Συνέντευξη

«Τα Άστεγα» μπλουζορεμπέτικα του Νίκου Πλατύραχου

Από -

Ο συνθέτης των "Άστεγων", ο Νίκος Πλατύραχος, και ο βασικός ερμηνευτής τους, ο Γιώργος Νταλάρας, συζητούν μαζί μας πιθανότητες «στέγασης» αυτών των τόσο ιδιαίτερα οικείων (μας) τραγουδιών.

Ήδη από την προακρόαση που κάναμε στον δίσκο, ήταν κατανοητό πως επρόκειτο για ένα ιδιαίτερο έργο, έναν μοναδικά μουσικοποιητικό κύκλο λαϊκών τραγουδιών που στηρίζει τη γέννησή του σε πλούσιες παραδόσεις του χθες (ragtime, blues, jazz, ρεμπέτικα) που όμως αντικατοπτρίζουν απόλυτα το σήμερα και απευθύνονται σ’ αυτό.
Ο Γιώργος Νταλάρας, η Ελένη Τσαλιγοπούλου, ο Σταμάτης Κραουνάκης, η Ασπασία Στρατηγού και ο συνθέτης ερμηνεύουν τα τραγούδια αυτού του δίσκου που θεωρούμε πως πρόκειται για έναν από τους πιο σημαντικούς της νέας «σοδιάς». Τα «Άστεγα» κυκλοφορούν από τη Feelgood σε ένα ιδιαίτερα σχεδιασμένο και φιλικό για την αφή και την όραση σχήμα. Όσο δε για την ακοή, αντί να διατυπώσουμε απλά τη γνώμη μας, προτιμήσαμε να την ενσωματώσουμε σε μερικές ερωτήσεις που απευθύναμε στον Νίκο Πλατύραχο και τον Γιώργο Νταλάρα.

-Υπάρχουν στιγμές στον δίσκο όπου έχετε «δέσει» άψογα την ηχορυθμία της «παλιάς τζαζ» (του ραγκτάιμ, του μπλουζ κ.λπ.) με μια αυθεντική ρεμπέτικη αίσθηση – πράγμα που κατά τη γνώμη μου ορίζει και τον χαρακτήρα του δίσκου. Πως προέκυψε η ιδέα (ή η ανάγκη) να συνδυάσετε δυο τέτοια – διαφορετικά εκ πρώτης όψεως – μουσικά ιδιώματα;


Νίκος Πλατύραχος: Μπορώ να σας πω… άθελά μου! Τα δύο αυτά πολύ αγαπημένα είδη ενυπήρχαν μέσα μου προφανώς τόσο έντονα που, κάποια στιγμή, οσμώθηκαν σ’ ένα χαρμάνι, που περιέχει τα ιδιώματα και των δύο. Ξέρετε, όλα αυτά προκύπτουν μ’ ένα τρόπο εξελικτικό, δαρβινικό θα λέγαμε. Δοκιμάζοντας στο πιάνο διάφορα πράγματα – «τζαμάροντας» κατά τη μουσική αργκό – προέκυπταν μουσικά θέματα, κινηματογραφικού τύπου αρχικά (είναι ο χώρος που είχα τη μεγαλύτερη δράση μέχρι τώρα), που «τραγουδοποιήθηκαν» αργότερα. Καταλυτικό ρόλο έπαιξαν βέβαια και οι στιχουργοί που μυρίστηκαν την ατμόσφαιρα και μπήκαν με πολύ ωραία διάθεση και ενθουσιασμό σ’ αυτό το καινούριο κλίμα, είτε γράφοντας πάνω στις μουσικές, είτε δίνοντάς μου δικό τους πρωτογενές υλικό, το οποίο μελοποιήθηκε.

-Κατά τη γνώμη μου, με τα «Άστεγα» δημιουργείται ένα σύγχρονο λαϊκό (ή και ρεμπέτικο;) τραγούδι, με «παλιά» μεν υλικά αλλά φτιαγμένο σήμερα για το σήμερα. Αντικατοπτρίζει αυτό το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι σημερινές εκφραστικές ανάγκες;


Γιώργος Νταλάρας: Για μένα, απόλυτα! Με τον Νίκο δε γνωριστήκαμε τώρα. Έχουμε ξανασυνεργαστεί και γνωρίζει ο ένας τα χούγια του άλλου. Όταν, αρχή-αρχή, μου έβαλε στο στούντιο του ν’ ακούσω πρωτόλεια ένα-δυο κομμάτια, με «έπιασε» αμέσως. Παρότι είχα πάρα πολλές δισκογραφικές υποχρεώσεις και συναυλίες, του είπα «φύγαμε με χίλια». Αυτά τα τραγούδια είχαν ιδέα, κίνητρο, καλό στίχο, πρωτοτυπία... Το απλό είναι πάντα το δύσκολο. Και είναι ακριβώς όπως το λέτε, τα τραγούδια μοιάζουν παλιά αλλά είναι φτιαγμένα σήμερα για το σήμερα. Το ακούς και το νιώθεις και μουσικά και εκφραστικά.


ΝΠ: Οι ανάγκες της σήμερον είναι δυστυχώς αρκετά παρόμοιες με εκείνες των ρεμπέτικων τραγουδιών. Υπό αυτή λοιπόν την ανάγνωση θα ήταν προτιμότερο να μην έχουμε ανάγκη ούτε τα «Άστεγα» ούτε τα ρεμπέτικα. Όσο όμως η τέχνη μπορεί να ανακουφίζει, να εμπνέει, να εμψυχώνει, να οραματίζει και να τροφοδοτεί με ελπίδα και αισιοδοξία τους ανθρώπους, θα την έχουμε ανάγκη για να ξεπερνάμε τις εποχές αυτές, που στο μέλλον, σε κάποιο ίσως ουτοπικό (?) μέλλον, ελπίζουμε να μην υπάρχουν πια. Όσο για τα «Άστεγα» πιστεύω ναι, είναι φτιαγμένα απ’ το σήμερα για το σήμερα, κουβαλώντας όλο αυτό το παλιό απόσταγμα όπως λέτε, που τουλάχιστον για μένα είναι πολύτιμο σαν αγίασμα. Για τις σημερινές εκφραστικές ανάγκες δυστυχώς δε μπορώ να σας πω πολλά, διαισθάνομαι όμως ότι «Τα Άστεγα» μπορεί να ακουμπήσουν πολύ κόσμο, με μία απόχρωση «κρυφής επιθυμίας», σαν κάτι που βαθύτερα μέσα μας το θέλουμε, αλλά δεν ξέρουμε τι είναι, ή πως να το πούμε.

-Ο τίτλος «Τα άστεγα» σαφώς δεν είναι συμβολικός ή απλώς ένα σχήμα λόγου! Υπάρχουν στιγμές που ο λόγος και η μουσική φέρουν τέτοια συγκινησιακή δυναμική που σε μεταφέρουν όχι σε νοσταλγικές στιγμές του παρελθόντος αλλά είναι σα να βουίζουν συνεχώς στα αυτιά σου. Είναι τα «Άστεγα» τραγούδια που ανταποκρίνονται σε μια οποιαδήποτε βόλτα μας στο κέντρο, στους δρόμους της Αθήνας, στην καθημερινή (μας) δυστυχία;


ΝΠ: Κρατάω το «βόλτα στο κέντρο, στους δρόμους της Αθήνας» και σας λέω ναι, «Τα Άστεγα» περιέχουν μεγάλη δόση αυτής της καθημερινότητας, είναι σχεδόν φτιαγμένα απ’ αυτήν. Όσο για τη δυστυχία, τα τραγούδια αυτά τη μετουσιώνουν σε μία ιδιόχρωμη αισιοδοξία, κάτι σαν «...ό,τι και να μου κάνετε, εγώ θα είμαι κάτω από τη γέφυρά μου και θα γελάω, θα παίζω την κιθάρα μου και θα ονειρεύομαι». Είναι η αποτύπωση της ψυχολογίας του μποέμ που μπορεί να δυστυχεί, αφού του λείπουν τα υλικά και τα χρηστά, από την άλλη όμως, μη έχοντας τίποτα να χάσει, μόνο μπροστά μπορεί να κοιτάει και να χαίρεται την κάθε μέρα ως μία ακόμα καινούρια μέρα – κάτι που λίγο πολύ, όλοι θα ‘πρεπε να κάνουμε. Κι όταν με το σκύλο του αγκαλιά θα πάει να κοιμηθεί, δε θα φοβάται μήπως του πάρουν το σπίτι, ή πως θα πληρώσει τον ΕΝΦΙΑ. «Τα Άστεγα» λοιπόν είναι περισσότερο ένα μανιφέστο αισιοδοξίας και ανάτασης, που έχουν εμπνευστεί από αυτόν ακριβώς τον ονειρικό τύπο ανθρώπου.


ΓΝ: Αυτά τα τραγούδια είναι όντως άστεγα! Και ως κίνητρο και ως αποτέλεσμα. Είναι τραγούδια που καμία, ή σχεδόν καμία, δισκογραφική εταιρία δε θα τα ονειρευόταν να τα τραγουδήσει το πουλέν της! Δεν είναι χρήσιμα για νυχτερινά κέντρα που επιζητούν πάθος και αγοραίο στίχο. Είναι υλικό που δε φωνάζει, δεν μπιτάρει - αντίθετα είναι ένα οξύ, οξύτατο πολιτικό υλικό, με βαθιά κοινωνικό στίχο, αλλά και μουσικό (σύζευξη ρεμπέτικου και ραγκ) που χωρίς κραυγές, σύνθημα και μελό, θίγει με πικρό χιούμορ τα σκληρά, απάνθρωπα και ανείπωτα φαινόμενα της εποχής μας, που συναντάμε σαν βουβά βίντεο κλιπ σε κάθε δεύτερο στενό σε μια καθημερινή βόλτα στο κέντρο.

-Με μια τέτοια σύμμειξη τζαζ ηχορυθμιών και ρεμπετολαϊκού λόγου (με όλη την ποιητική και αισθηματική του καθαρότητα) φαίνεται να προκύπτει (πιθανόν) ένα νεο-ρεμπέτικο ήθος που φέρνει μια άλλη ουσία στο τρέχον ελληνικό τραγούδι. Πως βλέπετε να εξελίσσεται μια τέτοια πιθανότητα;


ΓΝ: Είναι νωρίς και το περιβάλλον ακόμα δείχνει άγονο. Δεν παύουμε όμως να ελπίζουμε, γιατί έχουμε λίγα αλλά καλά δείγματα. Δεν έχουν να κάνουν τόσο πολύ με την τζαζ, αλλά έχουν να κάνουν με το ρεμπετολαϊκό ήθος, όπως το ονομάζετε. Παραδείγματος χάριν οι Μάλαμας, Ζήκας, Πασχαλίδης, Πορτοκάλογλου και αρκετοί άλλοι. Και βέβαια ο Διονύσης Σαββόπουλος πρώτος απ’ όλους με το «Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια» και ακόμα ο Δήμος Μούτσης με τον Τριπολίτη με το «Δεν λες κουβέντα».


ΝΠ. Με πολύ χαρά θα το έβλεπα να εξελίσσεται, όπως με περισσότερη ίσως χαρά θα έβλεπα να φύονται κι άλλες τέτοιες πειραματικές απόπειρες. Όμως ο πειραματισμός για τον πειραματισμό δε λέει πολλά πράματα, έχουν γίνει ανάλογα πράγματα στο παρελθόν. Ξέρετε όλα τα λεφτά είναι στο κατά πόσον είναι ειλικρινές αυτό που κάνεις, πόσο το εννοείς πραγματικά. Για μένα δηλαδή «Τα Άστεγα» ήταν τόσο επιτακτική ανάγκη που θυμίζει τοκετό, έπρεπε οπωσδήποτε να το βγάλω από μέσα μου. Και είναι αυτή η ειλικρίνεια που σας λέω ακόμα πιο σημαντική κι απ’ την όποια καινοτομία ενός τέτοιου είδους. Στη μαιευτική διαδικασία δε αυτή καταλυτικό ρόλο έπαιξε και ο Νταλάρας που απόθεσε όλο του το ειδικό βάρος και την πείρα του, «στοιχημάτισε» θα λέγαμε στο ίδιο άλογο, επίσης ρισκάροντας, γιατί τίποτα ρηξικέλευθο δε γίνεται χωρίς ρίσκο. Τώρα αν καθιερωθεί ως ένα καινούριο είδος, τι να σας πω, μακάρι, θα μου έδινε μεγάλη χαρά. Είναι πάντως για μένα ένας προσωπικός (και ίσως μοναχικός) δρόμος, που θα τον ακολουθήσω και στα επόμενα.


-Και, ίσως η πιο βασική ερώτηση: τα τραγούδια αυτά (ως σύνολο, ως κύκλος) εμπεριέχουν μια τέτοια ισχυρή θεατρικότητα που θα μπορούσε να αναπτυχθεί σε έναν χώρο και έναν χρόνο που να τονίζει τις δραματικές τους διαστάσεις με ανάλογη δράση. Μου δίνουν την αίσθηση μιας πραγματικής μουσικοθεατρικής παράστασης, που έρχεται κατευθείαν από την “jazz age” (σχεδόν έναν αιώνα πριν) και «κάθεται» με άνεση στις μέρες μας, στις ανάγκες μας, στις σκέψεις μας. Ισχύει κάτι τέτοιο; Αντί για συναυλία μήπως τα «Άστεγα» θέλουν σκηνή;


ΓΝ. Χαίρομαι που το θίγετε. Απαντώ ευθέως, χωρίς αστερίσκους. Το έχω συζητήσει και με τον Νίκο. Ναι, πιστεύω ακράδαντα ότι αυτά τα τραγούδια μπορεί να είναι το υλικό μιας σκληρής θεατρικής παράστασης, που θα μπορούσε να συνοδευτεί και με μια αντίστοιχη ιστορία, μ’ αυτήν που περιγράφουν τα τραγούδια, πεζού λόγου. Ένας από τους νέους μας εξαιρετικούς σκηνοθέτες θα μπορούσε να κάνει θαύματα. Εγώ θα συμμετείχα με πολύ χαρά σ’ αυτήν την προσπάθεια, παίζοντας και τραγουδώντας.


ΝΠ. Είναι πολύ σωστή η σκέψη, πολύ όμορφη ιδέα και σίγουρα συνακόλουθη με το πνεύμα και το περιεχόμενο των «Άστεγων», ως μία ποιητική απεικόνιση της σύγχρονής μας πραγματικότητας. Να σας πω την αλήθεια όταν τα έγραφα τα ίδια σκεφτόμουν κι εγώ, αλλά δε μπορούσα – κι ούτε ακόμα το ‘χω καταφέρει – να αποκρυσταλλώσω το μουσικό αυτό υλικό σε ενός τύπου σενάριο που θα μπορούσε να θεατροποιηθεί, όσο κι αν μέσες άκρες έχω κάποια ψήγματα φαντασίας επ’ αυτού. Εδώ είμαστε όμως να το αποπειραθούμε και μάλιστα στο κοντινό μέλλον. Σας ευχαριστούμε πολύ που με την ερώτησή σας αυτή δείχνετε να στηρίζετε αυτή την ιδέα!


Σχετικά Θέματα

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης