Κριτική

Επικίνδυνες σχέσεις

Από -

Με επικεφαλής τους Κιμούλη, Κοντού, Παπαχαραλάμπους και Παπούλια, μια παράσταση άκρως προσεγμένη σε επίπεδο παραγωγής και άκρως διχασμένη σε επίπεδο δραματουργίας, σκηνοθεσίας και υποκριτικής. Σε ατμόσφαιρα Μεσοπολέμου η έναρξη, σε συνθήκες ερωτικής κομεντί, με σόκιν αστεία και σύγχρονα ήθη, η συνέχεια.

Σαν σαρκαστικό φιλοσοφικό παιχνίδι στη ζοφερή ατμόσφαιρα του Μεσοπολέμου, με φόντο την παγκόσμια ύφεση και την αναρρίχηση του Χίτλερ στην εξουσία, ξεκινά η παράσταση. Επιστολές δια­βάζονται με φωνές off, πλάνα εποχής προβάλλονται στο βάθος και ο ζωντανός διάλογος «σπάει» για να εισβάλει το παρελθόν με τη μορφή φλας μπακ ή παράλληλης αφήγησης, βάσει εύστοχα δουλεμένων τεχνικών του κινηματογράφου κι ευφάνταστων σκηνοθετικών αλλαγών. Ο Γιώργος Κιμούλης πρωταγωνιστεί στον ρόλο του Βαλμόν, «μιας παθολογικής περίπτωσης Δον Ζουάν», όπως τον περιγράφει ο Λακλό, και υπογράφει εξίσου τη διασκευή και τη σκηνοθεσία του περιβόητου επιστολικού μυθιστορήματος «Επικίνδυνες σχέσεις» (1782 ).

Η υπόθεση είναι πάνω κάτω γνωστή, κυρίως από την κινηματογραφική μεταφορά του έργου διά χειρός Στίβεν Φρίαρς. Λίγο προτού η Γαλλική Επανάσταση τους κόψει το κεφάλι, δύο αριστοκράτες πρώην εραστές, η μοιραία χήρα Μερτέιγ και ο καζανόβας Βαλμόν, σκοτώνουν την πλήξη τους και ανασταίνουν τη ματαιοδοξία τους εμπλέκοντας «αθώους» σε παιχνίδια ίντριγκας και αποπλάνησης. Ο Κιμούλης τοποθετεί τη δράση στα χρόνια του Μεσοπολέμου με σημείο αναφοράς την πυρπόληση του γερμανικού κοινοβουλίου το 1933, πιθανότατα για να καταστήσει πιο «οικεία» την εκκωφαντική αναισθησία των δύο εγωκεντρικών εραστών απέναντι σε όσα κοσμογονικά γεγονότα διαδραματίζονται έξω από τις κάμαρές τους.

Η θεατρική διασκευή του Κιμούλη καταφέρνει να αποδώσει την αίσθηση και τις βασικές συντεταγμένες των γεγονότων με θεατρικότητα και στακάτο ρυθμό. Χωλαίνει όμως σε επίπεδο σκηνικού ήθους. Οι ηθοποιοί δηλαδή, αντί να εμφορούνται από τα ήθη του Μεσοπολέμου, αλλοιώνουν τις αρχικά συνεπείς ερμηνείες τους για να παίξουν «σημερινά», «καθημερινά» και «δήθεν φυσικά». Ειδικά στο δεύτερο μέρος, με τον Κιμούλη προεξάρχοντα, ο θίασος εγκαταλείπει τη σαρκαστική ευστροφία του πρωτοτύπου για να ολισθήσει σε στιχομυθίες και συμπεριφορές ερωτικής δραμεντί – ενίοτε ακόμη και σεξοκωμωδίας. Οι σόκιν αστεϊσμοί (με τον Κιμούλη­ να επαναλαμβάνει περιπαικτικά «Το κάνατε μόνο μία φορά; Μα μόνο μία;» ή με τη Μάρα Δαρμουσλή να περπατά με τα σκέλια ανοιχτά ύστερα από μια νύχτα πάθους ) εξασφαλίζουν κάποια πνιχτά γελάκια από μερίδα του κοινού, αφανίζουν όμως το ειρωνικά κομψό ύφος του πρωτοτύπου όσο και το υποκριτικό κύρος.

Η Εβελίνα Παπούλια φαντάζει­ ιδανική ως Μερτέιγ και, παρά τις κάποιες υπερφίαλες στιγμές, αποδίδει έγκυρα τον ρόλο. Συνεπής αν και κάπως μονόχορδη είναι η Άννα-Μαρία Παπαχαραλάμπους ως μαντάμ Ντε Τουρβέλ και αξιοπρεπής η Μάρω Κοντού ως αινιγματική θεία. Δίχως η διανομή να πείθει απόλυτα, ο θίασος αντεπεξέρχεται (παίζουν επίσης οι Σπ. Σαραφιάνος, Λ. Κτεναβός, Ν. Μπουκλή, Χρ. Κλούβα, Αστ. Κρικώνης, Θ. Μπουζικάκος, Στ. Παναγιωτίδης, Σπ. Πετούσης και Μ. Σαρρή ). Οι υπερκιτς ανάγλυφες στήλες ένθεν κακείθεν τού –κατά τα άλλα λειτουργικού– σκηνικού θα μπορούσαν να λείπουν (σκηνικά και φωτισμοί: Pawel Dobrzycki ), ενώ συμβατικά ωραία είναι τα κοστούμια της Σοφίας Νικολαΐδη.

Διάρκεια: 120΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα * e-mail
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης