Ενρίκ Νόλια: "Η Ευρώπη είναι ακόμα ζωντανή και γενναιόδωρη"

Από -

Ο 47χρονος Καταλανός συγγραφέας Ενρίκ Νόλια ξέρει πολλά και ενδιαφέροντα για την Ελλάδα όσο και το θέατρο και μας μιλά με αφορμή το έργο του «7/24 Ο θρύλος του άντρα που αιωρείται πάνω από τα πάρκα» που ανεβαίνει σε παγκόσμια πρεμιέρα και σε σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση στη Knot Gallery στις 23/2.

Τι σε ώθησε να γράψεις το «7/24 Ο θρύλος του άντρα που αιωρείται πάνω από τα πάρκα»; 
Το αρχικό ερέθισμα μου το έδωσε η εμπειρία που γεννά την ενοχή, το πώς από ένα τυχαίο συμβάν, στο οποίο είναι αμφίβολο αν μπορεί κανείς να εντοπίσει το στοιχείο της ευθύνης, κατασκευάζεται μια εσωτερική τραγωδία, κινητοποιώντας τη θέληση για τροποποίηση της πραγματικότητας μέσω του φαντασιακού. Το πώς σταματάς το θάνατο και, με αυτόν τον τρόπο, πώς κατακτάς την εσωτερική ηρεμία. Αυτή η προσέγγιση με οδήγησε σε ένα αναστοχασμό περί των σαδιστικών θεμελίων της δυτικής κοινωνίας, για το τους τρόπους με τους οποίους το μυαλό ορισμένων ανθρώπων διαχειρίζεται και ενεργοποιεί τους μηχανισμούς που οδηγούν στην εξιλέωση από τις ενοχές. Ποια τιμωρία είναι αναγκαία για να σωθεί κανείς; Για να σώσει κάποιον άλλο; Και, ως απάντηση σε όλα αυτά, το παράλογο της ζωής του πρωταγωνιστή που αφιερώνεται, ψυχή τε και σώματι, κυριολεκτικά, στη θυσία και στην απόλυτη υποταγή· μια θυσία δίχως συνομιλητή: εξ’ ου και η τόση σιωπή. Από σύμπτωση, έφτασε στα χέρια μου η μικρή αγγελία που είχε δημοσιεύσει κάποιος σε μια σελίδα γνωριμιών, όπου δήλωνε πως προσέφερε ένα παιχνίδι απόλυτης υποταγής για μία εβδομάδα, 7 ημέρες, 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, 7/24, και μου φάνηκε μια αλληγορία επαρκώς διαφωτιστική για να επεξεργαστώ τη δομή του έργου. 

Το έργο σου ανεβαίνει στην Ελλάδα στην καρδιά του χειμώνα της μεγάλης δυσαρέσκειάς μας. Ποια είναι η σχέση σου με την Ελλάδα και ποια η γνώμη σου για την οικονομική κρίση, την άνοδο του νεοφασισμού και την κοινωνική αναταραχή της χώρας μας; Πώς εκτιμάς το ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο όλο ζήτημα; 
Πριν από ένα χρόνο περίπου (χρονικό σημείο που συμπίπτει με τη γνωριμία μου στη Βαρκελώνη με τον Θέμελη Γλυνάτση ) έμαθα τη δυσάρεστη είδηση του θανάτου του έλληνα σκηνοθέτη Θεόδωρου Αγγελόπουλου. Πέρασα αρκετές ημέρες διαβάζοντας αφιερώματα και άρθρα που δημοσιεύτηκαν στον Τύπο και αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο ήταν να καταλάβω γιατί δεν δέχθηκε εγκαίρως, μετά το δυστύχημα, τις πρώτες βοήθειες. Μου φάνηκε ότι επρόκειτο για ένα ζήτημα θεμελιώδους σημασίας και μάλιστα εντός του πλαισίου  του μεγάλου οικονομικού κατακλυσμού που ζούσε (και εξακολουθεί να ζει ) η Ευρώπη, και ιδιαιτέρως η Ελλάδα. Είναι γεγονός πως δεν μπόρεσα να αποφύγω τη σκέψη πώς ο θάνατος του Αγγελόπουλου ήταν μια μεταφορά για την κατάσταση της Ελλάδας. Η σκέψη ότι το σώμα ενός από τους σημαντικότερους σύγχρονους ευρωπαίους στοχαστές και δημιουργούς βρισκόταν πεσμένο στο δρόμο, αφημένο στην τύχη του, ή μάλλον, στο θάνατό του, σε κάποιον ανώνυμο δρόμο του Πειραιά, μου φαινόταν ένα ιδιαίτερης σπουδαιότητας γεγονός που μπορούσε να μου χρησιμεύσει για να έχω εικόνα για την κατάσταση στην Ελλάδα. Αυτή η τόσο ωμή εικόνα ενός ετοιμοθάνατου άντρα που αιμορραγεί στο οδόστρωμα, δίχως μέλλον… στα χέρια κάποιων που είναι ανίκανοι να κάνουν τη δουλειά τους και τον αφήνουν παρατημένο… Και σε περίπτωση που δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο ποιους χαρακτηρίζω «ανίκανους να κάνουν τη δουλειά τους», μιλάω για τους εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.Η Ισπανία επίσης έζησε το ίδιο δυστύχημα, κατά πως φαίνεται ο μοτοσικλετιστής χτύπησε θανάσιμα πρώτα την Ελλάδα και, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, λόγω των χιλιομέτρων που χωρίζουν τις δύο χώρες, παρέσυρε την Ισπανία και μαζί της την Καταλονία. Εδώ επίσης εγκαταλείπονται άνθρωποι ετοιμοθάνατοι στους σκοτεινούς και ανώνυμους δρόμους των λιμανιών. Τότε είναι που έρχεται η σειρά των νεοφασιστών, οι οποίοι σαν όρνια πλησιάζουν απειλητικοί για να κάνουν τη βρόμικη δουλειά: να αφανίσουν τα ελάχιστα ίχνη δημοκρατίας, γνώσης, ανθρωπισμού και εξυπνάδας που απομένουν, την ίδια τη μνήμη. Ειλικρινά τους φοβάμαι, τους φοβάμαι· αισθάνομαι αδύναμος μπροστά σε αυτή την τόσο μεγάλη έκφραση βαρβαρότητας και απουσίας ανθρωπισμού. Γίνομαι σαν μικρό παιδί: μπροστά σε ένα φασιστικό χαιρετισμό, κλείνω τα μάτια μου, δεν θέλω να τον δω, δεν υπάρχει… Αυτό.   

Παρεμπιπτόντως, είναι η πρώτη φορά που έρχεσαι στην Αθήνα; 
Είναι η τρίτη φορά που επισκέπτομαι την Αθήνα, αλλά είναι η πρώτη φορά που το κάνω για να εργαστώ ή, μάλλον, για να δείξω τη δουλειά μου. Είναι τιμή για μένα που έχω την ευκαιρία να κάνω κάτι τέτοιο γιατί καταλαβαίνω πως αν μπορεί να γίνει κάτι για να ξεπεραστεί αυτή η κρίση, αυτό θα γίνει μέσω της τέχνης, που αποτελεί μια πράξη αντίστασης.

Έχεις γράψει ένα έργο με τον τίτλο «El berenar d’ Ulisses» («Το κολατσιό του Οδυσσέα» ). Ποια είναι η σχέση του με το Ομηρικό έπος; Είναι, κατά μία έννοια, μια προσωπική εκδοχή σου στην «Οδύσσεια»; 

Κατά κάποιο τρόπο ναι, γιατί στο έργο αναφέρομαι στην εμπειρία της μετανάστευσης, αν και το κάνω για να δείξω την ιστορίας μιας οικογένειας, και όχι ενός μεμονωμένου ανθρώπου, η οποία στην προσπάθειά της να κρατήσει τη συνοχή της, παρά τη γεωγραφική διασπορά, δημιουργεί ένα μύθο μεγαλείου όντας, όμως, αναπόφευκτα καταδικασμένη να εξαφανιστεί. Για τον Οδυσσέα υπάρχει, τουλάχιστον, η πιθανότητα και η ελπίδα της επιστροφής.

Γεννήθηκες στο Καράκας της Βενεζουέλας από οικογένεια καταλανών μεταναστών και ζεις στη Βαρκελώνη από το 1991. Πώς έχουν επηρεάσει αυτές οι διαφορετικές «ζωές», χώρες και κουλτούρες τη δουλειά σου; 

Όλη μου τη ζωή γράφω για το αποτέλεσμα αυτής της ζωτικής και, κατά κάποιο τρόπο, αποσπασματικής εμπειρίας, δίχως μια πατρίδα, δίχως μια δική μου κουλτούρα, δίχως μια γλώσσα την οποία να αισθάνομαι απολύτως δικιά μου, που να γεμίζει το κενό της ταυτότητας… και, παρ’ όλα αυτά, με τη σφοδρή επιθυμία να φτάσω, στο τέλος, σε έναν τόπο που να γεμίσει αυτό το κενό. Όλα τα πρόσωπα των έργων μου, όλες μου οι ιστορίες είναι αναπόφευκτα προσανατολισμένες στο να μιλάνε για το χαμένο τόπο. Ο μετανάστης έχει πολύ έντονα μέσα του την εμπειρία της απουσίας αυτού του κόσμου, του κόσμου των ζωντανών, και τα παιδιά του μπολιάζονται, κατά κάποιο τρόπο, από την εμπειρία ότι δεν ανήκουν σε κανέναν τόπο, ούτε ανάμεσα στους ζωντανούς, ούτε ανάμεσα στους νεκρούς… και τότε χάνονται σε παιχνίδια μίμησης: προκειμένου να ανήκουν κάπου!

Τι σκέφτεσαι για το σύγχρονο θέατρο; 
Δεν είμαι, και δεν σκοπεύω να γίνω ούτε ιστορικός, ούτε θεωρητικός, ούτε, πόσο μάλλον, κριτικός θεάτρου και από την οπτική γωνία του δημιουργού δεν μπορώ να έχω μια αντικειμενική άποψη του θέματος. Παρ’ όλα αυτά, θα τολμούσα να πω ότι το σύγχρονο θέατρο είναι, στις μέρες μας, όσον αφορά την αισθητική του, μια εμπειρία ανοιχτή, δίχως όρια, όπου όλη η ανθρώπινη εμπειρία συρρέει, σαν να είμαστε μάρτυρες ενός εξαιρετικού γεγονότος, σαν να παρακολουθούμε, όλοι μαζί, την αναπαράσταση ολόκληρης της ιστορίας του θεάτρου. Αυτή η άποψη δεν προκύπτει από τη θεατρική παραγωγής μιας συγκεκριμένης πόλης ή χώρας, αλλά ολόκληρου του κόσμου: πρόκειται, με άλλα λόγια, για τη συνύπαρξη χιλιάδων τρόπων να κάνει ή να σκέφτεται κανείς το θέατρο. Περιέργως, και αντίθετα με τα όσα προείπα, κάθε μία από αυτές τις ζωντανές μορφές θεάτρου διατηρεί την ικανότητα να αμφισβητεί την ύπαρξη των υπολοίπων. Ένας παράδοξος τρόπος συνύπαρξης.

Η διεθνής οικονομική κρίση δεν έχει αφήσει ανεπηρέαστη την Τέχνη. Στη δική σου χώρα, υπάρχουν ακόμη περιθώρια για εναλλακτικά και πρωτοπόρα καλλιτεχνικά πρότζεκτ; 

Ναι, πράγματι, αλλά είναι αλήθεια ότι στην Ισπανία, και ιδιαίτερα στην Καταλονία, υπάρχουν ακόμα κάποια απομεινάρια του ναυαγίου - δεν ξέρω αν αυτό είναι για καλό ή για κακό. Για παράδειγμα, γνωρίζω ότι όσον αφορά τα οικονομικά, πολλές θεατρικές ομάδες βρίσκουν νέους τρόπους χρηματοδότησης, όπως το να αφήνουν το θεατή να επιλέγει εκείνος την τιμή στη θεατρική παράσταση που μόλις είδε. Από την άλλη, όμως, είναι πολύ θλιβερό να βλέπουμε πώς ένα τόσο σημαντικό πρότζεκτ όπως ήταν το T-Sis, που είχε σχεδιαστεί από το Εθνικό Θέατρο Καταλονίας και είχε ως στόχο την ενθάρρυνση της παραγωγής νέων θεατρικών έργων, υποχρεώθηκε να κλείσει τις πόρτες του. Είναι προφανές ότι έχουν αλλάξει τα δεδομένα και ίσως η μορφή του παντοδύναμου κράτους που θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα Δημόσιο θέατρο να είναι πλέον, σε αυτό το μίζερο παρόν, μια μακρινή ανάμνηση. Θα φέρουν, άραγε, οι νέοι καιροί ξανά στη μόδα τους θεατρίνους που ταξίδευαν από χωριό σε χωριό με τις άμαξές τους, λαμβάνοντας σε αντάλλαγμα ψωμί και μερικά νομίσματα;
Δεν είναι όμως η στιγμή για μεμψιμοιρίες. Πρέπει να εξακολουθήσουμε να δουλεύουμε και μάλιστα περισσότερο από ποτέ. Όπως είπα σε προηγούμενη απάντησή μου, η δημιουργία πρέπει να αποκτήσει ξανά αφ’ εαυτής ανταλλακτική αξία, να γίνει ένα όργανο αντίστασης. Έχει αποδειχτεί πλέον ότι η αγορά δεν έχει το δίκιο με το μέρος της- δεν το είχε ποτέ.    

Η Ισπανία και η Ελλάδα έχουν ένα παρόμοιο πρόσφατο παρελθόν εμφυλίων πολέμων και δικτατορικών καθεστώτων και μοιράζονται ένα μάλλον κοινό παρόν: φτώχεια, πολιτικά σκάνδαλα, αμφισβήτηση των δημοκρατικών ηθών... Συμφωνείς; Πώς φαντάζεσαι το μέλλον των τόπων μας; 
Ναι, είμαι απολύτως σύμφωνος. Αισθάνομαι να με αφορά έντονα αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα και είμαι ελάχιστα αισιόδοξος για τα μελλούμενα. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι μπόρεσα να ταξιδέψω μέχρι την Αθήνα με το έργο μου, μέσω των ελλήνων συνομιλητών μου, του Θέμελη Γλυνάτση, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και της Αλεξάνδρας Γκολφινοπούλου, με όλη την προσπάθεια και το κόστος που αυτό συνεπάγεται, και με μοναδική προσμονή την αναγνώριση ως καλλιτέχνες και δημιουργοί, μου χρησιμεύει για να αναγνωρίσω πως, παρά τις δυσκολίες «La nave va…» και πως, κατά βάθος, η Ευρώπη είναι ακόμα ζωντανή και γενναιόδωρη.

Ευχαριστούμε θερμά τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο για τη μετάφραση της συνέντευξης. 

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης