Κριτική

Γίδι 13/20

Από -

Μια ψαγμένη χασαποταβέρνα νέας γενιάς, ντυμένη με γερές δόσεις από το σαρκαστικό χιούμορ του Βασίλη –«Ψάριστον»– Ακρίβου, είναι ό,τι πρέπει για off Broadway τσιμπούσι ποιότητος στη Μεταμόρφωση.

Λαϊκά κάτω απ’ τις μουριές: Η αθλητική φανέλα της φανταστικής ομάδας Sutzuki (ή μήπως υπάρχει;) μέσα στην ψησταριά, δεν είναι παρά μια μικρή έκφραση του σαρδόνιου, αριστοφανικού χιούμορ που ο δημιουργός της ταβέρνας Βασίλης Ακρίβος έχει καλλιεργήσει συστηματικά στο περίφημο πλέον «Ψάριστον». Άλλο ένα δείγμα του αντισυμβατικού του στιλ είναι η παρκαρισμένη στην αυλή του «Γιδιού» τσίλικη μαύρη μοτο-καντίνα με την επωνυμία «Black Fat Rabbit» που κάνει pop-up happening στην πόλη. Αλλά και το όνομα του μαγαζιού, ειρωνικό και άρρωστα κρεατολαγνικό μαζί, σου μιλάει. Ο Ακρίβος έχει μετατρέψει το επίσης δικό του «Τσιπουτάπας» σε μια περιποιημένη χασαποταβέρνα με μια αύρα απ’ τα παλιά –λέγε με ’60s–, με μουσική υπόκρουση που αντλεί συστηματικά από τα λαϊκά εκείνης της περιόδου, αλλά και από Παντελίδη, Καρρά κ.ο.κ.

Το μαγαζί είναι ωραίο, με μια καλοφτιαγμένη μεγάλη αυλή μπροστά από το πέτρινο κτίσμα του. Τα τραπέζια είναι στρωμένα με τα χάρτινα σουπλά τους κάτω από τις μεγάλες μουριές που το φύλλωμά τους έχει θεριέψει. Μέρος αναπόσπαστο του σκηνικού η παλιομοδίτικη ψησταριά, κλεισμένη πανταχόθεν με υαλοπίνακες, έχει μέσα της εκτός από τις σχάρες και τα κάρβουνα, τα τσιγκέλια και τον πάγκο του χασάπη, σπέσιαλ ψυγεία σιτέματος όπου ωριμάζουν διάφορα ξεχωριστά κρέατα. Πάνω της είναι κολλημένες σαν ραβασάκια λαϊκές σοφίες του τύπου: «καψούρα, ουίσκι και του Καρρά οι δίσκοι»…

Χασαποταβέρνα και παλιά δαντέλα: Ο Βασίλης Ακρίβος έχει μια μανία με τον απλό λαϊκό πολιτισμό, τον οποίο έχει τη μαγκιά να τον βλέπει με πολύ σύγχρονο μάτι. Έτσι, ενώ μέσα στη γυάλινη ψησταριά βρίσκεις ό,τι και στις χασαποταβέρνες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, την ίδια στιγμή υπάρχουν και κάποιοι σημαντικοί νεωτερισμοί. Εκτός από την κλασική σχάρα, κομμάτια κρέατος μπαίνουν και σε μια άλλη που θυμίζει τον κλασικό δίσκο του καφενείου με το χερούλι και ανεβοκατεβαίνει στο κατάλληλο ύψος με αλυσίδα. Το πιο σημαντικό όμως είναι τα ψυγεία του σιτέματος, γεμάτα μοσχάρια ντόπια και γαλλικά, πρόβατα, αρνιά και χοιρινά, από τα οποία όμως κατά κάποιο περίεργο τρόπο λείπει το κατσίκι! Επικεφαλής του μαγαζιού ο κρεοπώλης και ψήστης Γιάννης Κουστένης, που σε βοηθάει να διαλέξεις το κατάλληλο κομμάτι αφού ξέρει από πρώτο χέρι τι είναι σιτεμένο και έτοιμο, και τι όχι.

Στα προκαταρκτικά πάντως η σαλάτα με ντομάτα (ξεφλουδισμένη σημειωτέον), αγγούρι και μεγάλα κομμάτια κρεμμυδιού έρχεται πολύ περιποιημένη με χοντρό αλάτι και ρίγανη σε μπολάκι. Οι μακαρούνες (σιουφιχτά) είναι πεντανόστιμες, βρασμένες σε ζωμό από κόκαλα και κεφαλάκια με τριμμένη μυζήθρα που τους πάει πολύ – είμαι σίγουρος ότι θα ήταν ακόμη καλύτερες αν στο πιάτο υπήρχε και λίγο ζουμάκι. Ωστόσο εγώ δεν το έβαλα κάτω και τις βούτηξα στη θεάρεστη σάλτσα μιας αρνίσιας συκωταριάς που ήρθε με το τηγάνι της μπροστά μας, δίνοντάς τους μια νέα διάσταση. Τα συκωτάκια, πλεμονάκια, γλυκάδια και σία έχουν τη νοστιμάδα που περιμένεις, και με το παραπάνω.

Τραγανές και μάλλον διπλοτηγανισμένες οι καλές πατάτες που σερβίρονται μέσα σε παλιομοδίτικο αλουμινένιο σουρωτήρι. Και τώρα στο ψητό. Ακολουθώντας τη συμβουλή του Κουστένη, πήρα χτένι και το κρέας της μοσχίδας εμφανίστηκε πολύ νόστιμο και τρυφερότατο, έχοντας το πλεονέκτημα να τρώγεται πολύ ευχάριστα ακόμη και κρύο. Ανάλογης ποιότητας ήταν και το μπούτι του προβάτου, καλοσιτεμένο, γευστικότατο και μελωμένο. Κοντά του, αλλά μια ιδέα πιο σκληρά ήταν τα τεράστια πρόβεια παϊδάκια, με πιο καλό το «μάτι» τους αλλά και το κρέας πάνω στο κοκαλάκι τους προκλητικό.

Δίπλα μου περνούσαν κάτι γιγάντιες σταβλίσιες medium rare και οι αναστεναγμοί των «συνδαιτυμόνων» με έπειθαν ότι την επόμενη φορά που θα έρθω θα πρέπει να παραγγείλω μια τέτοια, όπως και μπιφτέκια με σιτεμένο κιμά. Στεναχωρήθηκα που εκείνη την ημέρα δεν υπήρχε το σπέσιαλ γαρδουμπάκι, με γλυκάδια κι έντερα που σερβίρεται με γιαούρτι και κάρι, για το οποίο μου είχαν πει τα καλύτερα. Και θα παραπονεθώ στον ψήστη διότι το πολύ νόστιμο μπούτι από μαύρο χοίρο ήρθε παραψημένο από υγιεινιστική υπερβολή, αλλά έναν πελάτη που σου παραγγέλνει το μοσχάρι του σχεδόν ωμό οφείλεις να τον ρωτάς. Στο μενού είδα και κάτι σούπες με πατσά και ποδαράκια, αλλά υποθέτω ότι θα πρέπει να κρυώσει ο καιρός για να τις χαρώ.

Η επίσκεψη του κριτικού στο εστιατόριο έγινε στις 19/9.

ΓΙΔΙ Λεωφ. Τατοΐου 17, Μεταμόρφωση, 2102828848. Ωράριο λειτουργίας: Κλειστά Δευτ. Τιμή: € 18-22 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Όχι. Πάρκινγκ: Στους γύρω δρόμους.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Κακό: κάτω από 11,5/20
Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20
Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης

  • TASOSP πριν από 18 ημέρες

    Nομίζω ότι θα πρέπει να γίνετε πιο ευρηματικοι με τις βαθμολογίες σας . Τα πάντα παίρνουν 13 . Επίσης πολλές φορές διαβάζοντας περιμένεις έναν άλλο βαθμό αλλά ..τίποτα.