Ήμουν εκεί

Φεστιβάλ Ροσσίνι 2017: σταθερή ρότα στο ξεκίνημα μιας νέας εποχής

Από -

Με επιτυχία στέφθηκε και η 38η διοργάνωση του Φεστιβάλ Όπερας Ροσσίνι (ROF) στο Πέζαρο, που ουσιαστικά σηματοδότησε την έναρξη μιας νέας εποχής.

Αυτήν επισφράγισε πριν από λίγες μέρες η ανακοίνωση ότι ο Περουβιανός -πρώην τενόρος- Ερνέστο Παλάσιο ανέλαβε, πέραν των καθηκόντων του καλλιτεχνικού διευθυντή, και αυτά του sovrintendente, ολοκληρώνοντας σαρωτικής έκτασης αλλαγές προσώπων στη διοικητική πυραμίδα του θεσμού. Εξάλλου, η συστηματική διανομή στο φανατικό κοινό του -που αποτελείται σταθερά κατά 70% από μη Ιταλούς!- ερωτηματολογίου για την εξέλιξη και προοπτική του δεν άφηνε πολλά περιθώρια αμφιβολίας.

Είχε προηγηθεί, βέβαια, μέσα στο 2017 η βαρυσήμαντη απώλεια δύο εκ των ιστορικότερων μορφών του. Αφενός αυτή του Ιταλού αρχιμουσικού Αλμπέρτο Τζέντα, ο οποίος άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα ως καλλιτεχνικός διευθυντής επί σειρά ετών του -αρχικά, μικρού- Φεστιβάλ, αλλά και ως υπεύθυνος της Accademia Rossiniana, αληθινού φυτωρίου για τη μύηση μιας ολόκληρης γενιάς νέων μονωδών στην ιστορικά ενημερωμένη ερμηνεία του ροσσίνειου τραγουδιού. Αφετέρου αυτή του Αμερικανού μουσικολόγου Φίλιπ Γκόσσετ, ο οποίος συνεργάσθηκε στενότατα με τον Τζέντα, μέχρι και την -όχι και τόσο φιλική- αποχώρησή του από το Πέζαρο το 2006, ως επικεφαλής της Fondazione Rossini, ιδρύματος υπό την επίβλεψη του οποίου ολοκληρώνεται σταδιακά η μουσικολογικά έγκυρη κριτική έκδοση του συνόλου των λυρικών έργων ενός μέγιστου συνθέτη, ο οποίος μέχρι πριν από 4 δεκαετίες παρέμενε -πλην δύο-τριών διασήμων έργων του- ουσιαστικά άγνωστος στο ευρύ κοινό!

Όχι τυχαία, λοιπόν, η προβολή της κληρονομιάς του εξακολουθεί να νοείται στο ROF μόνο μέσα από την παρουσίαση των έργων του με πλήρως αποκατεστημένες παρτιτούρες και με τραγουδιστές εκπαιδευμένους στις ιδιαίτερες υφολογικές απαιτήσεις του ροσσίνειου τραγουδιού, κάτι που τόνισαν ανάγλυφα και οι 3 φετινές οπερατικές παραγωγές.

Καθώς η μουσική του Ροσσίνι αναβλύζει αφ’εαυτής θεατρικότητα, η σκηνοθεσία πέρναγε συνήθως σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με ό,τι συμβαίνει ιδίως στις γερμανόφωνες χώρες. Με εξαιρέσεις κάποιων λαμπρών ξένων ονομάτων (π.χ. Βηκ), στο Πέζαρο εμπιστεύονται κυρίως Ιταλούς σκηνοθέτες. Την τελευταία δεκαετία, έχει μάλιστα παγιωθεί μια τάση για καλόγουστες μοντέρνες ή παραδοσιακές -αλλά όχι νατουραλιστικές- σκηνοθεσίες.

I.ΟΙ ΟΠΕΡΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΕΣ

Η είδηση ότι η συχνά ανατρεπτική καταλανική ομάδα Λα Φούρα ντελς Μπάους (La Fura dels Baus) θα υπέγραφε τη σκηνοθεσία της βασικής φετινής παραγωγής, αυτής της «Πολιορκίας της Κορίνθου», είχε γεμίσει προσδοκίες και αναμενόταν με ενδιαφέρον. Πολλώ δε μάλλον καθώς θα συνόδευε την παγκόσμια πρώτη εκτέλεση της πλήρως αποκατεστημένης παρτιτούρας (σχεδόν 20’ περισσότερης μουσικής) αυτής της διασκευής στη γαλλική γλώσσα του «Μωάμεθ Β’». Η αποκατάσταση της προβληματικής παρτιτούρας αυτού του προαγγέλου (1826) της grand opéra -που ο Γκόσσετ είχε κάποτε εκτιμήσει ως «αδύνατη», λόγω της χαοτικής κατάστασης των πηγών- αποτέλεσε ένα μικρό άθλο.

Ατυχώς, ο αναμενόμενος μουσικός θρίαμβος σκιάσθηκε από μία απαράδεκτη από κάθε άποψη σκηνοθεσία, μακράν τη χειρότερη της δωδεκαετίας κατά την οποία παρακολουθούμε το Φεστιβάλ! Όχι αδικαιολόγητα ίσως, ο Κάρλους Παντρίσσα των Fura θέλησε ν’απομακρυνθεί από το ιστορικό και χρονικό πλαίσιο εκτύλιξης της όπερας (την πολιορκία της Κορίνθου από τους Μωαμεθανούς τον 15ο αιώνα): η μοναδική σχετική αναφορά ήταν η χρησιμοποίηση σαν αντικείμενο βιντεοπροβολών -κατά τη διάρκεια των γαμήλιων μπαλέτων!- στίχων ποιήματος του Λόρδου Βύρωνα για την πολιορκία του Μεσολογγίου, από το οποίο εμπνεύσθηκε ο Ροσσίνι.

Κατά τα λοιπά, όμως, η απόπειρα να δει το έργο σαν έναν πάντοτε επίκαιρο …πόλεμο για το νερό, οδήγησε απλώς στην αναπαράσταση της επικλινούς σκηνής ως ερημωμένου χώρου, όπου δέσποζε η παρουσία 25λιτρων πλαστικών φιαλών νερού. Με αυτές συνέλεγαν το πολύτιμο νερό οι Κορίνθιοι-χορωδοί καθ΄όλην τη διάρκεια του έργου, με αυτές σχηματίσθηκαν -επιτυχώς- και τα τείχη της Ακροκορίνθου, αυτές ανατινάχθηκαν σε ένα φινάλε α-λα-Κιούμπρικ («2001-Οδύσσεια του διαστήματος»)! Πέραν τούτου, ουδέν… Τον εν γένει γυμνό σκηνικό τόπο συμπλήρωναν μόνο τα κακόγουστα κοστούμια (σχεδόν αποκλειστικά ολόσωμες, σκούρες αιματοβαμμένες φόρμες) και κάποια πανώ/λάβαρα με άσχετα πρόσωπα (θύματα του πολέμου;) που υπέγραψε η Λίτα Καμπελλούτ.

Η -δύσκολη, λόγω της κλίσης της σκηνής- κίνηση μονωδών/χορωδών περιορίσθηκε στα στοιχειώδη, ενώ το αποκορύφωμα του κιτς υπήρξε η σκηνή της ευλογίας των λαβάρων, όπου ο ιερέας υμνεί το ελληνικό μεγαλείο μέσα από την αίθουσα-ναό, καλώντας σε εξέγερση το πλήθος-κοινό της «Αδριατικής Αρένας», παρουσία θυμιατών και άλλων τινών! Πλήρως αναξιοποίητα δραματουργικά έμειναν και τα σημαντικής διάρκειας μπαλέτα. Συνολικά, η παράσταση περιορίσθηκε σε μία διακοσμητικού χαρακτήρα διαδοχή ταμπλώ…

Σε μουσικό επίπεδο συνάρπασε (19/8) η μεγαλόπνοη αλλά όχι πομπώδης, δραματικά σφριγηλή αλλά και συχνά λυρική διεύθυνση του Ρομπέρτο Αμπάντο, επικεφαλής μιας ανεπίληπτης Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας της ΡΑΙ του Τορίνου. Αν η απόδοση του Ιταλού αρχιμουσικού ήταν αναμενόμενη, αφού θεωρείται -δικαίως- ως ο κορυφαίος παγκοσμίως ερμηνευτής των «σοβαρών» οπερών του Ροσσίνι, η απόδοση της ορχήστρας εξέπληξε ευχάριστα, καθησυχάζοντας όσους φοβούνταν ότι η αποχώρηση από το ROF των μουσικών δυνάμεων του «Τεάτρο Κομμουνάλε» της Μπολώνια θα αποτελούσε ανεπανόρθωτη απώλεια. Τον σημαίνοντα στο έργο ρόλο της χορωδίας δικαίωσε η -ομοίως πρώτη- συμμετοχή αυτής του «Τεάτρο Βεντίντιο Μπάσσο» του Άσκολι.

Από πλευράς τραγουδιού, η πολυεθνική διανομή ανταποκρίθηκε επαρκέστατα -αν και όχι ιδανικά- στις ακανθώδεις απαιτήσεις της όπερας σε δεξιοτεχνία και καθαρή εκφορά της γαλλικής γλώσσας. Αμφότερες (σε συνδυασμό με ωραίο, εύηχο τίμπρο και ασφαλή υψηλή περιοχή) διέθετε κυρίως ο Ρώσος τενόρος Σεργκέϊ Ρομανόφσκυ ως Νεοκλής, κλέβοντας άνετα τις εντυπώσεις. Εξίσου φερέγγυος, αν και λίγο ωχρός υποκριτικά ήταν ο Κλεομένης του Αμερικανού τενόρου Τζων Έρβιν. Περισσότερες δυσκολίες με το ρομαντικό μπελ-κάντο αντιμετώπισε το πρωταγωνιστικό ζεύγος.

Κληθείς την τελευταία στιγμή ν’αντικαταστήσει τον ασθενή Άλεξ Εσπόζιτο, ο Βενεζουελανοιταλός βαρύτονος Λούκα Πιζαρόνι ενσάρκωσε ένα μουσικοδραματικά έγκυρο Μωάμεθ, χωρίς πάντως να διαθέτει τις χαμηλές νότες του ρόλου και να κατέχει τα μυστικά του στιλιστικά ενημερωμένου ροσσίνειου τραγουδιού (άνευρες κολορατούρες). Ανάλογα προβλήματα συνάντησε η πανέμορφη Γεωργιανή υψίφωνος Νίνο Μαχαΐτζε, που είχε τη χειρότερη -εξαιρετικά θολή- γαλλική άρθρωση: όμως, το πολυτελές ηχόχρωμα, η πληθωρική φωνητική συμμετοχή στις μεγάλες σκηνές πλήθους και το αλάθητο δραματικό ένστικτο της διέπλασαν μια εξαιρετικά πειστική ηρωίδα (Παμύρα), που ταλαντεύεται ανάμεσα στον έρωτα για έναν αλλόθρησκο και σε αυτόν για την πατρίδα…

Κάπως κουρασμένος ήχησε ο (ιερέας) Ιέρων του Ιταλού βαθύφωνου Κάρλο Τσίνι, ενώ άψογα υποστήριξαν τους μικρότερους ρόλους τους τρεις ταλαντούχοι νεαροί μονωδοί, η Ιταλίδα μεσόφωνος Τσετσίλια Μολινάρι (Ισμήνη), ο Ουκρανός βαρύτονος Γιούρι Σαμοΐλωφ (Ομάρ) και ο Ισπανός τενόρος Τσαμπιέ Αντουάγα (Άδραστος).

Διαφορετικής φύσεως ζητήματα έθεσε η δεύτερη παραγωγή, αυτή της κωμικής όπερας «Η Λυδία λίθος» (17/8). Ο βετεράνος Πιερ Λουίτζι Πίτσι ξαναδούλεψε από την αρχή τη γνωστή παλαιότερη (2002) σκηνοθεσία του για το ROF, προσαρμόζοντάς την στο μεγάλο σκηνικό χώρο της «Αδριατικής Αρένας». Μετέφερε τη δράση αυτής της «άχρονης» κωμωδίας καταστάσεων στα ανέμελα 60s-70s, σε μια θαυμάσια μοντέρνα διώροφη βίλλα με πισίνα και κήπο (αλλά και εντός αιθούσης), ενώ αξιοποίησε μια πλούσια γκάμα πολύχρωμων ενδυμάτων της εποχής για τις γυναίκες και …τα καλογυμνασμένα ημίγυμνα σώματα των ανδρών!

Καθοδηγώντας με αλάθητο θεατρικό ένστικτο μία κεφάτη νεανική διανομή, έστησε μία καλοκουρδισμένη παράσταση, όλο ρυθμό, που κατάφερε να μεταδώσει αβίαστα τη λεπτή ειρωνεία του μόλις 20χρονου (!) Ροσσίνι για την αστική κοινωνία της εποχής του, με αφορμή τη δοκιμασία που έστησε ένας πλούσιος κόμης για να βρει νύφη. Χαρακτήρες (κόμης, δημοσιογράφος/εκδότης, ποιητές) και καταστάσεις (μάχη των δύο φύλων, φιλία, πονηριά) σκιαγραφήθηκαν γλαφυρά και σαρκαστικά, μολονότι περισσότερες εντάσεις ίσως έσπαγαν μιαν κάποια αίσθηση μονοτονίας…

Οι ενστάσεις προέκυψαν, εν προκειμένω, περισσότερο στο μουσικό επίπεδο. Η πολύ καλή απόδοση της Ορχήστρας της ΡΑΙ υπό τη νευρώδη, αλλά όχι πάντοτε εκφραστική μουσική διεύθυνση του Ντανιέλε Ρουστιόνι φώτισε μεν σε κάθε λεπτομέρεια άλλη μία ροσσίνεια «τρελή ημέρα», που δεν δικαιώθηκε όμως από πλευράς τραγουδιού. Ουδέν το μεμπτό, βέβαια, στο μέτρο που όλοι οι νεαροί μονωδοί έδωσαν με περίσσεια ενέργεια ό,τι καλύτερο μπορούσαν, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό -ειδικά για τους δύο πρωταγωνιστές- καθώς το ζητούμενο στον Ροσσίνι είναι …η (φωνητική) προσωπικότητα!

Ο μπασοβαρύτονος Τζανλούκα Μαργκέρι (που κατόπιν καραμπόλας αντικατέστησε την τελευταία στιγμή τον αρχικά προβλεπόμενο Λούκα Πιζαρόνι) είχε μεν το φυζίκ playboy και την πληθωρική σκηνική παρουσία που απαιτούσε ο ρόλος του Κόμη Ασντρουμπάλε, αλλά το τίμπρο είναι μάλλον αδιάφορο και το τραγούδι τεχνικά αδρομερές. Αντίστοιχα, η αξιολάτρευτη Ιαπωνίδα μεσόφωνος Άγια Γουακιζόνο δεν διέθετε την τεσσιτούρα κοντράλτο για την οποία είχε γραφεί ο ρόλος της Κλαρίτσε, ενώ και η φραστική της δεν ήταν ανεπίληπτη.

Εύλογα, την παράσταση έκλεψαν οι τρεις εμπειρότεροι της διανομής. Οι δύο Ιταλοί κωμικοί βαρύτονοι Νταβίντε Λουτσάνο (Μακρόμπιο) και Πάολο Μπορντόνια (Πακούβιο) ενθουσίασαν με τη θεατρικότητα του παιξίματος, την κρυστάλλινη άρθρωση και τις πάμπολλες αποχρώσεις του «συλλαβιστού» τραγουδιού τους (του περίφημου ροσσίνειου «γλωσσοδέτη»). Ο Ρώσος λυρικός τενόρος Μαξίμ Μιρόνωφ καταχειροκροτήθηκε για την ευαισθησία και τη φωνητική καλαισθησία με την οποία ενσάρκωσε τον ιππότη και ποιητή Τζοκόντο.

Χλωμές ήχησαν οι ερμηνείες της Ισπανίδας υψιφώνου Μαρίνας Μονζό και της Ιταλίδας μέτζο Αουρόρας Φατζόλι στους δύο μικρότερους γυναικείους ρόλους (Ντόνα Φούλβια – Βαρώνη Ασπασία).

Όπου, αντιθέτως, όλες οι συνιστώσες θεάματος και ακροάματος έδεσαν ιδανικά, όπως στην ημι-σοβαρή όπερα «Τορβάλντο και Ντορλίσκα» («Τεάτρο Ροσσίνι», 18/8), το αποτέλεσμα τίμησε την ροσσίνεια ιδιοφυία! Το Φεστιβάλ πρότεινε, φέτος, ευπρόσδεκτα, σε επανάληψη παλαιότερη παραγωγή του (2006), διαθέσιμη σε CD και DVD. Έχοντας παρακολουθήσει και το αρχικό ανέβασμα με εντελώς διαφορετικούς μουσικούς συντελεστές, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι η παράσταση υπήρξε από κάθε άποψη καλύτερη.

Έναντι ενός έργου της μετεπαναστατικής ρομαντικής περιόδου (1815) που συνδυάζει πολιτική (καταχρήσεις της φεουδαρχικής εξουσίας) και ιδιωτική διάσταση (συζυγική αγάπη), κυνισμό και ελαφράδα, η ευθυβολία και υψηλή αισθητική της σκηνοθεσίας του Μάριο Μαρτόνε έκανε θαύματα. Χωρίς να μεταφέρει τη δράση στο σήμερα, η παραδοσιακή παραγωγή απέφυγε τον βαρύ ψευδονατουραλισμό: τα θαυμάσια κοστούμια εποχής (Ούρσουλα Πάτσακ) και οι υποβλητικοί φωτισμοί (Τσέζαρε Ατσέτα) επέτρεψαν την ανάπλαση της μυστηριώδους ατμόσφαιρας του ευρωπαϊκού βορρά κατά το Μεσαίωνα.

Η δράση οριοθετήθηκε αφενός μέσα στο θαυμάσιο σκηνικό «εποχής» (Σέρτζιο Τραμόντι), στο οποίο μία τεράστια καγκελόπορτα χώριζε ένα ονειρικό πυκνό δάσος/ξέφωτο (τον έξω κόσμο) από την αυλή του κάστρου του Δούκα του Όρντοου, ενώ έξυπνα αξιοποιήθηκε και εδώ το περιμετρικό της τάφρου τμήμα της σκηνής. Αφετέρου εντός του θεάτρου, δηλ. της πλατείας (που νοητά αποτελούσε μέρος του κάστρου), με τους πρωταγωνιστές να εμφανίζονται/κινούνται μεταξύ των θεατών. Το διαδραστικό αυτό παιχνίδι κέρδισε, εξάλλου, πολλά από τη στέρεη θεατρική διδασκαλία των μονωδών, που επέτρεψε την ισορροπημένη προβολή τόσο των δραματικών όσο και των κωμικών στιγμών ενός είδους (dramma semi-serio) που ο Ροσσίνι δεν υπηρέτησε αρκετά.

Αυτήν τη δύσκολη και μουσικά ισορροπία διασφάλισε άρτια η μουσική διεύθυνση του Φραντσέσκο Λαντζιλότα, επικεφαλής μιας Συμφωνικής Ορχήστρας Ροσσίνι σε καλή φόρμα. Ο Ιταλός αρχιμουσικός συντόνισε καλά μονωδούς και χορωδία (αυτήν αξιόλογη του «Τεάτρο Φορτούνα» του Φάνο), ανέδειξε με ακρίβεια και φυσικότητα την πλούσια ενορχήστρωση, διασφάλισε επαρκή αφηγηματική ρευστότητα.

Ήταν, όμως, πρωτίστως η ακμαία διανομή, ανώτερη σε όλα της αρχικής, που δικαίωσε τη μουσικοδραματικά απαιτητική όπερα. Το πρωταγωνιστικό ζεύγος ενσάρκωσαν επιτυχώς, με υφολογικά ενημερωμένο τραγούδι και επαρκή σκηνική χημεία μεταξύ τους, ο ηδύφωνος Ρώσος τενόρος Ντμίτρυ Κόρτσακ (Τορβάλντο) και η ταχύτατα ανερχόμενη Γεωργιανή υψίφωνος Σαλώμη Γιτζία (Ντορλίσκα). Αν εξαιρεθούν κάποιες αρχικές σκληρές νότες αυτής της τελευταίας, αμφότεροι ξεχώρισαν για τη μεγάλη φωνητική τους ευελιξία (σε κολορατούρες, διανθίσεις), αίσθηση γραμμής (mezza voce!) και κομψότητα.

Εξίσου κομβικοί ήταν και άλλοι δύο ανδρικοί ρόλοι. Αυτός του κακού Δούκα ντ’Όρντοου που πολιορκεί τη Ντορλίσκα αφού -θεωρεί ότι- έχει σκοτώσει το σύζυγό της, έδωσε την ευκαιρία στον σπουδαίο Ιταλό βαρύτονο Νικόλα Αλάϊμο να κάνει άλλη μία επίδειξη ικανοτήτων μεγάλου στυλίστα και σαρωτικής σκηνικής παρουσίας. Πάντως, ο χαρακτήρας (ένα είδος προδρομικού Σκάρπια) πρόβαλε λιγότερο σκοτεινός του αναμενόμενου. Ωσαύτως εντυπωσιακά, με σπάνια τέχνη φραζαρίσματος, ωραίο τίμπρο γεμάτο χρώματα, υποδειγματική εκφορά του λόγου και άρτια υπόκριση (παρότι μάλιστα έφερε επίδεσμο στο χέρι του!) υποστήριξε ο Ιταλός μπασοβαρύτονος Κάρλο Λέπορε τον μοναδικό «κωμικό» ρόλο του έργου (Τζόρτζιο), ο οποίος -μακράν του συνήθους ροσσίνειου μπουφόνου υπηρέτη!- διαθέτει κύρος και έντονα ανθρώπινη διάσταση. Ισχυρή προσωπικότητα και καλαίσθητο τραγούδι χαρακτήρισαν την Καρλόττα της Ιταλίδας μεσοφώνου Ραφαέλλας Λουπινάτσι.

Ας σημειωθεί ότι την επόμενη χρονιά εορτάζεται η επέτειος των 150 χρόνων από το θάνατο του Ροσσίνι με τρεις νέες παραγωγές: μαζί με τον αειθαλή «Κουρέα της Σεβίλλης» θα παρουσιασθούν οι σπάνια παιζόμενες όπερες «Ριτσιάρντο και Τζοράϊντε» και «Αντίνα».

I. ΤΑ ΟΠΕΡΑΤΙΚΑ ΡΕΣΙΤΑΛ

Πέρα από όπερες, στο ROF το κοινό έχει την ευκαιρία παρακολούθησης συναυλιών θρησκευτικής μουσικής, ρεσιτάλ πιάνου ή ακόμη -και κυρίως- απογευματινών ρεσιτάλ τραγουδιού και όπερας. Σ’αυτά τα τελευταία επιτρέπεται άνοιγμα και σε άλλους συνθέτες και ρεπερτόρια πλην Ροσσίνι. Η τιμή του ατομικού ρεσιτάλ δίδεται πρωτίστως σε καλλιτέχνες που συμμετέχουν στις παραγωγές όπερας ή, κατ’εξαίρεση, σε παλιές δόξες του Φεστιβάλ, ανεξαρτήτως ηλικίας. Ο κανόνας επιβεβαιώθηκε στα δύο οπερατικά ρεσιτάλ που παρακολουθήσαμε στο κατάμεστο κάθε φορά «Τεάτρο Ροσσίνι».

Το ρεσιτάλ «τριών τενόρων» (17/8) ελάχιστα θύμιζε αυτό, δημοφιλέστατο, της Ρώμης στο Μουντιάλ ποδοσφαίρου του 1990! Εν προκειμένω, τρεις άξιοι τενόροι της νέας γενιάς, οι Αμερικανοί Μάϊκλ Σπάϊρς και Τζων Έρβιν και ο Ρώσος Σεργκέϊ Ρομανόφσκυ, που ειδικεύονται στον Ροσσίνι, έδωσαν ένα πρωτότυπο και ενδιαφέρον πρόγραμμα με άριες, ντουέτα και τρίο από σοβαρές όπερες του.

Ο Σπάϊρς, κορυφαίος baritenore (ηρωϊκός ροσσίνειος τενόρος) της εποχής μας, συγκλόνισε με την δεξιοτεχνικά απαστράπτουσα και εκφραστική απόδοση της -απάνθρωπα δύσκολης σε όλην την τεσσιτούρα!- καβατίνας του Αγοράντη από τον «Ριτσιάρντο και Τζοράϊντε», γνωρίζοντας αποθέωση από τους θεατές. Εύλογα, προκάλεσε απογοήτευση η πληροφορία ότι δεν θα συμμετάσχει στην πολυαναμενόμενη παραγωγή της όπερας αυτής το 2018 (με πρωταγωνιστές τους Φλόρες και Γέντε)! Το ρόλο μάλλον θα τραγουδήσει ο Ρομανόφσκυ, που ερμήνευσε -σε ντουέτο με τον Σπάϊρς- αυτόν …του Ριτσιάρντο: παρά το εμφανές τρακ, η ευχάριστη, μεγάλης έκτασης και ομοιογένειας φωνή και η φροντισμένη άρθρωσή του επέτρεψαν να σταθεί ισάξια προς τον επιφανέστερο ομόλογό του, ενώ υπηρέτησαν ιδανικά και την καβατίνα του Αντήνορος από την όπερα «Τζελμίρα».

Ο τρίτος της παρέας Έρβιν είναι κάτοχος μιας πιο μαλακής, καλλιεργημένης φωνής, με επαρκή προβολή στην αίθουσα αλλά χωρίς έντονη προσωπικότητα, που σε συνδυασμό με την εξαιρετικά σφιγμένη σωματική στάση σκίασαν την ερμηνεία της άριας του Ιντρένο από την «Σεμιράμιδα», ενώ ανέτρεψαν ισορροπίες και εντυπώσεις στα ντουέτα από την «Αρμίντα» και τον «Οθέλλο» με τους δύο συναδέλφους του.

Η συναυλία ολοκληρώθηκε επιτυχημένα με ένα τερτσέτο από την «Αρμίντα», το οποίο επαναλήφθηκε -καλύτερα!- και εκτός προγράμματος. Από την ίδια όπερα και τον «Γουλιέλμο Τέλλο» προήλθαν και τα ορχηστρικά αποσπάσματα (εισαγωγή, χοροί) που απέδωσε -άνισα- η Φιλαρμονική «Τζ. Ροσσίνι» υπό τη σβέλτη μουσική διεύθυνση του εμπειρότατου Βρετανού αρχιμουσικού Ντέηβιντ Πάρρυ.

Στις 19/8, το ROF υποδέχθηκε θερμά, μετά από 14 χρόνια, τον σπουδαίο Ρώσο βαθύφωνο Ιλντάρ Αμπντραζάκωφ, ο οποίος είχε ξεκινήσει εδώ, νεαρότατος, τη διεθνή σταδιοδρομία του. Ένα χρόνο νωρίτερα είχε πρωταγωνιστήσει και στην ιταλική εκδοχή της «Πολιορκίας της Κορίνθου» που ανέβασε η ΕΛΣ στην Αρχαία Κόρινθο!

Με τη μεγάλη σκηνή του δόλιου πρίγκηπα Ασσούρ από την «Σεμιράμιδα» -που υπήρξε ο τελευταίος ρόλος του στο Πέζαρο- ολοκληρώθηκε το φετινό ρεσιτάλ του: το πανέμορφο, μαλακό τίμπρο παραμένει πάντοτε ευέλικτο και ομοιογενές σε όλην του την έκταση, το τραγούδι στιλιστικά ακριβές, η σκηνική παρουσία επιβλητική. Η ροσσίνεια κωμική φλέβα δεν είναι απούσα, όπως κατέδειξε το πρώτο ανκόρ, η περίφημη άρια της συκοφαντίας από τον «Κουρέα της Σεβίλλης», στην οποία διαφοροποίησε άριστα τις δυναμικές.

Ενδιάμεσα, αναμετρήθηκε με δύο διάσημες άριες των βασικών ανδρικών ρόλων από τον «Ντον Τζοβάννι» του Μότσαρτ: η σερενάτα του αριστοκράτη λιμπερτίνου αποδόθηκε με φινέτσα και έξοχη mezza voce, η άρια «του καταλόγου» του Λεπορέλλο με χιούμορ και επικοινωνιακή εξωστρέφεια.

Περισσότερο συνάρπασαν, όμως, τα βερντιανά πορτρέτα με τα οποία άνοιξε το ρεσιτάλ! Δύσκολα θα βρει σήμερα κανείς διεθνώς καλύτερο «Αττίλα» ή Σίλβα (στον «Ερνάνη»): οι μεγάλες άριες αμφοτέρων δόθηκαν με δύναμη και ευγένεια, υποδειγματική φραστική και σπάνιο έλεγχο αναπνοής. Μέτρο και διακριτικό συναίσθημα χαρακτήρισαν και την περίφημη άρια του βασιλιά Φιλίππου Β’ από τον «Ντον Κάρλο». Κάποιοι, ελάχιστοι, θα μπορούσαν να προσάψουν ότι το τραγούδι του Αμπντραζάκωφ δεν ηχεί πάντοτε «ιταλικό»˙ η ένσταση θα είχε ίσως κάποιο νόημα, αν η Ιταλία διέθετε σήμερα έναν τέτοιας κλάσης μπάσο!

Η ενθουσιώδης στα όρια του ντελίριου υποδοχή του κοινού οδήγησε σ’ένα ακόμη ανκόρ ,που καλό θα ήταν να είχε αποφευχθεί, την άρια του Μεφιστοφελή από τον «Φάουστ» του Γκουνώ. Ο ρόλος ανήκει μεν στο ρεπερτόριο του 41χρονου τραγουδιστή, αλλά η κακή άρθρωση και νοηματοδότηση της γαλλικής όπως και η έλλειψη ενός πιο σκοτεινού φωνητικού ηχοχρώματος δεν τον συγκαταλέγει μεταξύ των ιδανικότερων γι’αυτόν αναθέσεων.

Έξοχη υπήρξε η μουσική διεύθυνση του τααλντούχου Μεξικανού αρχιμουσικού Ιβάν Λόπεζ-Ρεϋνόζο, ο οποίος επιμελήθηκε των φροντισμένων αναγνώσεων εισαγωγών από όπερες των 3 συνθετών του προγράμματος, που απέδωσε, ως ορχηστρικές ανάπαυλες, με κέφι και εγρήγορση η Φιλαρμονική «Τζ. Ροσσίνι».

Credit φωτογραφιών: Studio Amati Bacciardi

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα * e-mail
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης