Ήμουν εκεί

Ερεθιστικό «Λυκόφως των Χρεών» στην Εναλλακτική Σκηνή ΕΛΣ: όταν η ευφυΐα (δεν) έχει όρια…

Από -

Με το «Λυκόφως των χρεών», μία «ριζική διασκευή» του «Λυκόφωτος των θεών», τελευταίου μέρους της τετραλογίας «Το Δαχτυλίδι του Νίμπελουνγκ» του Ρίχαρντ Βάγκνερ, εγκαινίασε τη φετινή περίοδο η Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

 Λίγο πριν το τέλος, η προετοιμασία του γάμου της Βρουγχίδης/Ελλάδας με τον …Εκσυγχρονισμό, αμέσως μετά το θάνατο του Σωτήρη προτού παντρευτεί τη (θρηνούσα) Λογική: σκηνή από την πολιτική όπερα δωματίου «Το Λυκόφως των χρεών» των Γωγιού/ Δημόπουλου/Ευκλείδη (Εναλλακτική Σκηνή ΕΛΣ, 10/10)
Λίγο πριν το τέλος, η προετοιμασία του γάμου της Βρουγχίδης/Ελλάδας με τον …Εκσυγχρονισμό, αμέσως μετά το θάνατο του Σωτήρη προτού παντρευτεί τη (θρηνούσα) Λογική: σκηνή από την πολιτική όπερα δωματίου «Το Λυκόφως των χρεών» των Γωγιού/ Δημόπουλου/Ευκλείδη (Εναλλακτική Σκηνή ΕΛΣ, 10/10)

Τόσο ο πρώην (Γιώργος Κουμεντάκης) όσο και ο νυν καλλιτεχνικός διευθυντής της (Αλέξανδρος Ευκλείδης), θεωρούν -ορθά- ότι οι διασκευές/παραφράσεις μεγάλων λυρικών έργων (οφείλουν να) έχουν θέση στο δραματολόγιο της σκηνής αυτής. Η εναλλακτική προσέγγιση αριστουργημάτων της όπερας -για την οποία οι πιστοί/ φανατικοί του είδους βγάζουν φλύκταινες!- είναι μία καθ’όλα δύσκολη διαδικασία και από πλευράς δημιουργίας και από πλευράς πρόσληψης. Και αν η πρώτη είναι εν πολλοίς θέμα ικανοτήτων και ταλέντου, η δεύτερη προϋποθέτει γνώση και εγκυμονεί κινδύνους…

Το βαγκνερικό «Λυκόφως» -όπως και το σύνολο της τετραλογίας- δεν έχει τύχει ποτέ στη Ελλάδα σκηνικής παρουσίασης σε αμιγώς εγχώρια παραγωγή. Ανεξαρτήτως των ιδεολογικών ή άλλων αγκυλώσεων/στρεβλώσεων που έχουν προκαλέσει αυτήν την υστέρηση, ο Βάγκνερ έχει και παρ’ημίν πολλούς λάτρεις και γνώστες του έργου του. Αυτονόητα, κάθε «λοξή» ματιά στη δημιουργία του (εν προκειμένω, μια ελεύθερη σύγκριση της βαγκνερικής μυθολογίας με την αντίστοιχη νεοελληνική) οφείλει να σέβεται τον πυρήνα των μουσικοδραματικών του επιλογών.

Η ιδέα του Ευκλείδη ήταν σίγουρα φαεινή. Εμπνευσμένος από το φινάλε του βαγκνερικού πρωτοτύπου με το γκρέμισμα της Βαλχάλας-κατοικίας των θεών, φαντασιώθηκε αυτό της Ακρόπολης, διαχρονικού συμβόλου του ελληνικού αλλά και του δυτικού πολιτισμού, ως κατακλείδα μιας αφήγησης ενός ελληνικού «δαχτυλιδιού» διαδοχής, και δη της ιστορίας του προδομένου Έλληνα ψηφοφόρου, του μύθου του χρέους και της σύγχυσης του νεοκλασικού φαντασιακού με τη νεοελληνική πραγματικότητα.

Η φιλόδοξη στόχευση να «πειραχθεί» το έργο στην ίδια του τη βάση, δηλ. τόσο στο κείμενο, όσο στη δραματουργία και στο άκουσμα, οδήγησε στη συνεργασία με γνωστούς, παλαιούς και άκρως ταλαντούχους συνοδοιπόρους, όπως ο συνθέτης Χαράλαμπος Γωγιός (μουσική μεταγραφή και διεύθυνση) και ο Δημήτρης Δημόπουλος (κείμενο/λιμπρέτο). Ο Ευκλείδης υπέγραψε και τη σκηνοθεσία του νέου -τελικά- έργου, μιας πολιτικής «όπερας δωματίου», που παρακολουθήσαμε στις 10/10.

Σε μουσικό επίπεδο τα πράγματα κύλησαν εντυπωσιακά καλά. Κεντρικός άξονας του ακροάματος υπήρξε η δουλειά του Γωγιού, που συνέπτυξε χρονικά το έργο στις δυόμισι περίπου ώρες, μεταγράφοντας/προσαρμόζοντας για 9μελές ενόργανο σύνολο την πυκνή ενορχήστρωση του πρωτοτύπου, χωρίς να χαθεί τίποτε από την ουσία και τη δραματουργική της στόχευση. Επιπρόσθετα, έγινε μια πραγματικά έξυπνη συναρμογή των βαγκνερικών εξαγγελτικών θεμάτων (Leitmotive) με πασίγνωστα ελληνικά μουσικά μοτίβα (εθνικό ύμνο, εμβατήρια, παιδικά και δημοτικά τραγούδια κλπ) τα οποία συνδέθηκαν με ήρωες, ιδέες ή καταστάσεις, δημιουργώντας έναν άτυπο διάλογο ανάμεσα στη βαγκνερική δραματουργία και το συγκινησιακό κόσμο του Έλληνα ακροατή.

Η μουσική διεύθυνση του συνθέτη εξασφάλισε και καλή ροή στην παράσταση, μέσω της άρτιας καθοδήγησης μίας έμπειρης διανομής έντεκα ακμαίων μονωδών, που επελέγησαν με μεγάλη προσοχή ως προς τα φωνητικά και υποκριτικά τους προσόντα. Η Βρουγχίλδη της υψιφώνου Τζούλιας Σουγλάκου είχε μέτρο και εκφραστικότητα, ενώ ο Σωτήρης του τενόρου Δημήτρη Πακσόγλου απέδωσε εκπληκτικά τις διαφορετικές όψεις του ρόλου, διαθέτοντας φωνητικό και σκηνικό κύρος. Θαυμάσιοι από κάθε άποψη και κυρίως θεατρικά ήσαν ο μπάσος Τάσος Αποστόλου (Μέρτεν) και ο βαρύτονος Γιάννης Γιαννίσης (Γέρων/Εκσυγχρονισμός/Μέττερνιχ), ενώ καλοτραγουδισμένες και καλά συντονισμένες ήσαν οι 3 Μελίνες (Συγγενιώτου, Καράγιαννη, Μποκολίνη), εκ των οποίων οι δύο πρώτες εμφανίσθηκαν και ως Σουλιώτισσες και η τρίτη ως Λογική. Η κρυστάλλινης καθαρότητας εκφορά του λόγου από τους Συγγενιώτου και Γιαννίση πρέπει να διδάσκεται σε σεμινάρια…

 Η Βρουγχίλδη-Ελλάδα (Τζούλια Σουγλάκου) καμαρώνει -...ακόμη- για τους ήρωες και το ένδοξο παρελθόν της: στιγμιότυπο από την πολιτική όπερα δωματίου «Το Λυκόφως των χρεών» των Γωγιού/ Δημόπουλου/Ευκλείδη (Εναλλακτική Σκηνή ΕΛΣ, 10/10)
Η Βρουγχίλδη-Ελλάδα (Τζούλια Σουγλάκου) καμαρώνει -...ακόμη- για τους ήρωες και το ένδοξο παρελθόν της: στιγμιότυπο από την πολιτική όπερα δωματίου «Το Λυκόφως των χρεών» των Γωγιού/ Δημόπουλου/Ευκλείδη (Εναλλακτική Σκηνή ΕΛΣ, 10/10)

Από σκην(οθετ)ικής πλευράς, η παράσταση ήταν δουλεμένη σε κάθε λεπτομέρεια και είχε ρυθμό και ειρμό. Η διόλου αυτονόητη αντιστοίχιση χαρακτήρων και δράσης με το βαγκνερικό ρομαντικό πρ(ωτ)ότυπο υπήρξε εύστοχη και καλά επεξεργασμένη: η Βρουγχίλδη, ως προσωποποίηση της τίμιας, αφελούς πλην ηρωϊκής Ελλάδας (και δη του Έλληνα ψηφοφόρου), ο Ζήγκφριντ ως ηγέτης «Σωτήρης», λυτρωτής ήρωας και μοιραίος προδότης, με συμπεριφορά αντίστοιχη αυτής -προ διετίας- του πρωθυπουργού Τσίπρα, ο μοχθηρός Χάγκεν ως γερμανός Μέρτεν (από το όνομα του ναζί διοικητή της Θεσσαλονίκης, που φημολογείται ότι άρπαξε και έκρυψε την περιουσία των Εβραίων κατοίκων της), η καλοπροαίρετη Γκουτρούνε ως Λογική, ο Γκύντερ/Άλμπεριχ ως δόλιος Εκσυγχρονισμός/Μέττερνιχ, ο Εθνικός Γέρων ως ανήμπορος Βόταν, οι Μοίρες κατά περίπτωση ως Μελίνες ή Σουλιώτισσες-φρουροί του πεπρωμένου της φυλής κλπ…

Εξίσου κομβικός για την αφήγηση και την εκτύλιξη της δράσης στάθηκε ο εντυπωσιακός σκηνικός χώρος που έστησε ο Κωνσταντίνος Ζαμάνης, ένα μνημειώδες Ηρώον εν μέσω σειρών προτομών ηρώων (τόπος συνύπαρξης διαφόρων διπόλων της ελληνικής ιστορίας και του ελληνικού φαντασιακού απέναντι στους ηγέτες/ήρωές του), πάνω από το οποίο υψωνόταν ένα εγκιβωτισμένο σε γυαλί εκμαγείο της Ακρόπολης. Προσεκτικά επιλεγμένα σύμβολα, υπαινικτικά καρατερίστικα κοστούμια (επίσης του Ζαμάνη), ωραίοι θεατρικοί φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα ολοκλήρωναν την ακριβή οπτικοποίηση της παράστασης, υπηρετώντας λειτουργικά και συνεκτικά την όλη σύλληψη.

Εκεί που η όλη -ευφυής- δουλειά βρήκε τα όρια της ήταν στο λιμπρέτο και την εν γένει δραματουργική επεξεργασία. Θεμιτή μεν η αποδόμηση μιας τόσο σπουδαίας όπερας, αλλά εξίσου αναγκαία η «αναδόμηση» με τρόπο που το νέο έργο να βρίσκεται σε (δημιουργικό) διάλογο με το παλιό, χωρίς να το «ακυρώνει».

Εν προκειμένω, το λιμπρέτο αστόχησε ως προς την μη ισορροπημένη σχέση μεταξύ της μυθολογικής διάστασης και της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, και δη ως προς την επιλεκτική («προκατειλημμένη»;) απόσταξη των μύθων πίσω από την επικαιρότητα. Η τόσο οφθαλμοφανής σύνδεση των επί σκηνής δρώμενων με την πολύ πρόσφατη σύγχρονη ιστορία (από την εκλογή του νυν κυβερνώντος κόμματος μέχρι όσα συνέβησαν και μετά το δημοψήφισμα του 2015) οδήγησε στην εστίαση σε πολύ συγκεκριμένα λαϊκιστικά κλισέ, που δεν επέτρεψαν τον απαραίτητο κριτικό, νηφάλιο στοχασμό του θεατή για τις διαχρονικές εθνικές αδυναμίες και ευθύνες μας.

Παραμερίζοντας τη δυνατότητα παραλληλισμού της κριτικής που άσκησε ο Βάγκνερ στην αναπτυσσόμενη καπιταλιστική κοινωνία της εποχής του με τα δεινά που επισώρευσε στην Ελλάδα ο παρασιτικός καπιταλισμός, η δραματουργική επεξεργασία των Δημόπουλου/Ευκλείδη/ Τριανταφυλλοπούλου προτίμησε να προβάλλει -παραθέτοντάς τα μάλιστα, για όσους ...δεν κατάλαβαν, στις οθόνες προβολής των υπερτίτλων κατά τη διάρκεια ορχηστρικών κομματιών!- ιδεολογήματα που, δυστυχώς, καλά κρατούν ακόμη: το κλέος των προγόνων, το νεοελληνικό κράτος που από την ίδρυσή του έχει χτισθεί πάνω σ’ένα χρέος και πολλά δάνεια, το φαντασιακό χρέος της Δύσης προς τον Ελληνισμό, η αφέλεια και αθωότητα του ελληνικού λαού που εξαπατάται συστηματικά από τους ηγέτες που εκλέγει, οι κακοί ξένοι που θέλουν να επιβουλευθούν τον εθνικό πλούτο δια της μη εξάλειψης του άδικου, επονείδιστου κλπ. χρέους, ο δόλιος εκσυγχρονισμός κοκ.

Αναπόδραστα, εκεί που στο βαγκνερικό «Λυκόφως» υπάρχει διάχυτη η αίσθηση του τέλους του κόσμου, του έθνους, όχι μόνο ως καταστροφή αλλά και ως κινητήριος αλλαγή, ως ελπίδα, στο ημέτερο προτιμήθηκε η λύση του …μπουρλότου στην Ακρόπολη, η κατάρρευση δηλ. του τοπόσημου/ιδρυτικού μύθου του ελληνικού κράτους, εν είδει όπλου έναντι του …κινδύνου αφανισμού του από τη μη εξάλειψη του χρέους!

Ανεξάρτητα από τις προθέσεις των δημιουργών να περιγραφούν/σχολιασθούν με αμεσότητα, χιούμορ και ειρωνεία μύθοι, καταστάσεις/αξίες ή χαρακτήρες (π.χ. στο «προσκλητήριο ηρώων»), η παράσταση εξώκειλε τελικά σε πολιτική (ιδεολογική;) πρωτολογία. Στοίχισε εν προκειμένω και ο ενίοτε διδακτικός, πρωτίστως όμως έντονα επιθεωρησιακός, παρωδιακός (πολιτικός) λόγος του λιμπρέτου, που στόχευε στην έξαρση του συναισθήματος, ενώ δεν κατάφερε να συνομιλήσει με την ευγένεια και το μεγαλείο της μουσικής. Κατά παράδοξο τρόπο, στη συγκεκριμένη δουλειά η «ανατρεπτική» φιλόδοξη στόχευση υπονομεύθηκε από τον «συντηρητικό» πρώτο βαθμό με τον οποίο αντιμετωπίσθηκε και στο κείμενο και στη σκηνική παρουσίαση το ίδιο το θέμα, δηλ. οι μυθολογικές εμμονές πίσω από ή με αφορμή τη σημερινή κρίση…

Την αμηχανία ενέτεινε το γεγονός ότι το συγκεκριμένο πολιτιστικό προϊόν παρήχθη στο πλαίσιο ενός οργανωμένου δημόσιου -άρα κρατικά επιχορηγούμενου- θεσμού. Ανεξάρτητα από την πηγή χρηματοδότησης της Εναλλακτικής Σκηνής, αυτή οφείλει να υπηρετεί όχι μόνο τις εκάστοτε στρατηγικές επιλογές του θεσμού, αλλά και την «εθνική» αποστολή αυτής, που είναι η προώθηση και καλλιέργεια της λυρικής τέχνης στην Ελλάδα, σε κάθε μορφή και έκφανση, περιλαμβανομένου φυσικά και του εν γένει μουσικού θεάτρου ως δημιουργικής δυνατότητας των παραστατικών τεχνών.

Όσο και εάν είναι θεμιτή και επιθυμητή η προσέλκυση ενός άλλου (μη παραδοσιακού) κοινού, που δεν έχει σχέση με την όπερα, είναι λάθος να υποστηρίζεται (Ευκλείδης, συνέντευξη στον ιστότοπο Monopoli.gr, 3-10-2017) ότι η Εναλλακτική δεν συνιστά «προθάλαμο για τον θεατή, προκειμένου να ωριμάσει και να οδηγηθεί στην Κεντρική Σκηνή της ΕΛΣ». Αλίμονο αν στόχος είναι η «ευκαιριακή» γνωριμία του κοινού με την όπερα, ειδικά μέσω παραφράσεων/ διασκευών κλασικών έργων. Μπορεί ο Βάγκνερ να αρέσει ή να μην αρέσει σε κάποιον, αρκεί όμως πρώτα να τον έχει γνωρίσει και προσπαθήσει να τον κατανοήσει στις σωστές διαστάσεις…

Credits φωτογραφιών: Γεράσιμος Δομένικος

Σχετικά Θέματα

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης