Κριτική

Στέλλα κοιμήσου

Από -

Το πρώτο θεατρικό έργο του γνωστού κινηματογραφιστή είναι ένα αστικό δράμα με αλληγορικές προεκτάσεις και με γλώσσα επιτηδευμένα χυδαία, παιγμένο με ένα ρεαλιστικό κώδικα που δαγκώνει και φτάνει διαρκώς στην υστερία, μπουκάρει στο σαλόνι των λούμπεν μεγαλοαστών και μας λέει: «Ιδού ποιοι ορίζουν τη ζωή μας».

Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το «Σπιρτόκουτο» (2003), ο Γιάννης Οικονομίδης εξέθετε το δράμα ενός καφετζή στον Κορυδαλλό-«δείγμα» της νευρωτικής ψυχοπαθολογίας του μικρομεσαίου νεοέλληνα. Στο πρώτο θεατρικό του έργο εστιάζει στο «δράμα» ενός άλλου νεοέλληνα, του φτασμένου λούμπεν μεγαλοαστού. Στο «Σπιρτόκουτο» άντλησε την πρώτη ιδέα από τον «Πατέρα» του Στρίντμπεργκ, εδώ από την «Στέλλα Βιολάντη» του Ξενόπουλου. Μόνο που στο «Στέλλα κοιμήσου» ο πάτερ φαμίλιας, εκτός από θεσμική μορφή της οικογένειας, παραλληλίζεται εύκολα με τους υπαρκτούς νονούς του νεοελληνικού παρακράτους. οπότε αντίστοιχα η οικογένειά του ταυτίζεται με ό,τι αποκαλείται «ελληνικός λαός» και καταχρηστικά «εμείς οι θεατές».

Ένα αστικό δράμα που ζητά έναν εξουθενωτικό ρεαλισμό από τους ηθοποιούς και μια τραγικωμική αλληγορία πάνω στην κοινοτοπία του κακού που καλεί τους θεατές σε αφύπνιση και αυτογνωσία: αυτό είναι το «Στέλλα κοιμήσου». Ο Οικονομίδης μιλάει για την εμπορευματική αξία που έχει το θηλυκό της φεουδαρχικής οικογένειας ενόψει του γάμου του, φέρνοντας το «λαϊκό» αυτό μοτίβο δραματουργίας στο οικονομικο-πολιτικο-κοινωνικό παρόν. Πραγματεύεται έτσι έντεχνα το μύθο, τα κλισέ όσο και την πραγματικότητα των νεόπλουτων που διαφεντεύουν τους κρατικούς πόρους με τις ίδιες μαφιόζικες πρακτικές που ορίζουν την τύχη των τέκνων τους. Παράδειγμα; Η κόρη του μεγαλομαφιόζου Στέλλα (Ιωάννα Κολλιοπούλου) πρέπει σώνει και ντε να παντρευτεί τον γιο ενός πολιτικού παράγοντα, ώστε να «καθαρίσει το όνομα της οικογένειας» και «να μπει ο μπαμπάς στην πολιτική». Πολλές αλήθειες ακούγονται σε αυτό το έργο. Και άλλες τόσες ­κοινοτοπίες…

Ο Οικονομίδης, πάντως, δεν ηθογραφεί. Ούτε παρουσιάζει απλώς μια σύγκρουση χαρακτήρων. Ο ρυθμός με τον οποίο κλιμακώνονται η λεκτική και η φυσική βία, οι υστερικές –στα όρια του ορυμαγδού– στιχομυθίες, η βραδυφλεγής ανατροπή και η αιφνίδια μετατροπή της, οι παύσεις και οι εντάσεις υποδηλώνουν υποκριτική εμβάθυνση. Μολονότι ο θίασος έχει δουλευτεί επαρκώς, δεν διαθέτουν όλοι το εκτόπισμα του ιδανικού στο ρόλο του πατέρα Στάθη Σταμουλακάτου ή τη διαλεκτική της απεγνωσμένης ανηθικότητας που φέρει η Έλλη Τρίγγου (μικρή κόρη), ούτε το σαρκαστικό χιούμορ του Γιάν­νη Νιάρρου (γιος). Η διευθέτηση των ηθοποιών επίσης δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Τα πάντα διαδραματίζονται κάπου στο κέντρο της σκηνής. Ο Οικονομίδης δεν αξιοποιεί το προσκήνιο ή το βάθος, αφήνοντας στην τύχη τους τις δυναμικές που ενεργοποιεί μια δουλεμένη mise-en-scène. Κομβικά αισθητικά ζητήματα απομένουν ανεπίλυτα. Η παράσταση είναι κατ’ ουσίαν ασκηνογράφητη, με κοστούμια δίχως άποψη, κάτω από ένα βασικό φωτισμό και μουσικό βόμβο. Αξιοσημείωτο είναι το ότι με τη συγκεκριμένη παραγωγή το Εθνικό Θέατρο κέρδισε, σε επίπεδο marketing, το θόρυβο μιας αντιδραστικής επιτυχίας. η παράσταση είναι ήδη οριακά sold out. Παίζουν επίσης οι Αντ. Ιορδάνου, Μ. Κώνστα, Αλ. Μαυρόπουλος, Κ. Μυριαγκού.


ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ-ΣΚΗΝΗ «ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ» Αγ. Κωνσταντίνου 22-24, Ομόνοια, 2105288170-1. Διάρκεια: 90΄. Κατάλληλο για άνω των 15 ετών.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα * e-mail
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης

  • Λένα Διβάνη πριν από 2 μήνες

    Μπράβο! Έχουμε δει παραστάσεις πρωτότυπες, ανιαρές, ευρηματικές, κομψές, αξιοσημείωτες κλπ αλλά σπάνια φεύγουμε από μια αίθουσα με το θέαμα σφηνωμένο στο κεφάλι μας να μας βασανίζει. Και αυτό είναι που μετράει πάνω απ΄όλα.