Ήμουν εκεί

Τραγουδώντας για την Κάλλας 40 χρόνια μετά…

Από -

40 χρόνια πέρασαν από το θάνατο της Μαρίας Κάλλας, η σκιά και η κληρονομιά της οποίας εξακολουθούν να κυριαρχούν στο γαλαξία της όπερας.

Εύλογα, τα δύο πρόσφατα αφιερώματα σε Ηρώδειο και Μέγαρο ήσαν άκρως ευπρόσδεκτα. Αφενός γιατί η επέτειος της απώλειάς της (16 Σεπτεμβρίου) δεν τιμόταν τα τελευταία χρόνια -της κρίσης- όσο και όπως άλλοτε. Αφετέρου γιατί αναζωπύρωσαν τη συζήτηση για τη στόχευση και τη χρησιμότητα τέτοιων εκδηλώσεων με δεδομένη τη μάλλον ωχρή εγχώρια λυρική πραγματικότητα.

Πώς τιμά κανείς ενδεδειγμένα και πραγματικά μια τέτοια ντίβα; Μετακαλώντας μία καταξιωμένη ξένη τραγουδίστρια, όπως έπραττε συστηματικά μέχρι σήμερα το Ωδείο «Athenaeum» που συνδιοργάνωσε φέτος το παραδοσιακό γκαλά του με το Μέγαρο και την ΚΟΑ; Και πόσο «μεγάλο» και «σημαντικό» πρέπει να είναι το μετακαλούμενο όνομα, ιδίως όταν λίγες μέρες αργότερα εμφανίζεται στην Αθήνα -με άλλη ευκαιρία- μία γνήσια οπερατική ντίβα; Ή μήπως προσφέροντας ό,τι καλύτερο διαθέτεις από πλευράς «στελεχιακού» δυναμικού, όπως έπραξε η ΕΛΣ;

Και σε αμφότερες τις περιπτώσεις, τί πράττεις από πλευράς ρεπερτορίου, ιδίως όταν καμία από τις ερμηνεύτριες δεν διαθέτει τη φωνή της Κάλλας ή δεν ειδικεύεται (αποκλειστικά) στο ρεπερτόριό της, καθιστώντας κάθε σύγκριση περιττή; Αποτελεί μονόδρομο η ανακύκλωση ενός περιορισμένου αριθμού δημοφιλέστατων αριών (πχ. Βέρντι, Πουτσίνι) ή εκτείνεται η επιλογή και σε άριες από όπερες τις οποίες η Κάλλας δεν ερμήνευσε επί σκηνής ή ερμήνευσε ελάχιστα ή απλώς ηχογράφησε; Και, πάντως, πώς αξιολογείται το ενδεχόμενο παρουσίασης ξεχασμένων ζωνών του ρεπερτορίου (ακόμη και του μπαρόκ!), που πρόσφατα ήλθαν στο φως; Μήπως άραγε η μεγαλύτερη προσφορά της Κάλλας δεν συνίστατο στην υφολογικά ενημερωμένη προσέγγιση του ξεχασμένου ρομαντικού ιταλικού μπελ-κάντο, είδος παρεμπιπτόντως που ελάχιστες ομόλογοί της μπορούν να υποστηρίξουν διεθνώς; Οι υπεύθυνοι ας προβληματισθούν για το μέλλον!

Το γκαλά στο Ηρώδειο (14/9) έδωσε την ευκαιρία να ακούσουμε τρεις από τις κορυφαίες σοπράνο της Λυρικής, οι οποίες προφανώς θα έχουν βαρύνουσα παρουσία στον προγραμματισμό που ετοιμάζει ο νέος διευθυντής της ΕΛΣ. Η Τσέλια Κοστέα, η Χριστίνα Πουλίτση και η Μυρτώ Παπαθανασίου είναι 3 ακμαίες τραγουδίστριες, καθεμιά με διαφορετικά μουσικοδραματικά χαρίσματα και αξιόλογη διεθνή σταδιοδρομία! Το συνολικό αποτέλεσμα ήταν μεν καλό, όχι όμως ανεπίληπτο…

Παρά την τέχνη του τραγουδιού της, η Ρουμάνα λυρικοδραματική υψίφωνος Τσέλια Κοστέα -με ανεκτίμητη καλλιτεχνική προσφορά στην ΕΛΣ τα τελευταία χρόνια- ικανοποίησε απόλυτα μόνο στην άρια της Μανταλένας ντι Κουανύ από τον «Αντρέα Σενιέ» του Τζορντάνο. Η μία από τις άριες της «Μανόν Λεσκώ» του Πουτσίνι αποδόθηκε άρτια, αλλά χωρίς ν’αποφευχθούν κάποιοι αχρείαστοι μελοδραματικοί ακκισμοί, ενώ η Λεονώρα από τη «Δύναμη του πεπρωμένου» του Βέρντι φαίνεται ν’αποτελεί οριακή ανάθεση για τη σημερινή κατάσταση της φωνής της.

Η ανερχόμενη Χριστίνα Πουλίτση, δροσερή Τζίλντα από τον βερντιανό «Ριγκολέττο», ενθουσίασε το κοινό με την δεξιοτεχνική κολορατούρα της, ιδίως στην άρια με τα καμπανάκια από τη «Λακμέ» του Ντελίμπ. Όμως, η όχι καθαρή εκφορά της γαλλικής και το γεγονός ότι στην -λαμπερή- υψηλή της περιοχή η φωνή δεν «ανθίζει», ηχώντας πιεσμένη, μετρίασε κάπως τις εντυπώσεις. Ακόμη μεγαλύτερες επιφυλάξεις ήγειρε η «σκηνή της τρέλας» από την «Λουτσία ντι Λαμμερμούρ» του Ντονιτζέττι, ρόλο που θα αναλάβει την άνοιξη στη Λυρική. Πέρα από τις αδυναμίες της εκφραστικής παλέτας του τραγουδιού της (π.χ. σε διανθίσεις, τρίλιες), η άγουρη υποκριτικά ενσάρκωση της τραγικής ηρωίδας υποδεικνύει την ανάγκη για ακόμη περισσότερη δουλειά.

Η εμπειρότερη όλων Μυρτώ Παπαθανασίου αναμετρήθηκε με σημαντικές άριες από ρόλους που έχει ερμηνεύσει σκηνικά («Τραβιάτα»), πρόκειται να ερμηνεύσει (Ιουλιέττα από το «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» του Γκουνώ) ή δεν έχει ακόμη ερμηνεύσει («Τόσκα»). Ιδανικά, η μεταλλικών ποιοτήτων φωνή της λυρικής υψιφώνου -που ήχησε μετά από καιρό ξεκούραστη και γεμάτη- ίσως δεν είναι η προσφορότερη για κανέναν από τους ρόλους αυτούς. Κι όμως, ήσαν άξιες θαυμασμού η φροντισμένη φραστική και άρθρωση (και στην τόσο ιδιαίτερη γαλλική γλώσσα), η συναίσθηση του θεατρικού φορτίου ενός εκάστου ρόλου, η προσπάθεια να σκιαγραφηθεί κάθε ηρωίδα! Αν μία από τις παρακαταθήκες της Κάλλας υπήρξε η δραματική αλήθεια των προσωπογραφιών της, τότε η εκλεκτή Λαρισαία σοπράνο ήταν η μόνη που πλησίασε τα υψηλά στάνταρντς του προτύπου…

Στα αξιοπερίεργα ας αναφερθεί η -επιτυχημένη- απόδοση του ντουέτου Νόρμας-Ανταλτζίζας από τη «Νόρμα» του Μπελλίνι και από τις 3 σολίστ σε εναλλασσόμενους συνδυασμούς!

Εμβόλιμα, η Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής υπό τον Ηλία Βουδούρη απέδωσε αξιοπρεπώς γνωστές εισαγωγές και ιντερμέδια από όπερες. Μετά από ένα νωχελικό ξεκίνημα (σε μια μαραθώνια βραδιά ελέω του Athens Democracy Forum), ορχήστρα και αρχιμουσικός βρήκαν το ρυθμό τους και χάρισαν στρωτή ορχηστρική συνοδεία, με μερικές ξεχωριστές στιγμές, όπως την ποιητική σύμπραξη του φλαουτίστα Νίκου Νικόπουλου στη σκηνή από τη «Λουτσία»…

Ανήμερα της επετείου (16/9), φιλοξενήθηκε, στην «Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής, η τιμητική για την Κάλλας εκδήλωση, που αποτέλεσε συμπαραγωγή του ΟΜΜΑ και της ΚΟΑ με το Ωδείο «Athenaeum». Μία από τις πιο γνωστές νικήτριες του Διεθνούς Διαγωνισμού «Maria Callas» του Ωδείου, η Αζέρα υψίφωνος Ντινάρα Αλίεβα, έδωσε, συνοδευόμενη από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Μίλτο Λογιάδη, ένα ρεσιτάλ με άριες από ιταλικές όπερες, που έφεραν το -σκηνικό ή δισκογραφικό- αποτύπωμα της Κάλλας.

Πίσω στο 2007, η Αλίεβα είχε εντυπωσιάσει κοινό και κριτική επιτροπή -ιδίως ως Βιολέττα Βαλερύ- με το έντονο ταμπεραμέντο της και τη δύναμη ενός τραγουδιού γενναιόδωρου μεν, κάπως άτεχνου δε. Έκτοτε γνώρισε τη διεθνή καταξίωση και δη στο ρόλο της «Τραβιάτας», αποτελεί μία από τις πρώτες υψιφώνους του θεάτρου Μπολσόϊ, ενώ διαθέτει και δισκογραφία.

Το αθηναϊκό ρεσιτάλ επιβεβαίωσε την αδιαμφισβήτητη πρόοδό της, τον καλύτερο έλεγχο των εκφραστικών της μέσων, το μεγαλύτερο μέτρο στο τραγούδι, την πάντοτε σαγηνευτική σκηνική παρουσία. Εύλογα, αποθεώθηκε από τους πολλούς φιλόμουσους, οι οποίοι είχαν σχεδόν γεμίσει την αίθουσα και πιθανότατα δεν αντιλήφθηκαν το κρύωμα που ταλαιπωρούσε την σολίστ.

Καθαρή λυρικοδραματική σοπράνο, η Αλίεβα διαθέτει και ισχυρό τίμπρο (το πλησιέστερο αυτού της Κάλλας), ομοιογενές σε όλα τα ρετζίστρα και στέρεη τεχνική με αρκετές φωνητικές εκλεπτύνσεις. Οι ερμηνείες της ήταν υψηλού επιπέδου, με σαφή αντίληψη του στυλ κάθε συνθέτη: ωραίος σχηματισμός των φράσεων στον Βέρντι («Τροβαδούρος», «Αΐντα», «Δύναμη του πεπρωμένου»), ευγένεια στον βερισμό («Τόσκα» και «Μανόν Λεσκώ» του Πουτσίνι, «Αντριάνα Λεκουβρέρ» του Τσιλέα), αίσθηση της γραμμής στο ρομαντικό μπελ-κάντο (στην εκτός προγράμματος «Casta Diva» από τη «Νόρμα» του Μπελλίνι).

Όμως, τις καλές εντυπώσεις στιγμάτισε η εξαιρετικά θολή άρθρωση της ιταλικής γλώσσας, με αποτέλεσμα την ατελή νοηματοδότηση του λόγου και -κυρίως- μιαν κάποια έλλειψη εκφραστικής διαφοροποίησης. Με την εξαίρεση των βεριστικών αριών, μια διάχυτη αίσθηση μονοτονίας επικράτησε καθ’όλη τη διάρκεια του ρεσιτάλ…

Αν κάτι τράβηξε, τελικά, την προσοχή στο οπωσδήποτε επιτυχημένο γκαλά, αυτό ήταν η έξοχη μουσική διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη, που συγκέρασε δράμα και νηφάλιο συναίσθημα: όχι μόνο στήριξε άψογα την Αλίεβα, αλλά διέπλασε πρωτοφανούς πλούτου -ενίοτε, ίσως υπερβολικά «συμφωνικού»- και βάθους λεπτομέρειας αναγνώσεις ορχηστρικών αποσπασμάτων από όπερες των Βέρντι, Μασκάνι και Πουτσίνι! Η εισαγωγή από τη βερντιανή «Λουίζα Μίλλερ» και το ιντερμέδιο από τον «Φίλο Φριτς» του Μασκάνι αποτέλεσαν εξαιρετικά ευπρόσδεκτες και πρωτότυπες ανάπαυλες, που ξέφυγαν -επιτέλους- από τη ρουτίνα των συνήθως προσφερόμενων εμβόλιμων ορντέβρ. Η θαυμάσια απόδοση της ΚΟΑ θύμισε ότι, όταν είναι καλά προετοιμασμένη και συγκεντρωμένη, όπως εν προκειμένω, αποτελεί στο σύνολό της -και όχι μόνο σημειακά: βλ. σόλι του Σπ. Μουρίκη- εγγύηση απόλαυσης…

Τούτων δοθέντων, μια αληθινή σύγχρονη ντίβα της όπερας, η Ρουμάνα υψίφωνος Άντζελα Γκεόργκιου, εμφανίσθηκε μια εβδομάδα αργότερα (23/9) στο Ηρώδειο, στο πλευρό του ιδιαιτέρως αγαπητού Μάριου Φραγκούλη. Τους συνόδευσε και πάλι η ΚΟΑ υπό τον έμπειρο Αμερικανό αρχιμουσικό Γιουτζήν Κον.

Στην προ μηνών αρχική ανακοίνωση για την εκδήλωση είχε αναφερθεί ότι η Γκεόργκιου θα παρουσίαζε εμβόλιμα ένα μίνι γκαλά-αφιέρωμα στην Κάλλας. Τελικά, η καλά οργανωμένη, χορταστική βραδιά περιορίσθηκε σε ένα ευχάριστο crossover, που πάντρεψε το κλασικό οπερατικό ρεπερτόριο με το μιούζικαλ και το τραγούδι, αλλά και το τσιγγάνικο βιολί (Ζόλταν Μάγκα). Οι δύο καλλιτέχνες μοιράσθηκαν ακριβοδίκαια τη σκηνή, μόνοι ή σε ντουέτο, ενθουσιάζοντας το κοινό με τις -για όλα τα γούστα- ερμηνείες τους.

Μόνη αλλά έντονη παραφωνία αποτέλεσε η υπερβολικά ισχυρή μικροφωνική ενίσχυση, που αλλοίωνε τις φωνητικές ισορροπίες, ιδίως σε σχέση προς την σοπράνο. Βέβαια, έμμεσα επέτρεψε ν’αντιληφθούμε ότι η λυρική φωνή της παραμένει σε πολύ καλή κατάσταση μετά από σχεδόν 25 χρόνια καριέρας, με λαμπερή υψηλή περιοχή, ενώ άθικτα παραμένουν η γερή τεχνική και το γνωστό ταμπεραμέντο: Κάρμεν (παρά κάποιες υπερβολές), Τζερλίνα (στο ντουέτο με τον Ντον Τζοβάννι), Αντίνα (στο ντουέτο με το Νεμορίνο από το «Ελιξήριο του έρωτα».

Παρά την απογοήτευση από την παράλειψη της -ανακοινωθείσας- άριας από τη «Βαλλύ» του Καταλάνι, οι συγκλονιστικές ερμηνείες δύο αριών του βερισμού (αυτής από την «Αντριάνα Λεκουβρέρ» του Τσιλέα και του «O mio babbino caro» από τον «Τζάννι Σκίκκι» του Πουτσίνι) έφεραν για λίγα λεπτά στο ρωμαϊκό κοίλο μία αύρα από Κάλλας…

Credits φωτογραφιών: Γεράσιμος Δομένικος (ΕΛΣ, Ηρώδειο) / Χάρης Ακριβιάδης (ΜΜΑ) / Θωμάς Δασκαλάκης (Γκαλά Φραγκούλη-Gheorghiu/Ηρώδειο)

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης