Focus

Γκόρκι για εφήβους από τη Μαρία Μαγκανάρη

Από -

Η Εφηβική Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση μάς μεταφέρει από την προεπαναστατική Ρωσία στο σήμερα του ελληνικού καλοκαιριού με «οδηγό» τη σκηνοθέτιδα Μαρία Μαγκανάρη. Η παράστασή της «Οι παραθεριστές», που ανεβαίνει από τις 18/11, φέρνει στο προσκήνιο το ομώνυμο θεατρικό έργο που έγραψε ο Μαξίμ Γκόρκι το 1903, με στόχο να καταγγείλει την ψευτιά της (μεγαλο)αστικής ζωής και να στοχαστεί πάνω στο νόημα της ζωής, την επανάσταση και τον έρωτα. Θα «μιλήσει» στους έφηβους θεατές του σήμερα; Η αλήθεια είναι πως οι επαναστατικές ιδέες που περνούν μέσα από το έργο μπορούν να βρουν αντίκρισμα σε κάθε εποχή και σε κάθε ηλικία. Στοχασμοί ικανό να ταρακουνήσει εξίσου έναν δεκαπεντάχρονο όσο κι έναν ογδοντάχρονο. Γενικά, πάντως, το θέατρο παραμένει ένα μέσο ανοιχτού διαλόγου με τους έφηβους και τους νέους, ένα κοινό συνήθως εγκλωβισμένο εκφραστικά και παραμελημένο καλλιτεχνικά στον κόσμο των ενηλίκων.

Δέκα λόγοι για τους οποίους η Μαρία Μαγκανάρη θεωρεί το έργο σημαντικό

Είναι δυνατόν να προβλεφθούν τα ιστορικά γεγονότα; Κι όμως είναι. Οι κεραίες του Γκόρκι το 1904, χρονιά που γράφει τους “Παραθεριστές”, είναι ευαίσθητες και εντοπίζουν το σήμα της επερχόμενης επανάστασης. Η κεντρική ηρωίδα του έργου λέει: “Πιστεύω ότι σύντομα, ίσως αύριο, θα έρθουν άλλοι άνθρωποι, πιο δυνατοί και πιο τολμηροί, και θα μας σαρώσουν σαν σκόνη από προσώπου γης.” Ένα χρόνο μετά (1905) πραγματοποιείται η πρώτη, αποτυχημένη Ρωσική επανάσταση. Θα χρειαστούν ακόμα λίγα χρόνια για να επαληθευτεί πλήρως η “προφητεία” (Οκτωβριανή Επανάσταση, 1917).
Ο Γκόρκι δεν είναι μόνο ο “ιδρυτής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού”. Έχει ενδιαφέρον να ξαναδιαβάσουμε το έργο του, βάζοντας λίγο στην άκρη την ταμπέλα του στρατευμένου καλλιτέχνη. Δεν γνωρίζουμε εάν είχε κάποια επαφή με τα πρωτοπόρα ρεύματα της ψυχανάλυσης και τη σκέψη του Φρόϋντ, ωστόσο οι παρατηρήσεις του για τις ψυχικές συγκρούσεις των προσώπων του έργου είναι εντυπωσιακές. Φράσεις όπως: “Η ψυχή σου είναι καμπούρα”, ή “Όσοι ευεργετούν τους άλλους πρέπει μέσα τους να τους απεχθάνονται βαθιά..” εμπεριέχουν βαθιά παρατήρηση του ανθρώπινου ψυχισμού.
Οι σχέσεις ήταν και τότε δύσκολες! Το ζευγάρι, ως σχήμα αναγκαίο, και την ίδια στιγμή μάλλον καταδικασμένο να αποτύχει, περιγράφεται με έναν εξαιρετικά λεπτό, έξυπνο και σύγχρονο τρόπο στο έργο. Η αποξένωση μέσα στο πλαίσιο του τυπικού γάμου, η απιστία, η περιφρόνηση του ενός προς τον άλλο, η προδιαγεγραμμένη απαίτηση για τις γυναίκες να εκπληρώσουν τον μητρικό τους ρόλο, είναι θέματα που αγγίζονται με μεγάλη τόλμη. Ο Γκόρκι φέρνει στο προσκήνιο τις γυναίκες και τη χειραφέτησή τους: “Ποτέ δεν ήμουν αγαπημένη σου, ούτε εσύ αγαπημένος μου. Ήμασταν μόνο σύζυγοι. Τώρα είμαστε ξένοι. Σε αφήνω! Αυτή τη στιγμή!”, λέει μία από τις ηρωίδες του έργου.
Είναι σπάνιο να περιγράφεται τόσο εύστοχα το προφίλ του φαλλοκράτη, μισογύνη και μάλιστα, του θεωρούμενου διανοούμενου. Το 1904 ο Γκόρκι τολμά να ξεμπροστιάζει αυτό το είδος άνδρα (που δυστυχώς “ευδοκιμεί” και στις μέρες μας). Σε μια συζήτηση ανάμεσα σ’ έναν συγγραφέα, έναν δικηγόρο κι έναν μηχανικό ακούμε: “-Πρέπει να καταλάβουμε ότι οι γυναίκες παραμένουν μια κατώτερη ράτσα. (...) -Μια γυναίκα πρέπει να γεννάει. Μετά, ευτυχώς, την έχουμε στο χέρι.”

Σε μια εποχή που το παιδί δεν θεωρούνταν καν άνθρωπος με δικαιώματα, ο Γκόρκι, όχι μόνο θίγει το ζήτημα της παιδικής κακοποίησης, αλλά θέτει το θέμα της διαπαιδαγώγησης των παιδιών σε νέα βάση. Η χειραφετημένη γιατρίνα του έργου δηλώνει πως είναι φίλη με την έφηβη κόρη της. Όταν την ρωτούν πώς το κατάφερε αυτό, λέει: “Πρέπει να είμαστε ειλικρινείς με τα παιδιά μας και να μην τους κρύβουμε την αλήθεια ή να τα εξαπατούμε.”
Η Ιστορία επαναλαμβάνεται: Οι ήρωες των “Παραθεριστών”, γόνοι της εργατικής τάξης, πρώτη γενιά που σπουδάζει και αποκτά χρήματα, μου θυμίζουν τόσο πολύ την Ελλάδα των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων, των δεκαετιών ‘ 80 και ‘ 90. Εκείνα τα χρόνια υπήρχε μια ψευδαίσθηση ότι είχαν αμβλυνθεί τελείως οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις στη χώρα μας. Σαν να είχε έρθει η ώρα που ο “φτωχός” θα έπαιρνε την εκδίκησή του. Αυτή η “μικρομέγαλη” τάξη που δημιουργήθηκε τότε, ξέχασε πολύ γρήγορα από που προερχόταν (όπως και οι ήρωες του Γκόρκι), και αναλώθηκε σε μια διαρκή κραιπάλη στον δημόσιο και ιδιωτικό βίο της, θεωρώντας πως έτσι πατσίζει για τα όσα είχε στερηθεί.
Υπάρχει στο μυαλό μου και μια πιο άμεση σύνδεση του έργου με τη δική μου γενιά και την αμηχανία με την οποία αντιμετωπίζουμε το παρόν και το μέλλον μας. Λέει κάπου η βασική ηρωίδα του έργου: “Η χώρα μας δεν είχε ποτέ πριν τόσους μορφωμένους ανθρώπους που να προέρχονται από το λαό. Και τι κάνουμε; (...) Είμαστε παραθεριστές στη χώρας μας, περαστικοί! Δεν πράττουμε, μόνο μιλάμε”.
Το “τσεχοφικό” στοιχείο που υπάρχει στο έργο, με συγκινεί βαθιά . Ο Γκόρκι σεβόταν και θαύμαζε απεριόριστα τον Τσέχοφ, μάλιστα του αφιερώνει το συγκεκριμένο έργο. Οι “Παραθεριστές” πρωτοπαρουσιάζονται το 1904, χρονιά θανάτου του Τσέχοφ, λίγους μήνες μετά την πρεμιέρα του “Βυσσινόκηπου”. Και είναι σαν να μας δείχνουν τι συνέβη μετά το τέλος του Βυσσινόκηπου, μετά την διάλυση και καταστροφή του. Τα εξοχικά που φτιάχτηκαν εκεί, φιλοξενούν πλέον τα αδιέξοδα των νέων παραθεριστών, των ηρώων του Γκόρκι.
Σε μια από τις αγαπημένες μου σκηνές του έργου, δίνεται μια απολαυστική περιγραφή στο ερώτημα πώς παίζεται το θέατρο: ένας υπηρέτης που ξέρει, περιγράφει σ’ έναν άλλον που δεν ξέρει. Αυτό το αυτοαναφορικό σχόλιο μου θυμίζει την παράδοση του “θεάτρου μέσα στο θέατρο”, που χαρακτηρίζει τόσα μεγάλα έργα, από τον Σαίξπηρ και τον Τσέχοφ, μέχρι τον Πιραντέλλο!
Ενώ θίγονται τόσα σοβαρά υπαρξιακά ζητήματα στους «Παραθεριστές» του Μαξίμ Γκόρκι υπάρχει χώρος για χιούμορ!

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης