Ήμουν εκεί

Η ΚΟΑ στο -ρομαντικό- στοιχείο της και σε… φόρμα

Από -

Επιβεβαιώνοντας τη σταθερά καλή της φόρμα στο ξεκίνημα της φετινής σαιζόν, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών έδωσε το τελευταίο δεκαήμερο του Οκτώβρη δύο ακόμη ωραίες συναυλίες στην «Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής.

 Ο Ιταλός πιανίστας Φραντσέσκο Νικολόζι δέχεται το χειροκρότημα του κοινού και του αρχιμουσικού Γιώργου Μπαλατσινού μετά το πέρας της εμφάνισής του στο πλαίσιο συναυλίας της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής, 20/10)
Ο Ιταλός πιανίστας Φραντσέσκο Νικολόζι δέχεται το χειροκρότημα του κοινού και του αρχιμουσικού Γιώργου Μπαλατσινού μετά το πέρας της εμφάνισής του στο πλαίσιο συναυλίας της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής, 20/10)

Το ρεπερτόριο κινήθηκε, βέβαια, πάλι σε ασφαλή -ρομαντικά- ύδατα, ενώ και οι μετακληθέντες καλλιτέχνες έχουν ξανασυνεργασθεί με το σύνολο κατά το παρελθόν.

Στην «ιταλική» βραδιά της 20/10, οι προβολείς ήσαν στραμμένοι στον -εγκατεστημένο στην Ελβετία- 32χρονο αρχιμουσικό Γιώργο Μπαλατσινό, για τον οποίο πολλά και καλά είχαν γραφεί και ακουσθεί. Τα δύο αμιγώς ιταλικά έργα ύστερου ρομαντισμού του προγράμματος έδωσαν, όντως, έγκυρο δείγμα των δυνατοτήτων του.

Τόσο στις «Κρήνες της Ρώμης» του Ρεσπίγκι όσο και στο «Νυχτερινό» του Μαρτούτσι θαύμασε κανείς τη διαφάνεια και καλαισθησία ήχου που άντλησε από την ΚΟΑ και ιδίως τα έγχορδά της. Η τέχνη ορχηστρικών αποχρώσεων του Μαρτούτσι -που τόσο επηρέασε τον Ρεσπίγκι- δικαιώνεται πρωτίστως στις σύντομες ατμοσφαιρικές συνθέσεις του: εν προκειμένω, ο λυρισμός του ονειρικού «Νυχτερινού» αποδόθηκε με μεγάλη εκφραστικότητα και πλαστικότητα. Στο πλουσιότατης ενορχήστρωσης έργο του Ρεσπίγκι ευχαρίστησαν πάλι οι σαφείς περιγραφικές αρετές της ερμηνείας: οι διακριτές ατμόσφαιρες κάθε μιας από τις τέσσερις ενότητες του (που αναφέρονται σε συντριβάνια της αιώνιας πόλης σε διαφορετικές στιγμές της ημέρας) αποδόθηκαν με ρευστές εναλλαγές κορυφώσεων και αποφορτίσεων, λεπταίσθητες αποχρώσεις, βάθος λεπτομέρειας και έξοχες συνεισφορές των ξύλινων πνευστών (όπως αυτές του ομποΐστα Γιάννη Οικονόμου). Ο αισθησιασμός της γραφής αποδόθηκε, έτσι, εξίσου ικανοποιητικά με τη μεγαλοπρέπειά της.

Ο Μπαλατσινός είχε διαπλάσει, ενδιάμεσα, φροντισμένη συνοδεία στη μεταγραφή για πιάνο και ορχήστρα από τον Μπουζόνι της «Ισπανικής ραψωδίας» του Λιστ. Το μάλλον …εκτός κλίματος συναυλίας κομμάτι αποδόθηκε με τη δέουσα δεξιοτεχνική άνεση και ρυθμική ακρίβεια, αλλά και ευπρόσδεκτη μουσικότητα από τον διακεκριμένο Ιταλό πιανίστα Φραντσέσκο Νικολόζι. Εκτός προγράμματος, αυτός χάρισε (όπως και στην προηγούμενη αθηναϊκή του εμφάνιση!) την πιανιστική μεταγραφή της άριας «A te, ο cara» από τους μπελλίνειους «Πουριτανούς» του -μεγάλου αντιπάλου …του Λιστ- Τάλμπεργκ, το έργο του οποίου διακονεί και αναδεικνύει διεθνώς από σειρά ετών.

Μία συμφωνική φαντασία ιταλικής (δαντικής) έμπνευσης, η περίφημη «Φραντσέσκα ντα Ρίμινι» του Τσαϊκόφσκι ολοκλήρωσε το πρόγραμμα, θέτοντας τις μεγαλύτερες προκλήσεις για ορχήστρα και αρχιμουσικό. Ο τελευταίος επέδειξε προφανή κατανόηση της ανήσυχης δραματουργίας της οπερατικά φιλόδοξης σύνθεσης (μια μουσική απεικόνιση του πάθους των παράνομων εραστών εν μέσω των δυνάμεων της Κολάσεως). Παρότι η ΚΟΑ δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί απόλυτα συντονισμένα στα σκοτεινά/δαιμονικά πρώτα μέτρα (καταιγίδα), σταδιακά η εκτέλεση βρήκε το βηματισμό της, ειδικά μετά από την κεντρική λυρική ενότητα, όπου πρωταγωνίστησε το θείο σόλο κλαρινέτου του Μουρίκη. Η διαρκώς αυξανόμενη συναισθηματική ένταση, ο σφιχτός έλεγχος της μουσικής αφήγησης και τα σβέλτα αντανακλαστικά του συνόλου (και δη των χαλκίνων) οριοθέτησαν μια συναρπαστική πορεία μέχρι τη θυελλώδη, παροξυσμική κορύφωση…

 Χειροκροτούμενος από τον αρχιμουσικό Τσαρλς Ολιβιέρι-Μάνροου, ο πιανίστας Κωνσταντίνος Δεστούνης υποκλίνεται στο κοινό της «Αίθουσας Χρ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής, μετά την εκτέλεση του «Κοντσέρτου για πιάνο και ορχήστρα εγχόρδων» του Σνίτκε σε σύμπραξη με την ΚΟΑ (27/10)
Χειροκροτούμενος από τον αρχιμουσικό Τσαρλς Ολιβιέρι-Μάνροου, ο πιανίστας Κωνσταντίνος Δεστούνης υποκλίνεται στο κοινό της «Αίθουσας Χρ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής, μετά την εκτέλεση του «Κοντσέρτου για πιάνο και ορχήστρα εγχόρδων» του Σνίτκε σε σύμπραξη με την ΚΟΑ (27/10)

Μια εβδομάδα αργότερα (27/10), η ορχήστρα αναμετρήθηκε με έργα Ρώσων και Σοβιετικών συνθετών, υπό τη διεύθυνση του Τσαρλς Ολιβιέρι-Μάνροου. Παλιός γνώριμος της ΚΟΑ (ήδη από το 2003!), ο μεγαλωμένος στον Καναδά Μαλτέζος αρχιμουσικός έχει -λόγω σπουδών και σταδιοδρομίας- βαθύτατη γνώση και κατανόηση της σλαβικής μουσικής.

Αρχικά, ακούσθηκε το «Φθινόπωρο», τελευταία σκηνή του μπαλέτου «Οι Εποχές» του Γκλαζουνώφ. Η εθνικοσχολικής έμπνευσης σύνθεση με την εμπνευσμένη, αρκετά φωτεινή ενορχήστρωση (ξεκάθαρες οι οφειλές στον Ρίμσκυ-Κόρσακωφ!) και την έντονη μελωδική και ρυθμική ζωντάνια (ιδίως στον εναρκτήριο βακχικό χορό) αποδόθηκε με αυξημένη -ενίοτε υπερβολική- ενέργεια και παλμό.

Η διάθεση άλλαξε απότομα με το εσωστρεφές, στοχαστικό «Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα εγχόρδων» του Σνίτκε, που ερμήνευσε ο πιανίστας Κωνσταντίνος Δεστούνης. Αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής του Σοβιετικού συνθέτη, το κοντσέρτο βρίθει πολιστιλιστικών αναφορών, παραδοσιακών (π.χ. ύμνοι της ρωσικής ορθόδοξης εκκλησίας), ρομαντικών, κυρίως όμως μεταμοντέρνων (μηχανιστικοί ρυθμοί α-λα-Προκόφιεφ ή θύλακες μινιμαλισμού).

Το ιδιαίτερο αυτό κατακερματισμένης μορφής και ειρμού «κολλάζ» προϋποθέτει ερμηνευτή που δύναται να ανταπεξέλθει τόσο στις αρχιτεκτονικές όσο και στις εκφραστικές απαιτήσεις του: μυστηριώδεις, λυπητεροί μονόλογοι αλλά και νευρώδεις αναμετρήσεις με τα έγχορδα, σπαράγματα μελωδιών, εναλλαγή κλιμακώσεων και καταλλαγών (π.χ. αργή καντέντσα). Ο ικανότατος 26χρονος σολίστ απέδωσε, με στέρεη τεχνική, ακρίβεια και ευαισθησία, τη βαθύτατα προσωπική και συναισθηματική παρτιτούρα. Εντελώς αντιστικτικά λειτούργησε το εντυπωσιακό από κάθε άποψη ανκόρ, η καταληκτική τοκκάτα (‘precipitato’) από την «Σονάτα για πιάνο αρ. 7» του Προκόφιεφ.

Επιστροφή στο ρομαντισμό για το κλείσιμο της βραδιάς με την σπάνια παιζόμενη 1η Συμφωνία - «Χειμωνιάτικα όνειρα» του Τσαϊκόφσκι. Η αφηγηματικά εύροη διεύθυνση του Ολιβιέρι-Μάνροου τόνισε γλαφυρά και με νηφάλιο, ευγενές συναίσθημα την ευφάνταστη μελωδικότητα και το μελαγχολικό λυρισμό του έργου. Καλά ζυγιασμένες ταχύτητες και δυναμικές, προσεγμένη φραστική και οξεία αντίληψη του εκφραστικού φορτίου της μουσικής επέτρεψαν στον 48χρονο αρχιμουσικό να αναδείξει τον ξεχωριστό χαρακτήρα κάθε μέρους. Προς τούτο εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο τις αξιόπιστες συνεισφορές διαφορετικών κάθε φορά ορχηστρικών υποομάδων, όπως των βιολοντσέλων στο νοσταλγικό adagio, των ξύλινων (Πιλαφτσή, Γ. Οικονόμου) στο λικνιστικά αέρινο σκέρτσο, των χάλκινων στο θριαμβικό φινάλε…

Credit φωτογραφιών: ΚΟΑ/Αλίκη Φιδετζή

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης