Οι δρόμοι είναι άδειοι, δεν έχει νυχτώσει ακόμα και περπατάω στο κέντρο της πόλης. Καταφεύγω στην αγαπημένη μου διαδρομή, που καταλήγει ν’ ανεβαίνει τη Θεμιστοκλέους, να στρίβει στη Μεθώνης, να κάνει μια βόλτα στου Στρέφη.
Κάτι τέτοιες ώρες θυμώνω που έχω την ακραία βεβαιότητα ότι αυτή η πόλη, αυτός ο χρόνος, δεν είναι για μένα, για μας, για κανέναν από τους ανθρώπους που ξέρω. Είναι γι’ αυτή τη δισδιάστατη φυλή που μπαίνει σαν οδοστρωτήρας απ’ τους τοίχους και τις οθόνες και πολιορκεί το θυμικό μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου να διαβάζει το περιβάλλον. Ίδιοι μεταξύ τους, μακρινοί και οικείοι, ενωμένοι και αμετακίνητοι, μια φυλή που έχει εκχωρήσει το βάθος της στο βλέμμα των άλλων παίζει μαζί τους το «γητεύει ο Γιάννης το θεριό και το θεριό τον Γιάννη». Και μια ανία σαν λερναία ύδρα, αδύνατο να νικηθεί, όσο άγρια κι όσο περίτεχνα κι αν μας πουν την ίδια –εντέλει– ιστορία.
Κατηφορίζω, πιάνω πάλι τη Μεθώνης και πριν από τη Μαυρομιχάλη κάθομαι για έναν καφέ στο «Σέλας». Κάθομαι, όπως πάντα, στη μεγάλη τζαμαρία και χαζεύω τον πεζόδρομο.
Στην πραγματικότητα δεν τους θαυμάζουμε, τους κοιτάμε πια, όπως τα ζώα στα ντοκιμαντέρ. Αλλά όταν μας περνάνε από εξετάσεις οι όποιοι επίδοξοι κηδεμόνες και εργοδότες, τους μιμούμαστε· μιμούμαστε την εικόνα της αψεγάδιαστης και παραδομένης νεότητας και παπαγαλίζουμε τη γλώσσα τους. Ένα πάρε δώσε όπου τα πρόσωπα είναι ανταλλάξιμα και το πηλίκο πάντα μηδέν.
Και εντωμεταξύ ο φακός περνάει –αφού εμπεδώθηκε η εικόνα ματιών και οπισθίων που καταφάσκουν πειθήνια και καθρεφτίζουν το «έχω άρα υπάρχω»– στο επόμενο στάδιο, στην ανενδοίαστη πια δοξολογία του πραγματικού του πάτρωνα: καυτά και παλλόμενα χαρτονομίσματα, σαν κι αυτά που μας απειλούν ότι οσονούπω θα περάσουν στη σφαίρα του αόρατου.
Εδώ, πάντως, είναι το μικρό γαλατικό χωριό, όπου δεν υπάρχουν εργοδότες και υπάλληλοι, οι αφίσες δεν διαφημίζουν, είναι προτάσεις, πληροφορίες, προσκλήσεις και δεν ισχύει το δόγμα –που τελικά απεδείχθη καταστροφικό– ότι «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο».