Συνέντευξη: Ο Έκτορας Λυγίζος μας μιλά για τις men-only Βάκχες του

«Κάθε δουλειά στο θέατρο οφείλει να είναι εσωτερική αναζήτηση»

Από -

Είναι τολμηρό το ανέβασμα των «Βακχών» του Ευριπίδη μόνο με τρεις άνδρες ηθοποιούς; Ναι, όσο τολμηρός αλλά και ιδιαίτερος ήταν ο περσινός πειραματισμός με τον «Θείο Βάνια» του Τσέχωφ. Η Μαρία Κρύου μίλησε με τον Έκτορα Λυγίζο για τη νέα του ερευνητική θεατρική περιπέτεια, που ξεκινά στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Με ποια διλήμματα ήρθες αντιμέτωπος όταν αποφάσισες να διασκευάσεις τις «Βάκχες» του Ευριπίδη και να τις ανεβάσεις μόνο με τρεις άνδρες ηθοποιούς;

Ήταν από τις φορές που ξεκίνησα με κάποιες βεβαιότητες. Ήξερα πως δεν ήθελα γυναικεία παρουσία επί σκηνής, ήξερα πως θα ήθελα η παράσταση να μοιάζει με το παιχνίδι τριών αγοριών που αρχίζουν να αφηγούνται τις «Βάκχες» και μπλέκονται σε μια διαδικασία μύησης. Τα διλήμματα αφορούσαν κυρίως στην ποσότητα των χορικών που θα κρατούσα. Πάντως, όσο έκοβα και όσο επικεντρωνόμουν στην πλοκή και στα ίδια τα επεισόδια τόσο ζωντάνευε στο μυαλό μου αυτό το αγορίστικο παιχνίδι τριών αγοριών που περνούν όλη αυτή τη διαδικασία, που φαντασιακά παλεύουν να βρεθούνε στο βουνό της ηδονής και της αγριότητας και που στο τέλος της παράστασης δοκιμάζουν αυτή την εμπειρία της μεταμόρφωσης, ας πούμε, αρχικά σε μαινάδες κι έπειτα σε Βάκχες. Και τελικά κατάλαβα πως αυτός ήταν ο λόγος που δεν ήθελα τις Βάκχες εξαρχής στη σκηνή. Με ερέθιζε να ψάξουμε πώς εμείς οι ίδιοι, περνώντας από αυτή τη μύηση, θα γινόμασταν με κάποιο τρόπο και σε κάποιο βαθμό οι ίδιοι Βάκχες. 

Ποιοι κώδικες τις τραγωδίας καταργούνται με το ανέβασμα που προτείνεις;

Η βασική ασφαλώς απομάκρυνσή μας από τον κώδικα της τραγωδίας είναι ο εξοβελισμός του χορού. Κι αυτό δεν έγινε γιατί γενικά προτείνω το ανέβασμα τραγωδίας χωρίς χορό. Ίσα ίσα. Στις “Χοηφόρους” που ανέβασα φέτος με μαθητές μου, η χρήση του χορού ήταν ακόμα πιο εκτεταμένη απ’ ό,τι στο πρωτότυπο: το κάθε πρόσωπο ερμηνευόταν από χορό ηθοποιών. Εδώ, στις «Βάκχες», την ιδέα αλλά, κατ’ εμέ, και την αναγκαιότητα της παρουσίας του χορού στην τραγωδία τη βρήκαμε μέσα στην εξέλιξη της ίδιας της παράστασης. Εμείς οι ίδιοι που ξεκινάμε ως μονάδες, ως τρεις μεμονωμένοι αφηγητές, λίγο λίγο (με το ενδιάμεσο στάδιο των ντουέτων) γινόμαστε στον δεύτερο αγγελιοφόρο ένας τριαδικός χορός που ομαδικά αφηγείται τον διαμελισμό του Πενθέα. Άλλωστε, στη διονυσιακή θρησκεία (όπως και στο θέατρο) υπάρχει η ιδιομορφία πως μόνο ομαδικά μπορείς να επικαλεστείς το θεό. 

Υπάρχει καθαρή αφήγηση του μύθου;

Έχει σημασία τι είναι για τον καθένα καθαρή αφήγηση. Για μένα η καθαρή αφήγηση δεν είναι μια στεγνή, αποστασιοποιημένη μεταφορά γεγονότων. Η καθαρή αφήγηση οδηγεί τον αφηγητή σε μεγάλη, βαθιά εμπλοκή. Άλλωστε οι καλύτερες ιστορίες λέγονται από ανθρώπους που τους αφορούν, τους καίνε τα γεγονότα που θα μεταφέρουν, που είναι στη σωστή σωματική και ψυχική κατάσταση για να αφηγηθούν και που θέλουν να προκαλέσουν κάτι συγκεκριμένο στον αποδέκτη της αφήγησης. Η δική μας εκδοχή των Βακχών ξεκινά ως καθαρή αφήγηση, απλώς στην πορεία η αφήγηση αυτή γίνεται πιο σύνθετη με την έννοια ότι οι αφηγητές εμπλεκόμαστε ολοένα και περισσότερο στην ιστορία. Πάντως, κατά τη γνώμη μου ακόμα και το πιο αναπαραστικό, ρεαλιστικό θέατρο δεν παύει να είναι αφήγηση. Ακόμα και σε αυτές τις παραστάσεις ο ηθοποιός εξακολουθεί να είναι αφηγητής. Απλώς όσο αποφεύγει την εύκολη ταύτιση με το θεατρικό πρόσωπο και όσο υπενθυμίζει στον εαυτό του πως εκτός από φορέας του ρόλου εξακολουθεί να υπάρχει και ως ο ίδιος, τόσο πιο ζουμερό και απρόβλεπτο είναι το αποτέλεσμα.

Θα έλεγες πως είναι μια δουλειά εσωτερικής αναζήτησης; 

Κάθε δουλειά στο θέατρο οφείλει να είναι για όλους τους συντελεστές εσωτερική αναζήτηση. Με την έννοια πως τελικά η ερμηνεία ενός έργου είναι η χημική εξίσωση που προκαλείται ανάμεσα σε σένα τον ίδιο και το υλικό του έργου. Οφείλεις να μιλήσεις προσωπικά, με την ίδια λογική που μια συζήτηση με έναν φίλο έχει ουσία μόνο αν μπεις στον κόπο να ρισκάρεις και να εκτεθείς. Να εκθέσεις όχι αυτό που είσαι (άλλωστε αυτό ποιος το ξέρει;) αλλά τουλάχιστον αυτό που νιώθεις. Τον τρόπο που σε χτυπάνε τα πράγματα. Πώς σε πονάνε. Ή πώς σε κάνουν να χαίρεσαι. Στη συγκεκριμένη παράσταση, ο στόχος είναι να μοιραστούμε με το κοινό την εμπειρία που είχαμε εμείς στις πρόβες με αυτό το υλικό. Πώς αντιδράμε εμείς σε ένα έργο τόσο άγριο και σκληρό, όχι γιατί μιλάει για διαμελισμούς και αγριότητες, αλλά γιατί ζητάει από τον ηθοποιό μια τόσο απόλυτη παρουσία στο εδώ και το τώρα που καταντάει εξουθενωτική. Και φυσικά υπέροχη, όπως είναι κάθε εμπειρία έκστασης, ή τέλος πάντων κι η παραμικρή γεύση έκστασης. Και το πολύ ενδιαφέρον είναι πως αυτή η σχέση με το εδώ και το τώρα είναι για μας και ο πυρήνας του έργου. Αυτή η πάλη του μυαλό με το σώμα. Η ανάγκη του μυαλού να προστατεύσει σαν ασπίδα το σώμα από την έκθεση, και από την άλλη η λαχτάρα του σώματος να ξεφύγει από τη δουλεία του μυαλού και να υψωθεί, ακόμα κι αν μετά την πτήση, μετά τη μέθη, έρχεται η πτώση, το ξέσκισμα, η απόλυτη εξαφάνιση.

Η ομαδικότητα είναι κάτι που επιζητάς στη δουλειά σου;  

Παρ’ όλο που το σύστημα υποκριτικής στο οποίο προσπαθώ να βάλω τους ηθοποιούς μου είναι σε μεγάλο βαθμό απόλυτο, ή και μπορεί εξαιτίας αυτού, έχω ανάγκη από ηθοποιούς με μεγάλη πρωτοβουλία και διάθεση συν δημιουργίας. Άλλωστε το μεγαλύτερο μέρος των προβών μου είναι ελεύθεροι, σχεδόν χαοτικοί αυτοσχεδιασμοί στη διάρκεια των οποίων γεννιέται και συγκεντρώνεται το υλικό που θα διαχειριστούμε και θα οργανώσουμε στο τέλος. Πόσο μάλλον που εκτός από σκηνοθέτης είμαι και ηθοποιός. Στις “Βάκχες”, αποφάσισα, στο βασικό κομμάτι των προβών, στους τρεις από τους τέσσερις μήνες, να είμαστε μόνοι μας οι τρεις ηθοποιοί, χωρίς κανέναν εξωτερικό παρατηρητή. Υπήρχε η ανάγκη αυτής της ιδιωτικότητας και αυτής της ελευθερίας. Και τα βασικά κριτήρια για την επιλογή των ηθοποιών ήταν να είναι νέοι και να έχουν όρεξη για παιχνίδι. Και είμαι τυχερός που και οι δυο τους, τόσο ο Δημήτρης Μοθωναίος όσο και ο Άρης Μπαλής, εκτός από μεγάλη όρεξη, έχουν ισχυρό ένστικτο και έντονη θεατρικότητα. 

Μίνι βιογραφικό

Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και σκηνοθεσία κινηματογράφου στη Σχολή Σταυράκου. Ξεκίνησε  με κινηματόγραφο και διακρίθηκε με τις ταινίες μικρού μήκους «Αγνά νιάτα» (2004, Επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Βενετίας), «Εσωτερικό σπιτιού με γυναίκα που καθαρίζει μήλα» (2002, Κρατικό Βραβείο για ταινία μικρού μήκους). Φαίνεται  όμως πως τελικά  τον έχει κερδίσει το θέατρο. Στο πλούσιο βιογραφικό του περιλαμβάνονται παραστάσεις στο Αμόρε (2005), στο Από Μηχανής Θέατρο (2008-09), στο Φεστιβάλ Αθηνών (2008), στο ΚΘΒΕ (2008) κ.ά.

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης