογκοτά … Αλλά κι οι «Βάκχες», τον περασμένο μήνα, στην Ταιβάν, ήταν απίστευτη εμπειρία. Δεχτήκαμε, με τον σταθερό συνεργάτη μου, τον Σάββα Στρούμπο, την έκρηξη μιας φοβερής, πρωτογενούς ενέργεια από τους 37 νέους ηθοποιούς και μουσικούς. Εργάζονταν δίχως καμιά πίεση για να βρεθεί το βάθος –γι’ αυτό και το βάθος βρέθηκε. Η παράσταση ήταν ένα θαύμα. Έγινε, ξέρετε, και ένα άλλο …θαύμα. Στην προ-πρεμιέρα έβρεχε καταρρακτωδώς. Πώς θα παίζαμε έξω, στο ανοιχτό θέατρο; Ξεκίνησαν τότε οι ηθοποιοί να ζωγραφίζουν χελώνες και μετά να καίνε τις ζωγραφιές. «Είναι έθιμο», μου λένε, «για να σταματήσει η βροχή». Το ενδιαφέρον; Η βροχή όντως σταμάτησε!

Ξεκινήσατε από τον Μακρύγιαλο της Πιερείας, γίνατε αρχικά ηθοποιός, βρεθήκατε έπειτα στο Βερολίνο, στη σχολή του Μπρεχτ, εξελιχθήκατε σύντομα σε σκηνοθέτη, αναζητήσατε την έμπνευση στη διονυσιακή λατρεία και τα αρχέγονα δρώμενα, κερδίσατε τη διεθνή αποδοχή… Πώς έγιναν όλα αυτά κύριε Τερζόπουλε;
Είχα πάντα πίστη στη μεγάλη ιδέα για το σώμα και την ενέργεια του ηθοποιού, άρα και μια πίστη στον άνθρωπο. Μαζί με την πίστη, όμως, είχα πάντα και μια αμφιβολία. Η αμφισβήτηση προϋποθέτει την πίστη σε κάτι. Επίσης, είμαι ένας ανήσυχος άνθρωπος. Και υπερκινητικός. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ξυπνώ από το χάραμα. Δεν θα κάνω σιέστα, δεν θα αράξω σε ένα καφενείο να συζητάω με τις ώρες. Μπορεί, όμως, αντί να ξεκουραστώ, να μαγειρέψω ένα σπανακόρυζο και να διαβάζω, ταυτόχρονα, ένα ποίημα!...

Διαβάζατε πάντα πολύ;
Πάντα. Όταν, ως κωμικός ηθοποιός, στον καταπληκτικό θίασο του Σταύρου Παράβα, βρισκόμασταν σε περιοδεία στη Γερμανία, καθόμασταν παρέα στη γαλαρία του πούλμαν με την Μπεττυ Αρβανίτη και διαβάζαμε. Άνταμ Σαφ εγώ, Μαρκούζε εκείνη!

Ρηξικέλευθοι στοχαστές και οι δύο… Υπάρχει η ελπίδα της επανάστασης στις μέρες μας;
Δεν πιστεύω στην προοπτική μιας μεγάλης επανάστασης σαν εκείνες του 20ου αιώνα. Όσο ο καπιταλισμός θα αναδιπλώνεται, θα έχουμε κι άλλους πρόσφυγες, κι άλλους πολέμους, κι άλλους διωγμούς. Οι λαοί θα είναι πάντα εκείνοι που θα βιώνουν την κρίση. Όλο αυτό είναι μέσα στη δομή του καπιταλισμού. Και μέσα στη δομή του ανθρώπινου γένους. Δεν γίνονται τα πράγματα εν αγνοία μας, ίσως όμως γίνονται με την ανοχή μας. Η κολεκτίβα, η ομάδα είναι η μόνη δύναμη. Σε αυτήν πάντα θα πιστεύω.

Επιστρέφετε ποτέ στην πατρογονική σας γη;
Σπάνια. Εργάζομαι διαρκώς. Έχασα πρόσφατα τη μητέρα μου. Δεν μπόρεσα να είμαι στην κηδεία της. Βρισκόμουν στην Ταιβάν για τις «Βάκχες». Είκοσι χρόνια πριν, όταν ήμουν στην Μπογκοτά κι ανέβαζα, πάλι τις «Βάκχες», έχασα τον πατέρα μου. Πάλι δεν μπόρεσα να είμαι πίσω για την κηδεία. Έτσι, οι γονείς μου και ο Διόνυσος ανάμεσα… Έφυγα, ξέρετε, νωρίς, από το σπίτι μου και το χωριό μου. Ήμουν πολύ νέος όταν ανοίχτηκα στον κόσμο. Έτσι πρέπει. Όμως εκεί ήταν που μου δόθηκαν τα πρώτα ερεθίσματα, από τους γονείς και την οικογένειά μου. Ο ένας παππούς μου έγραφε, ο άλλος διάβαζε, ο μεγάλος μου αδερφός έγινε καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας… Ξέρετε, είχε για μαθήτριά του ακόμα και την Άνχελα Μέρκελ!

Γίνεται κάπου στον κόσμο σπουδαίο θέατρο αυτήν τη στιγμή; Φοβάμαι ότι βρισκόμαστε σε ένα αδιέξοδο. Υπάρχει ένας αργός μετασχηματισμός των πάντων. Το ερώτημα της τέχνης σε καιρούς κρίσης είναι που μας απασχόλησε πρόσφατα στο Βρότσλαβ της Πολωνίας, στο πλαίσιο της 7ης Διεθνούς Θεατρικής Ολυμπιάδας (σημ. ο Τερζόπουλος είναι ο εμπνευστής και πρόεδρός της, από το 1992). Διαπιστώσαμε ότι καλλιεργείται ακόμη η ιδέα και η αισθητική της προηγούμενης εικοσαετίας, της ψευδο-ευημερίας. Επαν-ανακαλύπτεται ο ρεαλισμός. Υπάρχει επίσης μια νοσταλγία για τον μοντερνισμό. Ο μεταμοντερνισμός ασθμαίνει φυτοζωώντας. Δεν ζούμε στον 20ο αιώνα, με τους παγκόσμιους πολέμους, απ’ όπου προέκυψαν όλα τα μεγάλα κινήματα. Ο Καντόρ, ο Παζολίνι, ο Ροστροπόβιτς και ο ο Κάραγιαν βγήκαν μέσα από τα συντρίμμια! Η Ευρώπη δεν έχει ζήσει, μες στον αιώνα μας, μια μεγάλη καταστροφή. Καλύτερα! Ας έχουμε μέτριο θέατρο, παρά έναν μεγάλο πόλεμο.

Το «Ανκόρ» του Θεόδωρου Τερζόπουλου κάνει πρεμιέρα στο Άττις στις 25/11. Στις 26/11, στις 7 μ.μ. θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου «Η τελετουργία στο θέατρο του Θεόδωρου Τερζόπουλου» του Βέλγου καθηγητή Freddy Decreus (εκδ. Άγρα).

ΤΡΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ-ΣΤΑΘΜΟΙ

«Βάκχες»
Το 1986, ανεβάζοντας την τραγωδία του Ευριπίδη στους Δελφούς, με τη γυμνόστηθη Σοφία Μιχοπούλου (φωτό) ως Αγαύη και τον …βακχευμένο θίασο του Άττις, ο Τερζόπουλος άλλαξε για πάντα τον τρόπο σκηνοθεσίας του αρχαίου δράματος, προτείνοντας μια αντιρεαλιστική, τελετουργική και σωματική μέθοδο. Το 1996 επανέλαβε το εγχείρημα με σαμάνους του Αμαζονίου στην Μπογκοτά!

«Άμλετ, μια μαθητεία»
Ένα ιδιότυπο κείμενο του Μπορίς Πάστερνακ σε μια ελληνορωσική παράσταση που έκανε όλη τη θεατρόφιλη Αθήνα να περνά από το θέατρο Άττις επί τρεις σεζόν για να υποκλιθεί στο υποκριτικό μεγαλείο της ηθοποιού Άλα Ντεμίτοβα και τη σκηνοθετική βιρτουοζιτέ του Τερζόπουλου-μαθητεία στο τι σημαίνει υψηλή τέχνη.

«Μάουζερ»
Δάσκαλος και μετέπειτα συνεργάτης του Τερζόπουλου ήταν ο κορυφαίος Ανατολικογερμανός συγγραφέας Χάινερ Μίλερ^ δικό του έργο ήταν το «Μάουζερ» (φωτό) που ανέβηκε στο Άττις με πρωταγωνίστρια την αντάρτισσα του ΕΛΑΣ Μαρία Μπέικου. Τότε, το 2010, οι αναγνώστες του «α» τίμησαν τον Τερζόπουλο με το 1ο βραβείο σκηνοθεσίας στα Θεατρικά Βραβεία Κοινού.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Σχετικά Θέματα

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης