Ήμουν εκεί

Το Ωδείο Αθηνών σε ολική επαναφορά και ένα λυρικό διαμάντι (Βάσια Αλάτη) για το μέλλον

Από -

Οι ενδιαφέρουσες μουσικές εκδηλώσεις που δόθηκαν τον περασμένο Δεκέμβρη στο πλαίσιο των λαμπρών εγκαινίων της ανακατασκευασμένης αίθουσας συναυλιών του Ωδείου Αθηνών αποτέλεσαν αφορμή γόνιμου προβληματισμού για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του ιστορικού θεσμού.

 Στιγμιότυπο από το ρεσιτάλ που έδωσε η υψίφωνος Βάσια Αλάτη, συνοδευόμενη στο πιάνο από τον Δημήτρη Μαρίνο («Αίθουσα Άρης Γαρουφαλής» Ωδείου Αθηνών, 22/12/2017)
Στιγμιότυπο από το ρεσιτάλ που έδωσε η υψίφωνος Βάσια Αλάτη, συνοδευόμενη στο πιάνο από τον Δημήτρη Μαρίνο («Αίθουσα Άρης Γαρουφαλής» Ωδείου Αθηνών, 22/12/2017)

Εν αρχή ην μία γενναιόδωρη δωρεά: το Ίδρυμα «Friends of Aliki Vatikioti for Music and the Arts» ανακαίνισε -στη μνήμη της εκλεκτής Ελληνίδας πιανίστριας και παιδαγωγού Αλίκης Βατικιώτη (1931-2004)- την αίθουσα συναυλιών «Άρης Γαρουφαλής» του Ωδείου Αθηνών. Περιποιεί τιμή στους δωρητές, το γεγονός ότι η ανακαίνιση δεν συνδυάσθηκε με μετονομασία: το όνομα της Βατικιώτη δόθηκε στην όλη πτέρυγα που βρίσκεται η αίθουσα, συνδέοντας και πάλι, συμβολικά, δύο εμβληματικές για το θεσμό προσωπικότητες της ίδιας γενιάς.

Η κίνηση αυτή εντάσσεται σ’έναν ευρύτερο σχεδιασμό για την αποπεράτωση του τόσο ταλαιπωρημένου κτηρίου του Ιωάννη Δεσποτόπουλου στο κέντρο της πόλης. Ημιτελές από το 1976, το μοναδικό υλοποιημένο τμήμα αρχιτεκτονικού διαγωνισμού (1959)΄για το «Πνευματικό Κέντρο Αθηνών», είχε αφεθεί στην εγκατάλειψη, το ημίφως και τις …«δραστηριότητες» νεαρών skaters, που φθείρουν ανενόχλητοι -στον ελεύθερο χρόνο τους- τις εκτεταμένες μαρμάρινες επιφάνειές του! Η σημερινή διοίκηση του Ωδείου (δύο καταξιωμένοι αρχιμουσικοί, οι Νίκος Τσούχλος και Νίκος Αθηναίος, με μακράν εμπειρία στη διοίκηση των Μεγάρων Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης αντίστοιχα, έχουν αναλάβει εδώ και μια τετραετία τις θέσεις του Προέδρου και του Διευθυντή του), αξιοποιώντας τη στήριξη ανθρώπων με διάθεση και δυνατότητες για προσφορά (όπως η εξαιρετικά δραστήρια Νάντα Γερουλάνου), κινείται ήδη δυναμικά προς αυτήν την κατεύθυνση: πολλές παρεμβάσεις και συμπράξεις έχουν ήδη δρομολογηθεί, ενώ το στοίχημα της ολοκλήρωσης της μεγάλης αίθουσας συναυλιών του υπογείου συνιστά σημαντική πρόκληση…

Θα ήταν άδικο, όμως, να περιοριζόταν η αποτίμηση της δουλειάς που γίνεται μόνο σε κτηριακές παρεμβάσεις. Όσο και αν ο -βασισμένος σε πληθώρα ωδείων «μεταβλητής γεωμετρίας»- τρόπος οργάνωσης της μουσικής εκπαίδευσης στη χώρα μας αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες που δεν επιτρέπουν στη σοβαρή μουσική να απογειωθεί, όπως συμβαίνει σε όλα τα άλλα πολιτισμένα κράτη, το Ωδείο Αθηνών δεν είναι το …οποιοδήποτε ωδείο.

Όντας το αρχαιότερο -και για πολλούς, το καλύτερο- μουσικοθεατρικό εκπαιδευτικό ίδρυμα της νεώτερης Ελλάδας, το Ωδείο Αθηνών υπερηφανεύεται για το υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και τους καταξιωμένους καθηγητές του, οι περισσότεροι εκ των οποίων είναι σολίστ στο αντικείμενό τους, ενώ διαθέτει και μία από τις σημαντικότερες δραματικές σχολές. Το μουσικό του αρχείο του είναι εξίσου σημαντικό, η δε ανάδειξή του στο πλαίσιο του Κέντρου Ερευνών και Τεκμηρίωσης τελεί υπό την εποπτεία ακαδημαϊκών περιωπής. Ένα μικρό μόλις δείγμα πολύτιμου αρχειακού υλικού χάρισε η -φιλοξενηθείσα για λίγες μέρες σε χώρο της «πτέρυγας Βατικιώτη»- έκθεση προς τιμήν μίας διάσημης …μαθήτριας του Ωδείου, της Μαρίας Κάλλας.

 Η ανακαινισμένη αίθουσα συναυλιών «Άρης Γαρουφαλής» του Ωδείου Αθηνών
Η ανακαινισμένη αίθουσα συναυλιών «Άρης Γαρουφαλής» του Ωδείου Αθηνών

Μέσα σ’ένα τέτοιο πλαίσιο δράσης πρέπει πρωτίστως να ιδωθεί η σημασία του εκσυγχρονισμού της αίθουσας «Άρης Γαρουφαλής». Πέραν της συναυλιακής δραστηριότητας που απευθύνεται και στο ευρύ κοινό, μία καλής ακουστικής αίθουσα (οφείλει να) υπηρετεί πρωτίστως εκπαιδευτικούς σκοπούς, μυώντας τους μαθητές του Ωδείου -και μελλοντικούς επαγγελματίες μουσικούς- στη σωστή εκτίμηση του ήχου, στην ακρόαση δασκάλων, συναδέλφων, αλλά …και των ιδίων υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες.

Ίσως είναι ακόμη νωρίς να αποτιμηθούν οι ουσιαστικές παρεμβάσεις που έκανε η αρχιτεκτονική ομάδα των Σουζάνας και Δημήτρη Αντωνακάκη και του Τηλέμαχου Ανδριανόπουλου σε συνεργασία με τον ακουστικολόγο Γκότφρηντ Σούμπερτ. Η βελτίωση σε σχέση με το παρελθόν είναι αδιαμφισβήτητη, καλό θα ήταν όμως να παρακολουθείται αενάως η αποτελεσματικότητά τους μέσω της συναυλιακής πράξης αλλά και των ηχογραφήσεων. Από τις πρώτες εντυπώσεις, φαίνεται ως εάν η ακουστική και οι διαστάσεις της 200 θέσεων αίθουσας να ευνοούν περισσότερο τη μουσική δωματίου και δη τα ρεσιτάλ πιάνου, όπως και αυτά έντεχνου τραγουδιού.

Ο χώρος προβάλλει προνομιακός και για εκδηλώσεις παλαιάς μουσικής με τη χρήση οργάνων εποχής: ατυχώς, λόγω απεργίας, δεν μπορέσαμε να παρακολουθήσουμε τη δεύτερη σχετική συναυλία (14-12-2017) που έδωσαν μέλη του γνωστού συνόλου «Ex Silentio» -το οποίο φιλοξενείται μόνιμα στο ίδρυμα- και το φωνητικό σύνολο του Κέντρου Παλαιάς Μουσικής του Ωδείου Αθηνών.

Μεγαλύτερες επιφυλάξεις αφήνει η ηχοχωρητικότητα της αίθουσας για συναυλίες ορχηστρικών συνόλων, ακόμη και μεσαίας κλίμακας. Πάντως, οι συναυλίες με σύνολα εγχόρδων έχουν καλύτερη τύχη, όπως κατέδειξε αυτή, εναρκτήρια (12-12-2017) της Ορχήστρας Academica Αθηνών υπό τον Νίκο Αθηναίο. Το πρόγραμμα περιελάμβανε έργα για έγχορδα, όπως το Πρελούδιο από τη «Σουίτα Χόλμπεργκ» του Γκρηγκ, το «Λυρικό Ιντερμέτζο» του Λαυράγκα, τη «Σερενάτα για έγχορδα» του Λιάλιου, ή σε μεταγραφή για έγχορδα, όπως οι «Πέντε ελληνικοί χοροί» του Σκαλκώτα.

Τα φώτα τράβηξαν κυρίως οι δύο άγνωστες ελληνικές σελίδες: αυτή του Λαυράγκα ξεχώρισε για το πληθωρικό, ενίοτε «βεριστικό» συναίσθημα, ενώ αυτή του Λιάλιου για την φροντισμένη, υστερορομαντικής μελωδικότητας γραφή. Οι εκτελέσεις ήσαν μεν ακριβείς, αλλά ηχούσαν συχνά μάλλον συγκρατημένες εκφραστικά.

 H πιανίστα Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου, ο αρχιμουσικός Νίκος Αθηναίος και οι μουσικοί της Ορχήστρας Academica δέχονται το θερμό χειροκρότημα του κοινού της αίθουσας «Άρης Γαρουφαλής» του Ωδείου Αθηνών (12/12/2017), μετά το πέρας της εκτέλεσης του «Κοντσέρτου για πιάνο αρ. 12» του Μότσαρτ
H πιανίστα Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου, ο αρχιμουσικός Νίκος Αθηναίος και οι μουσικοί της Ορχήστρας Academica δέχονται το θερμό χειροκρότημα του κοινού της αίθουσας «Άρης Γαρουφαλής» του Ωδείου Αθηνών (12/12/2017), μετά το πέρας της εκτέλεσης του «Κοντσέρτου για πιάνο αρ. 12» του Μότσαρτ

Παρά κάποιες αιχμές και ανισορροπίες, η διαύγεια ήχου ήταν ευπρόσδεκτη και στην ορχηστρική συνοδεία του «Κοντσέρτου για πιάνο αρ. 12» του Μότσαρτ, που απέδωσε η Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου, μαθήτρια της Βατικιώτη. Η προσπάθεια για ερμηνευτικές εκλεπτύνσεις, μεγαλύτερη ελαφράδα και διάλογο με τους μουσικούς αντιστάθμισε τον εγνωσμένα «μεγάλο» ήχο της διακεκριμένης σολίστ και του πολυτελούς σύγχρονου πιάνου «Στάϊνγουεϊ» που κατέκλυζαν αβίαστα την αίθουσα…

Η τελευταία βραδιά (22-12-2017) επεφύλαξε τη μεγαλύτερη έκπληξη, ολοκληρώνοντας κατά τρόπο ιδανικό τις εκδηλώσεις. Η μόλις 25χρονη υψίφωνος Βάσια Αλάτη - πρόσφατη (2016) αριστούχος απόφοιτος του Ωδείου, κάτοχος της «Υποτροφίας Μαρίας Κάλλας» (που απονέμουν το φερώνυμο Σωματείο και ο Σύλλογος «Οι Φίλοι της Μουσικής») και νυν μεταπτυχιακή φοιτήτρια στη Μουσική Ακαδημία της Βιέννης- έδωσε ένα άκρως απαιτητικό ρεσιτάλ με έργα που η Κάλλας είχε τραγουδήσει σε εξετάσεις κατά τη διάρκεια των σπουδών της στο ίδρυμα!

Για όσους την παρακολουθούμε από τα πρώτα της βήματα, η εντυπωσιακής φωνητικής και σκηνικής παρουσίας Αλάτη αποτελεί την πλέον υποσχόμενη από τις τραγουδίστριες της γενιάς της. Η μαθητεία πλάι σε μία καλλιτέχνιδα του κύρους, της σοβαρότητας και της πειθαρχίας της Ιουλίας Τρούσσα την έχει οδηγήσει στην εκ παραλλήλου διακονία όπερας και έντεχνου τραγουδιού, με σπάνια κατανόηση της αισθητικής και της υφολογικής ιδιαιτερότητας του κάθε είδους, όπως φάνηκε και από το πρόγραμμα.

Προσπερνώντας την ακόμη άγουρη προσέγγιση των γαλλικών mélodies, όπως η «Ελεγεία» του Ντυπάρκ, που έπασχε από ατελή εκφορά και νοηματοδότηση του αδόμενου λόγου ή ακόμη τον στριφνό -και μάλλον ακατάλληλο για ένα τέτοιο ρεσιτάλ- «Χορό» από τη συλλογή «3 Ελληνικά τραγούδια» του Πιτσέτι, στα υπόλοιπα κομμάτια ενθουσίασε η ποιότητα και η διαφοροποίηση των ερμηνειών.

Στην άρια «Care selve» από την όπερα «Αταλάντη» του Χαίντελ εντυπωσίασαν η μουσικότητα και ευγένεια της έκφρασης, η σταθερότητα στις υψηλές νότες, οι περίτεχνες τρίλιες. Παρά κάποιες μικροαστάθειες, η φωνή έλαμψε σε όλην της την έκταση στη μουσικότατη -σαν βιολοντσέλο!- απόδοση της απαιτητικής άριας «Et incarnatus est» από τη «Λειτουργία KV 427» του Μότσαρτ, που παλλόταν από ευγενές συναίσθημα. Διασφαλίζοντας με αξιόπιστη χαμηλή φωνητική περιοχή και άρτια άρθρωση την ενδεδειγμένη σκοτεινή διάθεση, το τραγούδι «Von ewiger Liebe» του Μπραμς έτυχε μιας έντονα θεατρικής προσέγγισης, ακόμη συγκλονιστικότερης στην εκτός προγράμματος επανάληψή του. Μέχρις αυτού του σημείου, η Αλάτη απλώς επιβεβαίωσε την άνεση και την πρόοδο που έχει κάνει στο ρεπερτόριο για το οποίο φαινόταν ταγμένη.

Αυτά που ακολούθησαν, όμως, από το χώρο του ιταλικού ρομαντικού μπελ-κάντο προσέδωσαν, χωρίς καμία υπερβολή, μίαν ιστορική διάσταση στο ρεσιτάλ, δεδομένου ότι η Ελλάδα δεν έχει βγάλει τέτοιο πηγαίο λυρικό ταλέντο εδώ και μια τουλάχιστον 20ετία, από τότε δηλ. που τρεις νεαρές υψίφωνοι (οι Μάτα Κατσούλη, Μαρία Μητσοπούλου και Βασιλική Καραγιάννη) χάριζαν απλόχερα τα πρώτα έγκυρα δείγματα της τέχνης τους.

Η δυσκολότατη μεγάλη άρια της Σεμιράμιδας «Βel raggio lusinghier» από την ομώνυμη όπερα του Ροσσίνι ήχησε όπως ακριβώς έπρεπε: δεξιοτεχνικά λαμπερή (με ανεπίληπτη και καλόγουστη κολορατούρα, απαστράπτουσες υψηλές νότες), αριστοκρατική στην έκφραση, εύστοχη στη σκιαγράφηση των συναισθηματικών μεταπτώσεων της βασίλισσας της Ασσυρίας.

Ακόμη εντονότερο σοκ προκάλεσε -μάλιστα, ως πρώτο …ανκόρ!- η μεγάλη άρια της Λουτσίας («Regnava nel silenzio») από την α’ Πράξη της «Λουτσίας ντι Λαμμερμούρ» του Ντονιτζέττι. Παρότι οι ενημερωμένοι φιλόμουσοι γνωρίζουν ότι η ικανότητα ανταπόκρισης στις ακανθώδεις απαιτήσεις του Μότσαρτ αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για καλές επιδόσεις (και) στον Ντονιτζέττι, ο -εν πολλοίς αδιανόητος για τόσο νεαρή και χωρίς σκηνική εμπειρία μονωδό- συγκερασμός μουσικής ακρίβειας (σε δεξιοτεχνία, διανθίσεις, ύφος και αισθητική τραγουδιού), αφηγηματικά φορτισμένης απόδοσης του κειμένου και δραματικής αλήθειας προκάλεσαν το θαυμασμό και τις ζωηρές επιδοκιμασίες του κοινού.

Αυτές δικαιούται εξίσου και ο πιανίστας Δημήτρης Μαρίνος, η συνοδεία του οποίου ξέφυγε ευπρόσδεκτα από τα συνήθη όρια της υποστήριξης της τραγουδίστριας, εγκαθιστώντας από την αρχή μία συναρπαστικά ισότιμη συνομιλία, με σαφή αντίληψη του περιεχομένου και των κλιμάτων της μουσικής.

Η ραγδαία εξέλιξη της Αλάτη μόνο καλά προμηνύει για την ίδια -αν, φυσικά, δεν προβεί σε βεβιασμένες/λανθασμένες επιλογές καριέρας, υπακούοντας στις πλανεύτρες σειρήνες του χώρου!- και το σταθερά παραπαίον ελληνικό λυρικό τραγούδι. Το ρεσιτάλ της ήλθε να υπενθυμίσει -πέραν της αξίας του σπάνιου φυσικού της ταλέντου- τη σημασία της καλής εκπαίδευσης που της παρεσχέθη από το Ωδείο Αθηνών, δικαιώνοντας έτσι και τη βασική αποστολή του θεσμού…

Credits φωτογραφιών: Όλγα Γιοβανάκη

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης