Κριτική

Η λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας

Από -

Παράσταση ρεαλιστικής δυναμικής, που συστήνει με τον καλύτερο τρόπο το άπαιχτο μέχρι τώρα στην Ελλάδα έργο του Ιρλανδού δραματουργού και προσθέτει ακόμη μία αποφασιστική απόδειξη γιατί ένα τόσο «ιρλανδικό» έργο μπορεί να είναι παγκόσμιου ενδιαφέροντος.

Ο Κόνορ Μακφέρσον έχει χαρακτηριστεί ο δραματουργός που έχει συλλάβει μοναδικά την ιδιοσυγκρασία του μοναχικού Ιρλανδού, αυτό όμως που τον καθιστά πραγματικά σπουδαίο είναι πως η ιρλανδική ταυτότητα που φέρουν τα έργα του δεν έχει αποκλείσει την παγκόσμια αποδοχή τους. αντιθέτως, έλκουν συνεχώς το θεατρικό ενδιαφέρον. Έτσι και στη «Λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας», που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη, ο θεατής δεν μπορεί παρά να συναισθανθεί το δράμα των περιθωριακών αντιηρώων που ζουν μεταξύ της καθημερινής βιοπάλης­ και των προσωπικών αποτυχιών και να θαυμάσει πρώτα απ’ όλα ένα στιβαρό θεατρικό έργο, χαρακτηριστικό της συνολικής γραφής του ΜακΦέρσον, όπου ο προσεγμένος στη λεπτομέρειά του ρεαλισμός διαρρηγνύεται από ποιητικές και μεταφυσικές αποχρώσεις.

Το έργο προσφέρει στο ρεαλιστικό σκηνοθετικό ύφος της Σκότη το ιδανικό πεδίο για να αναδείξει την πραγματικότητα που βιώνουν τα πρόσωπα: ο Τόμι, που έχει πίσω του ένα διαλυμένο γάμο και μια κόρη που βλέπει σπάνια και βιοπορίζεται κάνοντας δουλειές του ποδαριού, φιλοξενούμενος του θείου του Μόρις, με τον οποίον όμως δεν έχουν ουσιαστικές επαφές. ο φίλος και βοηθός του Ντοκ, ο οποίος στηρίζεται ολοκληρωτικά επάνω του, καθώς η οριακή νοητική στέρηση του απαγορεύει μια καλύτερη δουλειά και ζωή. και η Έιμι, η νεαρή κοπέλα την οποία σώζει ο Τόμι από τον φίλο της Κένεθ που την έχει ωθήσει στην πορνεία και θα μείνει για κάποιο διάστημα μαζί του, καταλύοντας την καθημερινότητά του. Η εύστοχη σκηνογραφία του Γιώργου Χατζηνικολάου κάνει εικόνα το χάος στο οποίο ζουν. Το τέλος του έργου αμφίσημο, με περιθώρια μεταφυσικών αναγνώσεων και ανοιχτό ως προς την κατάληξη της σχέσης του Τόμι και της Έιμι, προσθέτει αποφασιστικά στην αξία ενός έργου που δεν μένει στερεωμένο σε έναν πεζό ρεαλισμό, αλλά ανοίγεται σε πεδία πάνω και πέρα από την απτή πραγματικότητα.

Η πρώτη ελληνική παρουσίαση του έργου το τιμάει με μια ισάξιας στιβαρότητας σκηνοθετική­ δουλειά, που εστιάζει στους ήρωες, εμβαθύνει στην ψυχολογία τους και δουλεύει τις μεταξύ τους σχέσεις, κάτι που αποτυπώνεται όχι μόνο στις καλές –στην πλειονότητά τους– ερμηνείες αλλά και στην άμβλυνση των διαφορών που παρατηρούνται σε όσους φαίνεται να υιοθετούν ένα πιο εξωτερικό ύφος. Λόγου χάρη ο Αργύρης Σαζακλής στον ρόλο του Κένεθ και μόνο σε στιγμές η Κατερίνα Μαούτσου, καθώς σε γενικές γραμμές επιτυγχάνει να συλλάβει την ψυχολογία μιας γυναίκας που είναι μαζί θύμα και θύτης. Ο Ερρίκος Λίτσης αποδεικνύει την υποκριτική του άνεση στον –μικρό– ρόλο του Μόρις, όπως και ο Δημήτρης Αλεξανδρής (Τόμι), ενώ ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης επιδίδεται σε μια αξιοσημείωτη και αξιομνημόνευτη ερμηνεία «οσκαρικών» προδιαγραφών: ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύει τον Ντοκ με κάθε ίνα του κορμιού του και κάθε κίνηση κι έκφραση είναι αληθινά συγκλονιστικός.

ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ Ναυπλίου 12 & Λένορμαν 94, Κολωνός, 2105138067. Διάρκεια: 105΄.

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης

  • ΣΤΕΦΑΝΟΣ πριν από 3 μήνες

    ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΔΙΚΑΙΩΝΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙ ΚΟΛΟΝΩ ΠΟΛΥ ΚΑΛΗ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΗΘΟΠΟΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΞΕΧΩΡΙΖΕΙ Ο Γ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΙΔΗΣ ΣΤΟΝ ΡΟΛΟ ΤΟΥ ΝΤΟΚ