Νέα

Ένα βιβλίο και μια βραδιά για τον Στέλιο Καζαντζίδη

Από -

Το βιβλίο έχει τίτλο Στέλιος Καζαντζίδης - Η Φωνή, η Ψυχή, η Ζωή του, το έχει γράψει ο φίλος του, Γιώργος Λιάνης, και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγκυρα. Δεν πρόκειται για βιογραφία - είναι όμως όλα αυτά που πρέπει να ξέρει αυτός που λατρεύει τον Καζαντζίδη και που μάλλον ήδη τα έχει νιώσει να βγαίνουν μέσα από τα τραγούδια του.

Και μόνο η αφήγηση που κάνει ο Γιώργος Λιάνης σε μια προ-παρουσίαση του βιβλίου του (που έγινε σε στενό κύκλο στον Πολυχώρο Άγκυρα), σε προδιαθέτει για κάτι συναρπαστικό. Στο νου μας αρχίζει να παίζει σαν ταινία – σε στυλ «η ζωή μου όλη». Προφανώς, είναι μια καταγραφή όπως την έχει βιώσει ο Λιάνης – αλλά και όπως την έχει ζήσει και την ζει η υπόλοιπη Ελλάδα, που λάτρεψε και λατρεύει τον Στέλιο. Ο Καζαντζίδης είναι η φωνή αυτής της χώρας – και με το βιβλίο του ο Γιώργος Λιάνης προσπαθεί να αποκαλύψει το μυστήριο του τεράστιου αυτού καλλιτέχνη και όχι να τον βιογραφήσει.

Η κανονική παρουσίαση θα γίνει στο Παλλάς, την Τρίτη 12 Δεκεμβρίου, σε μια βραδιά υπό την μουσική καθοδήγηση του Μανώλη Καραντίνη, στην οποία συμμετέχουν και τραγουδούν ο Θέμης Αδαμαντίδης, η Μαρία Γράμψα, ο Σταμάτης Κραουνάκης, ο Γιώργος Μαργαρίτης, ο Χρήστος Μάστορας, η Πίτσα Παπαδοπούλου, ο Αντώνης Ρέμος και η Ηρώ Σαΐα. Την βραδιά παρουσιάζει ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης ενώ στην εξέλιξή της θα ακουστούν ο Γιώργος Κακουλίδης, ο Γιώργος Λιάνης, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος κ.ά. Γι αυτή τη συναυλία / εθνική ενωτική γιορτή, όπως την λέει ο Λιάνης, η είσοδος θα είναι ελεύθερη - με κουπόνια εισόδου που πρέπει να ζητήσει κανείς, προφανώς, από τα ταμεία του Παλλάς.

 Ο Γιώργος Λιάνης και ο Στέλιος Καζαντζίδης κάπου στον Θερμαϊκό
Ο Γιώργος Λιάνης και ο Στέλιος Καζαντζίδης κάπου στον Θερμαϊκό

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Λιάνη Στέλιος Καζαντζίδης - Η Φωνή, η Ψυχή, η Ζωή του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγκυρα.


Η φωνή ενός λαού! Γνώρισα μεγάλους καλλιτέχνες, μεγάλους ποιητές, γνώρισα όμως και ανθρώπους από τον λαό μας που ήταν κατά τι σπουδαιότεροι από όλους αυτούς. Ναι, σίγουρα ο Στέλιος ήταν ένας τέτοιος. Αλλά ήταν και ο πιο σεμνός. Όχι ψεύτικα. Αληθινά. Η γενιά του 1960 είχε μία χυμώδη ντομπροσύνη. Ζούσε μέσα στο όνειρο. Ήταν όνειρο. Θυμάμαι ότι όλη αυτή τη δεκαετία την ήπια απνευστί στο κρυστάλλινο ποτήρι της Θεσσαλονίκης. Μέσα σ᾽ αυτήν την πόλη ήταν τότε όλα φαντασιώσεις και όλα ήταν πραγματικότητα. Μια φρενίτιδα! Από τη μία πηγαίναμε να ακούσουμε τον Σεφέρη και τον Τσίρκα και μετά στα θέατρα για να δούμε και να ακούσουμε Μπέκετ. Από την άλλη, στα σφαιριστήρια ρίχναμε τις δραχμές στο τζουκμπόξ για να ακούσουμε το «Δύο πόρτες έχει η ζωή» και το «Απόκληρος σ᾽ αυτήν την κοινωνία»! Και τις νύχτες, άλλοι διχασμοί. Ροκ ’ν’ ρολ, μάμπο και τσάρλεστον στην «Ιφιγένεια» και πιο αργά, στις πυρακτωμένες ώρες, στη «Βε­ντέτα» για να δούμε τον Χρηστάκη να καίει το μεταξωτό του πουκάμισο στην πίστα! Αργά-αργά, όμως, κατακάθισαν τα πράγματα. Καθώς ο καιρός περνούσε και η «φτωχομάνα» σπάραζε μέσα στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, ένα πρόσωπο ανέβαινε σταθερά και μεσουρανούσε. Κι αυτό το πρόσωπο ήταν του Στέλιου Καζαντζίδη. Αναπνέαμε όλοι μας μέσα στο οξυγόνο της φωνής του. Για τους περισσότερους από εμάς, η αγάπη για τον Καζαντζίδη ήταν θρησκευτική υπόθεση. Αν υπήρχε μία μαγνητοταινία, οι μοναδικές φωνές που θα περνούσαν στην αιωνιότητα, θα ήταν η δική του και του Μάνου Κατράκη. Η φωνή του ήταν ήδη ένα άγαλμα κι όλοι καταθέταμε στεφάνια σ᾽ αυτό. Δεν εγγυώμαι τις λέξεις που βγαίνουν από τα χείλη μου, όταν μιλώ για τον Στέλιο. Με ρημάζει το πάθος μου. Του παραδόθηκα την ημέρα της γνωριμίας μας, που έγινε ανοιχτά στον Θερμαϊκό, παρέα με τον Γιάννη Κυριακίδη, έναν φωτορεπόρτερ που μπορούσε μέσα σε μία φωτογραφία να αιχμαλωτίσει μία εποχή. Η μέρα εκείνη έγινε παντοτινή. Τη θυμάμαι την πρώτη μας συνάντηση. Αυτός σε μία βάρκα με μία πετονιά κι εγώ μ᾽ ένα μαγνητόφωνο στο χέρι να προσπαθώ να του πάρω έστω και μία λέξη. Εκείνο το σούρουπο, το μόνο που πήρα ήταν κάποια χαμόγελα και κάποιες αποφθεγματικές κουβέντες, που μου έκαναν εντύπωση. – Τι κάνετε εδώ; – Ταΐζω τα ψαράκια. – Θέλω να σας πάρω μία συνέντευξη. – Έχεις υπομονή; – Ναι. – Ε, τότε βγέστε έξω και περιμένετέ με. Θα γυρίσω το βράδυ. Γύρισε βαθέος όρθρου. Σχεδόν χαράματα. Στη Χαλάστρα. Και η βρύση άρχισε να τρέχει καημούς και παράπονα. Για τη Μαρινέλλα, τα παιδικά του χρόνια, την Ελλάδα. Οι πιο ήσυχοι κεραυνοί που έχω ακούσει στη ζωή μου. Έκπληκτος από αυτό το άστρο που είχε προσγειωθεί στον πλανήτη μας, άντεξα πολλές ώρες το μαρτύριο να προσπαθώ να καταγράψω στη μνήμη μου και σε λευκό χαρτί τα όσα μου έλεγε. Μου είχε απαγορεύει το μαγνητόφωνο. Αυτός ήταν, λοιπόν, ο «βασιλιάς του ελληνικού τραγουδιού»; Αυτό το γεμάτο πληγές πλάσμα; Αυτό το «παλιοκούρελο» που ξέρναγε βάσανα και καημούς; ΑΥΤΟΣ! Κέρδισε για πάντα τον θαυμασμό μου, την εκτίμησή μου και τη φιλία μου. Εντέλει, την πίστη μου. Δεν ξέρω αν έμεινα σ᾽ άλλο πρόσωπο τόσο πιστός, όσο στον Στέλιο. Σε γυναίκες, σίγουρα όχι. Στον Τσιτσάνη, ίσως. Στον Ρίτσο, σχεδόν ναι. Και σε κάνα δυο πρόσωπα ακόμα που φωτίζουν τη μνήμη μου: Τον Ιννοκέντι Σμοκτουνόφσκι, τον Ρώσο «Άμλετ» και τον Νέλσον Μαντέλα, που η οικου­μένη πρέπει να δώσει το όνομά του σ᾽ έναν ωκεανό, γιατί τέτοιο ήταν το μέγεθός του! Και τώρα, θα κλείσω τα μάτια μου και θα προσπαθήσω να σας διηγηθώ μερικά απ᾽ αυτά που θυμάμαι. Μακρινά, μελαχρινά, λυπητερά και όμορφα μαζί. Αυτά κατοικούν στην ψυχή μου και εκφρά­­ζουν την ψυχή του. Η ψυχή του είχε αθωότητα. Αλλά η ζωή του, ήταν μία χίμαιρα. Μία μεγάλη χίμαιρα. Θα παραθέσω επιλεκτικές μνήμες μου, που να φωτίζουν σχεδόν όλες τις πλευρές της καλλιτεχνικής και της ανθρώπινης πλευράς του. Είναι αληθές, ότι δεν τραγουδούσε στα κέντρα, γιατί πράγματι συνέβη αυτό το περιστατικό με την ξένη τουρίστρια, η οποία, μεθυσμένη, πέταξε ένα μπουκάλι κρασί και ο Στέλιος τη γλίτωσε ως εκ θαύματος. Και δεν τραγουδούσε σε μεγάλες συναυλίες, παρά τα μυθώδη ποσά που του έδιναν, γιατί είχε αγοραφοβία. Δεν σκέφτηκε να ξανατραγουδήσει δημόσια, παρόλο που πολλοί –ανάμεσά τους και εγώ– θα ήθελαν να πετύχουν το ακατόρθωτο. Ήταν κάτι σαν την Γκρέτα Γκάρμπο, που πίσω από τα σκούρα γυαλιά της ήθελε να συντηρεί τον μύθο της χωρίς να εμφανίζεται στο πανί. Για να τρέξω στο «κουλουάρ» των γυναικών της ζωής του, θα έλεγα ότι η Μαρινέλλα τον συντάραξε, η Γκρέυ τού αποκάλυψε το πάθος της σάρκας, η Κορίνα αισθάνθηκε και αυτή για λίγο καιρό βασίλισσα, όπως βασίλισσες αισθάνονταν όλες οι γυναίκες στο πλάι του, μέχρι να τους αφαιρέσει το στέμμα ο ίδιος. Η αγοραφοβία του ήταν τέτοια που στους καλλιτεχνικούς χώρους γινόταν αντικείμενο ειρωνείας. Ο Ζαμπέτας διηγείται ότι μόλις πλησίαζε κάποιος άγνωστος τον Στέλιο, αυτός του έλεγε: «Γιώργο, καθάρισε!» Φοβόταν. Κάθε φορά που έβλεπε έναν δίπλα του, έλεγε: «Πρόσεξέ τον αυτόν!» Κάποιο βράδυ τον πλησίασε ένας μεθυσμένος. Ο Καζαντζίδης αλαφιάστηκε. Ο Ζαμπέτας τού λέει, «Ψύχραιμα, ρε Στέλιο! Σούρα είναι ο άνθρωπος, δεν βλέπεις;» Αλλά όσο πλησίαζε ο μεθυσμένος, τόσο ο Καζαντζίδης φοβόταν. Ο Ζαμπέτας συνεχίζει και λέει ότι ο σούρας στάθηκε πλάι στον Καζαντζίδη κι άρχισε να ψάχνει το παντελόνι του. Ο Καζαντζίδης πίστεψε ότι θα βγάλει όπλο από κει μέσα, κατατρόμαξε και ούρλιαξε: «Γιώργο, είναι επικίνδυνος!» Αλλά ο μεθυσμένος, είχε βγάλει ήδη το πουλί του και κατούραγε...!

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης

  • ΣΟΦΙΑ ΓΕΡΟΥΛΑΝΟΥ πριν από 1 μήνες

    θα ηθελα να το παπρακολουθησω. απο που θα παρω την προσκληση εισοδου.