Κριτική

Μάνα θα πάω στο Hollywood

Από -

Σάτιρα γραμμένη εν θερμώ πάνω στην επικαιρότητα αλλά και πάνω στους ηθοποιούς του θιάσου, οι οποίοι γίνονται και οι κύριοι φορείς του γέλιου. Αδιαφιλονίκητος σταρ της βραδιάς, ο Θανάσης Αλευράς που δίνει ρεσιτάλ μιμικής ως Ζορμπάς, Πάολα, Οιδίποδας, σταρ του Bollywood αλλά και ως… ο εαυτός του.

«Τι παράξενος που θα ήταν ο κόσμος μας αν όλοι είχαμε την ίδια αίσθηση του χιούμορ», παρατηρούσε ο Βρετανός φιλόσοφος Μπέρναρντ Ουίλιαμς. Δεν μπορώ, λοιπόν, να σας πω με σιγουριά ότι θα γελάσετε αβίαστα, όπως συνέβη σ’ εμένα. Μπορώ, όμως, να σας διαβεβαιώσω πως το νέο θεατρικό έργο της Δήμητρας Παπαδοπούλου είναι μια σάτιρα που δύσκολα ανεβαίνει ξανά από άλλο θίασο και σε άλλη χρονική περίσταση. Η εφήμερη αυτή ποιότητά του είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του. Εξηγούμαι.

Γραμμένο εν θερμώ και πάνω στους συγκεκριμένους ηθοποιούς, τα ταλέντα και τις ιδιαιτερότητές τους, το «Μάνα θα πάω στο Hollywood» είναι μια επικαιρική σύλληψη που λειτουργεί με τον τρόπο της σάτιρας, τρέφεται, όπως και η επιθεώρηση, από τρέχοντα ζητήματα (κρίση, ανεργία, μεταναστευτικό, ρατσισμός, νεοφασισμός) και εκμαιεύει το γέλιο από την απόλυτη ενεργοποίηση των ηθοποιών απέναντι στους ρόλους/τύπους που υποδύονται. Με προεξάρχοντα τον Θανάση Αλευρά, σχεδόν όλος ο θίασος, βασισμένος πάντα στο κείμενο, θεατροποιεί τον εαυτό του. Ο Αλευράς παρουσιάζεται ως ηθοποιός-κάτοχος βραβείου «Κάρολος Κουν» (όπως συμβαίνει), η Κωνσταντίνα Μιχαήλ ως φιλόλογος που έγινε ηθοποιός (όπως όντως ισχύει), ο Ζερόμ Καλουτά ως Αφρικανός (όπως είναι), η βετεράνος Ελένη Ροδά σαν μια ζωντανή αναφορά στην εικόνα της ως λαϊκής αοιδού και «αριστερής φωνής» των ’60s κ.ο.κ.

Κωδικοποιώντας, δηλαδή, τα βιογραφικά χαρακτηριστικά του και καταθέτοντας στη σκηνή το υποκριτικό του οπλοστάσιο, κάθε μέλος του θιάσου δίνει το ρεσιτάλ του, έστω κι αν τη μερίδα του λέοντος, από γραφής, έχει ο μέγας μίμος Αλευράς και οι ασύγκριτες μεταμορφώσεις του. Όλος, όμως, ο θίασος παίζει με ομοψυχία, κέφι, επικοινωνιακό γκελ και μια αυθεντικότητα που δύσκολα σε αφήνει αδιάφορο – ειδική μνεία αξίζει στον Αντώνη Κρόμπα για την τυπολογία του ρατσιστή με την κτηνώδη δύναμη και την ογκώδη άγνοια. Εξίσου πετυχημένες είναι, όμως, και οι ερμηνείες στα βίντεο, με πιο χαρακτηριστική την Παπαδοπούλου να παραδίδει tutorial αγγλικής γλώσσας.

Μια συρραφή από σκετς δομημένων αυτοσχεδιασμών φαρσικού και σατιρικού ύφους είναι αυτό το έργο – τα νούμερα αυτά άλλοτε λειτουργούν σε απόλυτο βαθμό κι άλλοτε πλατειάζουν. Ως μοναδική δραματουργική ραχοκοκαλιά εμφανίζεται ένα ανεκδοτολογικής υφής εύρημα: ιδού τι γίνεται όταν σε ένα διαμέρισμα της οδού Φυλής, στην Αθήνα του 2016, συναντιούνται δύο άνεργοι και άφραγκοι ηθοποιοί, μια παλιά ματρόνα της περιοχής, ένας χρυσαυγίτης, ένας Αφρικανός μετανάστης και τρεις αποπροσανατολισμένοι νεαροί.

Η Παπαδοπούλου καταθέτει μια εύστοχη κοινωνιολογική παρατήρηση όσον αφορά το «τι ζούμε» και στηλιτεύει νεοελληνικά ήθη, παθογένειες, ιδεολογήματα και στερεότυπα. Με μια σειρά, όμως, από ιδεολογικές κωλοτούμπες, ειδικά στις τελευταίες σκηνές, μοιάζει, εν τέλει, να ενστερνίζεται το ίδιο το εθνικοπατριωτικό λαϊκίστικο πρόσχωμα το οποίο προηγουμένως γελοιοποιεί – ενίοτε δε ευφυώς. Συμπρωταγωνιστούν οι Πέτρος Γεωργοπάλης, Στράτος Λύκος, Παναγιώτης Αλεξανδράκης.

ΙΛΙΣΙΑ Παπαδιαμαντοπούλου 4, Ιλίσια, 2107223010. Διάρκεια: 130΄.

Σχετικά Θέματα

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης

  • Gregory πριν από 1 χρόνια

    Δεν θα σου αλλάξει τη ζωή, αλλά θα σου φτιάξει το βράδυ.Εξαιρετικό καστ, αβίαστο γέλιο, αρκετές επιτυχημένες ατάκες αλλά και υποτυπώδης πλοκή και σενάριο. Στα συν καιο ωραίος χώρος του θεάτρου Ιλίσια. Συνολικά θετικότατη εμπειρία.

  • ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΜΠΙΛΛΗΡΗ πριν από 1 χρόνια

    O καταπληκτικός Θανάσης Αλευράς δικαιολογεί απολύτως το ντόρο που έχει δημιουργηθεί γύρω από την παράσταση. Η ερμηνεία όμως, όταν το κείμενο εκτός από κάποιες λίγες καλές στιγμές μένει σε κλισέ του συρμού, κάνει αφόρητη κοιλιά, σέρνεται και στερείται έμπνευσης, υποχρεώνοντας τον θεατή να μετρά την ώρα περιμένεοντας το "ό,τι ναναι" τέλος, δεν γίνεται να σώσει την "παρτίδα". Κρίμα για τη Δήμητρα Παπαδοπούλου που κατά την κρίση μου αποδείχτηκε υπερεκτιμημένη!