Κριτική

Η Μεγάλη Χίμαιρα

Από -

Πόσο μπορεί να «σκάψει» εντός της μια σκηνοθεσία; Με νέα διανομή αλλά πάντα με την Αλεξάνδρα Αϊδίνη να κυριαρχεί, ξαναδουλεμένη στη λεπτομέρειά της με έναν βαθιά ψυχολογικό ρεαλισμό, η «Μεγάλη Χίμαιρα» λειτουργεί παραδειγματικά: ιδού τι σημαίνει αστικό θέατρο.

Δεν είναι η πρώτη φορά που καταπιάνομαι (ή παρακολουθώ) τη «Μεγάλη Χίμαιρα». Θεωρώ, όμως, πως η παράσταση με την τεράστια απήχηση βρήκε πλέον το καλλιτεχνικό πεπρωμένο της. Προφανώς, έχουν παίξει ρόλο η αλλαγή διανομής, η εκ νέου επεξεργασία κάποιων σκηνών και, πρωτίστως, το ξεκαθάρισμα των προθέσεων. Η «Μεγάλη Χίμαιρα», το περίφημο μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση, ανεβαίνει από τον εγγονό του, Δημήτρη Τάρλοου, σαν επικό μελόδραμα ηρωικών διαστάσεων και σαν αστική τραγωδία στα πρότυπα εκείνων του Ευγένιου Ο’ Νιλ.

Οι μύθοι και οι επιστήμες –η ψυχιατρική, η νευρολογία και η κοινωνική ανθρωπολογία– επιστρατεύονται τόσο από τον Καραγάτση όσο και τον Τάρλοου για να διερευνήσουν το κατεξοχήν ερώτημα που ταλανίζει την τέχνη του θεάτρου: «Τι είναι ο άνθρωπος;». Με την παροιμιώδη θυμοσοφία του, ο Καραγάτσης και, ακολουθώντας τα νήματα της παιγνιώδους σκέψης του, ο Τάρλοου, αφού μας επιτρέψουν επί δυόμισι ώρες να αναλογιστούμε διάφορες απαντήσεις, θα καταλήξουν στην εξής αφοριστική: «Τροφή για τα καβούρια».

Άξονας των πάντων είναι μια μορφή υψηλής δραματικής σαγήνης, η Νορμανδή ελληνολάτρις Μαρίνα Μπαρέ, με το τραυματικό παρελθόν και τη νευρωσική συμπεριφορά. Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη ερμηνεύει τον εξαιρετικά σύνθετο αυτό ρόλο ακροπατώντας στο κρυστάλλινο κέλυφός του, σε ένα ρεσιτάλ αδιαπραγμάτευτης βιρτουοζιτέ. Λόγοι, πόθοι, συμπλέγματα και ψυχισμοί έχουν δουλευτεί σε βάθος και ο θίασος (Μάξιμος Μουμούρης, Δημήτρης Μοθωναίος, Σμαράγδα Σμυρναίου, Ειρήνη Φαναριώτη) καταθέτει έξοχες ερμηνείες, με την Καίτη Μανωλιδάκη, ως χαροκαμένη μάνα, να κλέβει τις εντυπώσεις.

Η σύνδεση των εξαιρετικά κινηματογραφημένων –διά χειρός Χρήστου Δήμα– μερών με τη θεατρική δράση ίσως άντεχε περισσότερη επεξεργασία, όπως και η διασκευή του Στρατή Πασχάλη ή κάποιες σκηνικές διευθετήσεις, τις οποίες ούτως ή άλλως δεν ευνοεί το τηλεοπτικό ντεκόρ της Ελένης Μανωλοπούλου. Κάθε φορά, πάντως, που η υποκριτική γραμμή του ψυχολογικού ρεαλισμού διαρρηγνύεται, η παράσταση απογειώνεται, όπως στη σκηνή της κλινοπάλης των δύο εραστών με βάση τη ζωώδη χορογραφία της Ζωής Χατζηαντωνίου.

Ο λόγος αστραποβολεί πρωτόγνωρα. Δεν συνηθίζεται δραματικά πρόσωπα να μιλούν έτσι δίχως τα λεγόμενά τους να φαντάζουν εστέτ ή κούφια. Ο λόγος γίνεται εδώ συνώνυμος της δράσης, καθώς αυτή είναι κυρίως εσωτερική παρά εξωτερική. Με αφορμή ένα ερωτικό τρίγωνο, η «Μεγάλη Χίμαιρα» μάς εμπλέκει σε έναν ωκεανό στοχασμών έντεχνα εκλαϊκευμένων: οι ελληνικοί μύθοι, το ιδεώδες της κλασικής αρχαιότητας, η λογική των συμβόλων, η αγωνία της ελληνικότητας, η διαλεκτική Ευρώπης-Ελλάδας. Οι θεματικές αυτές αναπτύσσονται σε ομόκεντρους και αναπόδραστους κύκλους, εγκλωβίζοντας τους ήρωες στην ειμαρμένη των ψευδαισθήσεων –η χίμαιρα του τίτλου– και στη φυλακή της σάρκας.

Παραστάσεις όπως η συγκεκριμένη λειτουργούν παραδειγματικά. Η «Μεγάλη Χίμαιρα» επαναπροσδιορίζει τους όρους του αστικού θεάτρου, προωθώντας το, μάλιστα, από το στίβο του θεάματος σε εκείνον του στοχασμού.

ΠΟΡΕΙΑ Τρικόρφων 3-5 & 3ης Σεπτεμβρίου 69, πλ. Βικτωρίας, 2108210991. Διάρκεια: 150΄.

Σχετικά Θέματα

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης

  • MARIA PERATIKOU πριν από 2 χρόνια

    Την "Χίμαιρα" την αγάπησα πολύ, από τα 15 μου που την διάβασα. Η κα Αϊδίνη, είναι η πιο "αληθινή" παρουσία που έχω δει σε θεατρική σκηνή, εδώ και καιρό.Ξεπέρασε κάθε προσδοκία μου. Ο κος Μαμούρης μου φάνηκε επίπεδος, και νομίζω ο ρόλος του Μηνά, άντεχε λίγο περισσότερο πάθος. Εξαιρετική η σκηνοθεσία, η μουσική,τα κοστούμια. Άρτιοι οι υπόλοιποι συντελεστές.Παράσταση που μένει αξέχαστη για τους σωστούς λόγους.

  • ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ ΚΩΝ/ΝΑ πριν από 2 χρόνια

    ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

  • fam πριν από 2 χρόνια

    Είδα μόνο την τρέχουσα παράσταση και δεν έχω ως μέτρο σύγκρισης αυτήν της προηγούμενης χρονιάς. Συμφωνώ δε,απολύτως κι εγώ, ότι οι ερμηνείες των ηθοποιών ήταν έξοχες.Επιπλέον, θεωρώ ότι η σκηνοθεσία της παράστασης ήταν ευρηματική και >,με την εναλλαγή -σε θεματική συνάφεια- κινηματογραφικών με θεατρικές σκηνές και εν γένει με έμπνευση.Στα συν της παράστασης θεωρώ,επίσης, την σχεδόν πιστή μεταφορά του θέματος του βιβλίου στο σενάριο και στην σκηνή(επιτέλους απεφεύχθησαν σε μία παράσταση οι πειραματισμοί των τελευταίων αρκετών ετών, που αλλοιώνουν εντελώς όχι μόνο το γράμμα,αλλά και το > του βιβλίου ή του θεατρικού έργου).

    Θα ήθελα να κάνω ειδική μνεία στην Αλεξάνδρα Αϊδίνη, η οποία,ομολογώ ότι,ήταν από πλευράς ερμηνείας,σκηνικής εν γένει παρουσίας,ακόμη και >, ό,τι καλύτερο έχω δεί για πολλά έτη στη σκηνή (σε συνάρτηση πάντα με το ρόλο που απέδωσε).Θα έλεγα ότι είναι στην παράσταση > ερωτεύσιμη,πυρπολούσα και αυτοπυρπολούμενη.Θαυμάζω τις αντοχές της σε έναν τόσο απαιτητικό-και σε ψυχολογικό επίπεδο-ρόλο,όπως και των συναδέλφων της ηθοποιών,που σε κάθε παράσταση μοιράζονται το πάθος της.Νομίζω ότι θα έχει λαμπρή καριέρα.

    Έχω,πάντως,τελειώνοντας, μία παρατήρηση να κάνω:Δεν θεωρώ ιδιαίτερα επιτυχημένη στη διανομή(από πλευράς > ειδικότερα,αφού και η δική του ερμηνεία ήταν,κατά τα λοιπά, έξοχη) την επιλογή του Δημήτρη Μοθωναίου για το ρόλο του Μηνά. Στο βιβλίο,νομίζω,αναδεικνύεται,γι'αυτόν η εικόνα μιας διεστραμμένης ευφυΐας,δηλαδή ενός ευφυούς, εκλεπτυσμένου αλλά και κυνικού ανθρώπου χωρίς ιδιαίτερους δισταγμούς και,επιπλέον,με ελαφρώς θηλυπρεπή συμπεριφορά(θυμηθείτε τί υποτονθορίζει στην παράσταση στα γαλλικά η Μαρίνα Μπαρέ, όταν η μητέρα του ρωτάει τη γνώμη της γι'αυτόν),ενώ στην παράσταση έχω την εντύπωση ότι βγαίνει ο Μηνάς λίγο περισσότερο λαϊκός(ίσως να φταίει και το μουστάκι- αλλά αυτό μπορεί εύκολα να διορθωθεί:-),με συνέπεια τα λοιπά του χαρακτηριστικά(πλην του κυνισμού)να τίθενται σε δεύτερο πλάνο.