Ήμουν εκεί

«Μποέμ» - «Μικάδος»: η αμφιθυμία των γιορτών στη Λυρική

Από -

Την αμφιθυμία που συνοδεύει κάθε εορταστική περίοδο τόνισαν γλαφυρά οι δύο βασικές φετινές προτάσεις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο ΚΠΙΣΝ.

 Ανέμελες στιγμές στο «Καφέ Μομύς» - στιγμιότυπο από τη Β’ σκηνή της όπερας «Μποέμ» του Πουτσίνι που ανέβασε η Εθνική Λυρική Σκηνή («Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος» ΚΠΙΣΝ, 27/12/2017): διακρίνονται από τα αριστερά προς τα δεξιά οι Γκλεμπ Περυάζεφ (Κολλίνε), Νίκος Κοτενίδης (Σωνάρ), Άγγελος Σαμαρτζής (Ροντόλφο), Άννα Στυλιανάκη (Μιμή) και Γιώργος Ιατρού (Μαρτσέλλο)
Ανέμελες στιγμές στο «Καφέ Μομύς» - στιγμιότυπο από τη Β’ σκηνή της όπερας «Μποέμ» του Πουτσίνι που ανέβασε η Εθνική Λυρική Σκηνή («Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος» ΚΠΙΣΝ, 27/12/2017): διακρίνονται από τα αριστερά προς τα δεξιά οι Γκλεμπ Περυάζεφ (Κολλίνε), Νίκος Κοτενίδης (Σωνάρ), Άγγελος Σαμαρτζής (Ροντόλφο), Άννα Στυλιανάκη (Μιμή) και Γιώργος Ιατρού (Μαρτσέλλο)

Στην εγγενή θλίψη και μελαγχολία της «Μποέμ» του Πουτσίνι που παρουσιάζεται (μέχρι τις 5/1) στην Κεντρική Σκηνή αντιπαρατέθηκε η ελαφράδα και το χιούμορ του «Μικάδου» των Γκίλμπερτ & Σάλλιβαν, που ανέβηκε στην Εναλλακτική Σκηνή.

Η επαναφορά μετά από μιαν επταετία της παλαιότερης παραγωγής της «Μποέμ» σε σκηνοθεσία του Γκράχαμ Βικ αποτέλεσε ταυτόχρονα το πρώτο μέρος αφιερώματος στον αείμνηστο Στέφανο Λαζαρίδη, άλλοτε καλλιτεχνικό διευθυντή της Λυρικής (2006-7), η δημιουργική -πλην έντονα αμφισβητηθείσα- θητεία του οποίου μένει ακόμη να εκτιμηθεί στις σωστές της διαστάσεις.

Επί Λαζαρίδη δόθηκαν ή παραγγέλθηκαν -όπως η εν λόγω «Μποέμ»- παραστάσεις ευρωπαϊκού επιπέδου, διευρύνθηκε το ρεπερτόριο, ενώ το εγχώριο καλλιτεχνικό δυναμικό έσμιξε γόνιμα με αξιόλογες μετακλήσεις Ελλήνων και ξένων -τότε ανερχόμενων και αργότερα διεθνώς καταξιωμένων!- τραγουδιστών.

Σχεδιασμένη και υλοποιημένη για τη μικρή σκηνή των «Ολυμπίων», η παραγωγή του Βικ δεν «κούμπωσε» ιδανικά σ’αυτήν, τεράστια της «Αίθουσας Σταύρος Νιάρχος»: πλην της Β’ σκηνής στο «Καφέ Μομύς» -και σε μικρότερο βαθμό της Γ’- που ανέπνευσαν πραγματικά, η κομβική για την αρχική και την τελευταία σκηνή μακρόστενη φτωχική φοιτητική κάμαρα σύρθηκε φορητά στο προσκήνιο προς τέρψιν κυρίως των θεατών που κάθονταν στις μπροστινές θέσεις της πλατείας. Για τους υπόλοιπους, κυριαρχούσε μια μάλλον αμήχανη αίσθηση «θεάτρου εν θεάτρω»...

Σε κάθε περίπτωση, 10 χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα, η μεταφορά της δράσης που επιχείρησε ο διάσημος Βρετανός σκηνοθέτης από το Παρίσι του 19ου αιώνα στις ανήσυχες γειτονιές των σημερινών μεγαλουπόλεων (από τα παρισινά banlieux μέχρι …τα αθηναϊκά Εξάρχεια!) φώτισε εκ νέου, έξοχα, το ρηχό συναισθηματισμό του έργου και τον κυνισμό των χαρακτήρων, αντιπαρατιθέμενη γόνιμα με την τρυφερή, ενίοτε γλυκερή μουσική του Πουτσίνι. Την τολμηρή και επίκαιρα αιχμηρή σκηνοθετική άποψη στήριξαν πιστά τα σκηνικά και κοστούμια του Ρίτσαρντ Χάντσον, ετερόκλιτα, ευτελή σπαράγματα μίζερης πραγματικότητας, καθώς και οι λιτοί, ψυχροί φωτισμοί του Τζουζέππε ντι Ιόριο.

Η μουσικοδραματική δικαίωση της ευπρόσδεκτα σύγχρονης αυτής ματιάς προέκυψε περισσότερο από τη β’ διανομή, που παρακολουθήσαμε στις 27-12-2017. Υπό τη συναισθηματικά νηφάλια, συχνά «αντικειμενική» μουσική διεύθυνση του Βλαδίμηρου Συμεωνίδη, μια εξαιρετικά δεμένη ομάδα νέων τραγουδιστών ανέδειξε πληρέστερα τις επιπόλαιες ερωτικές ιστορίες των νεαρών, ονειροπόλων καλλιτεχνών με τις αβέβαιες προοπτικές.

Αληθινή αποκάλυψη σ’έναν τομέα που χρειάζεται επειγόντως νέο αίμα, ο τενόρος Άγγελος Σαμαρτζής ενσάρκωσε με γενναιόδωρο -παρά τις κάποιες ατέλειες- τραγούδι και στέρεη υπόκριση έναν πληθωρικό Ροντόλφο. Διέθετε δε καλή σκηνική χημεία με τη Μιμή της υψιφώνου Άννας Στυλιανάκη, το τίμπρο και η παρουσία της οποίας ανταποκρίθηκαν επαρκέστατα στις απαιτήσεις του ρόλου.

Εκεί ακριβώς έγκειτο η αχίλλειος πτέρνα του σαφώς εμπειρότερου πρωταγωνιστικού ζεύγους -Μυρτώς Παπαθανασίου και Γιάννη Χριστόπουλου- της α’ διανομής (17-12-2017), που δεν κατάφεραν να μεταδώσουν τη μουσική και δραματική αλήθεια των χαρακτήρων, παρά την θεατρικά επιβλητική τελευταία σκηνή της εκλεκτής σοπράνο.

Από το πρώτο καστ -αλλά και από τον αξιολογότατο, αλλά «ελαφρύτερο» ομόλογό του Γιώργο Ιατρού- τα φώτα έκλεψε ο από κάθε άποψη εντυπωσιακός Μαρτσέλλο του βαρύτονου Διονύση Σούρμπη. Στο ρόλο της Μουζέττας, οι φωνητικές και υποκριτικές υπερβολές της υψιφώνου Ευμορφίας Μεταξάκη ακύρωσαν τις καταφανώς μεγαλύτερες ανέσεις που φάνηκε να διαθέτει σε σχέση με την -συνολικά αρτιότερη, αλλά κάπως ωχρή- Μαρία Παλάσκα, ενώ ο βαρύτονος Νίκος Κοτενίδης υπήρξε ένας σκηνικά πιο χαλαρός Σωνάρ από αυτόν, φωνητικά ισόκυρο, του Γιάννη Σελητσανιώτη. Η επιεικώς ακατανόητη διπλή μετάκληση νέων Ρώσων βαθυφώνων στο ρόλο του Κολλίνε ατύχησε, αφού, παρά τα υγιή ηχοχρώματά τους, ούτε ο Όλεγκ Μπουνταράτσκι ούτε ο Γκλεμπ Περυάζεφ φάνηκαν να κατέχουν ακόμη την αισθητική του πουτσίνειου τραγουδιού.

Πολύ καλοί ήσαν όλοι οι δευτερεύοντες ρόλοι (με ιδιαίτερη μνεία για τον πολυτελή Αλτσιντόρο του βαρύτονου Γιάννη Γιαννίση), επαρκώς συντονισμένη η Χορωδία, ενώ η σφριγηλή μουσική διεύθυνση του Ηλία Βουδούρη φάνηκε να αναδεικνύει καλύτερα τον ενορχηστρωτικό και συναισθηματικό πλούτο της παρτιτούρας, ακόμη κι όταν προσαρμοζόταν συνεχώς στις ιδιαιτερότητες και ανισορροπίες της α’ διανομής.

 H Κάτισα (Αναστασία Κότσαλη, αριστερά) διεκδικεί ...δυναμικά τον Νάνκι-Που (Θάνος Λέκκας, δεξιά) από την αντίζηλό της Γιαμ-Γιαμ (Λητώ Μεσσήνη, κέντρο): σκηνή από την κωμική όπερα «Ο Μικάδος» των Γκίλμπερτ και Σάλλιβαν, που παρουσιάσθηκε στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ κατά την πρόσφατη εορταστική περίοδο (πρεμιέρα: 21-12-2017) σε συμπαραγωγή με την ομάδα μουσικού θεάτρου «Ραφή»
H Κάτισα (Αναστασία Κότσαλη, αριστερά) διεκδικεί ...δυναμικά τον Νάνκι-Που (Θάνος Λέκκας, δεξιά) από την αντίζηλό της Γιαμ-Γιαμ (Λητώ Μεσσήνη, κέντρο): σκηνή από την κωμική όπερα «Ο Μικάδος» των Γκίλμπερτ και Σάλλιβαν, που παρουσιάσθηκε στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ κατά την πρόσφατη εορταστική περίοδο (πρεμιέρα: 21-12-2017) σε συμπαραγωγή με την ομάδα μουσικού θεάτρου «Ραφή»

Ενδιάμεσα (21/12), την κυρίαρχα αισιόδοξη διάθεση των γιορτινών ημερών τόνισε η πανελλήνια πρώτη παρουσίαση της κωμικής όπερας «Ο Μικάδος» των Γκίλμπερτ και Σάλλιβαν στην Εναλλακτική Σκηνή.

Τυπικό δείγμα γραφής του διασημότερου διδύμου μουσικού θεάτρου στα χρόνια της βικτωριανής Αγγλίας, ο εξωτικής (απωανατολίτικης) θεματικής και αμιγώς βρετανικής αισθητικής «Μικάδος» προσφέρθηκε σε συμπαραγωγή με τη «Ραφή», μία από τις πιο δραστήριες και ανήσυχες ομάδες του χώρου, που ιδρύθηκε από τις λυρικές τραγουδίστριες Αναστασία Κότσαλη και Λητώ Μεσσήνη και τον αρχιμουσικό Μιχάλη Παπαπέτρου.

Συνεχίζοντας τις γόνιμες συνεργασίες με ανθρώπους του θεάτρου, η «Ραφή» εμπιστεύθηκε αυτή τη φορά τη σκηνοθεσία στο γνωστό ηθοποιό Ακύλλα Καραζήση. Αυτός θεώρησε αφενός ότι το θέμα του έργου (η επί ποινή θανάτου απαγόρευση του εκτός γάμου φλερτ) δικαιολογούσε την τοποθέτηση της δράσης όχι σε μία άχρονη, κλασσική Ιαπωνία αλλά στη μαοϊκή Κίνα της περιόδου της Πολιτιστικής Επανάστασης. Αφετέρου ότι η αγγλοσαξωνική «αποικιοκρατική» λογική και το τυπικό βρετανικό φλέγμα μέσα από τα οποία φιλτραριζόταν η υπόθεση προβάλλουν σήμερα από μυθοπλαστική άποψη μάλλον ξένα/αδιάφορα για το σύγχρονο (ελληνικό) κοινό.

Η θεώρηση αυτή οδήγησε στο ιδιότυπο πάντρεμα μιας κινεζικής σκηνικής εικόνας (σκηνικά/κοστούμια Αλεξίας Θεοδωράκη) και κινησιολογίας (Χαρά Κότσαλη) «εποχής» με τους θεατρικής υπερεκφραστικότητας κώδικες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, ενίοτε δε και της επιθεώρησης. Προς τούτο, αξιοποιήθηκε και η -επιτυχημένη- απόδοση στα ελληνικά του λιμπρέτου από τους Γιώργο Τσακνιά (πεζά μέρη) και Κατερίνα Σχινά (μελοποιημένα μέρη).

Η παράσταση είχε αναντίρρητα ρυθμό, νεύρο και παιχνιδιάρικη διάθεση, υπηρετήθηκε δε με συνέπεια και εγρήγορση από μια ολοζώντανη, κεφάτη διανομή. Όμως, στο βαθμό που η ατμοσφαιρική Άπω Ανατολή του πρωτοτύπου (αλλά και εν προκειμένω η μαοϊκή Κίνα) αποτελού(σα)ν πρόσχημα για την κοφτερή σάτιρα των βρετανικών κοινωνικοπολιτικών ηθών (βία, διαφθορά, λαϊκισμός, υποκρισία, πουριτανισμός) του 19ου αιώνα, η όλη προσέγγιση φάνηκε να εξαντλείται σ’έναν πρώτο βαθμό, στην επιφάνεια δηλ. των κωμικών καταστάσεων (και μάλιστα «μπολιασμένων»/επισχολιασμένων με ελληνική υπερβολή), προσπερνώντας -ή διογκώνοντας- τον υποδόριο σαρκασμό, το καυστικό πλην απόμακρο χιούμορ που χαρακτηρίζει το έργο.

Σε μουσικό επίπεδο, ο ταλαντούχος Παπαπέτρου μετέγραψε έξυπνα για 6μελές ενόργανο σύνολο την λιτά ενορχηστρωμένη, οπερετικών μεγεθών παρτιτούρα με τα εξωτικά ακούσματα, αξιοποιώντας τα ιδιαίτερα ηχοχρώματα των κρουστών ή ακόμη πνευστών οργάνων, όπως το σαξόφωνο και το τρομπόνι. Η σβέλτη μουσική του διεύθυνση διασφάλισε αβίαστα τη θεατρικότητα της δράσης, φέρνοντας τον «Μικάδο» εγγύτερα προς το -μεταγενέστερο- αγγλόφωνο μιούζικαλ, είδος που οφείλει, όντως, πολλά στις δημιουργίες των Γκίλμπερτ και Σάλλιβαν.

Από πλευράς διανομής, εντυπωσίασε η σκηνική άνεση και το εξαιρετικό δέσιμο όλης της ομάδας που απαρτιζόταν από γνωστούς λυρικούς τραγουδιστές, τον ηθοποιό Θάνο Λέκκα και τον ...αρχιμουσικό (για τις ατάκες του Πις-Τας). Οι χαρακτήρες διαμορφώθηκαν ανάγλυφα, με χάρη, εκφραστικότητα και -ως επί το πλείστον- υποκριτικό μέτρο. Βέβαια, κομβικοί ρόλοι που αποδίδονται (και ηχούν!) αυστηρά/σεβάσμια στο πρωτότυπο αποδόθηκαν πιο νεανικά ή από ελαφρύτερες φωνές, όπως π.χ. ο νευρωτικός Μικάδος από τον ικανότατο μπασοβαρύτονο Μάριο Σαραντίδη, ο διεφθαρμένος μανδαρίνος Που-Μπα από τον αεικίνητο κόντρα-τενόρο Νίκο Σπανάτη ή η -βοώσα για κοντράλτο- ώριμη Κάτισα, απολαυστικά σκιαγραφημένη από τη μεσόφωνο Αναστασία Κότσαλη ως δολοπλόκος (σύζυγος του Μάο) Τσιανγκ Τσινγκ!

Αν η μετεξέλιξη του Κο-Κο από ταπεινό ράφτη σε φοβιτσιάρη δήμιο υπηρετήθηκε εύστοχα -και απολύτως συμβατά προς τη σκηνοθετική άποψη- από τη γνωστή, δοκιμασμένη μανιέρα του τενόρου Δημήτρη Ναλμπάντη, οι λιτές ενσαρκώσεις της Γιαμ-Γιαμ από την υψίφωνο Λητώ Μεσσήνη και της μεγαλύτερης αδελφής της Πίτι-Σινγκ από τη μεσόφωνο Λυδία Αγγελοπούλου ή(χη)σαν αυθεντικότερα ...british!

Τέλος, η φωνητικά εντυπωσιακή -ατομικά και στα σύνολα- Πιπ-Μπο της υψιφώνου Βαρβάρας Μπιζά υπενθύμισε ότι αυτό που έλειψε γενικότερα από την όλη παραγωγή ήταν ένα μελωδικά περισσότερο γενναιόδωρο τραγούδι, τόσο αναγκαίο ειδικά για το βασικό ρόλο του Νάνκι-Που, που απέδωσε, κατά τα λοιπά, έξοχα ο Λέκκας...

Credits φωτογραφιών: Ανδρέας Σιμόπουλος («Μποέμ») / Δημήτρης Σακαλάκης («Μικάδος»)

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης