Ήμουν εκεί

Δυναμική επιστροφή της κλασικής μουσικής στον Πειραιά: «Κόρη της Καταιγίδος» - ΚΟΑ

Από -

Όσο αναμενόμενη ήταν η επιστροφή της κλασικής μουσικής στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, άλλο τόσο αναπάντεχη υπήρξε η θερμή υποδοχή της από το κοινό του πρώτου λιμανιού της χώρας. Οι Πειραιώτες (και όχι μόνο...) γέμισαν δύο φορές το έξοχα ανακαινισμένο νεοκλασικό στολίδι σε ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις που έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο, επιδεικνύοντας μάλιστα και υποδειγματική συμπεριφορά. Ενθαρρυντικά μηνύματα σε δύσκολους καιρούς!

Κατά την πρόσφατη εορταστική περίοδο, το Δημοτικό Θέατρο φιλοξένησε σειρά παραστάσεων της οπερέτας του Σακελλαρίδη «Η Κόρη της Καταιγίδος» από την γνωστή και δραστήρια ομάδα «Όπερες των ζητιάνων». Ουσιαστικά επρόκειτο για μία -αναβαθμισμένη από κάθε άποψη- παρουσίαση της δουλειάς των Αλέξανδρου Ευκλείδη (σκηνοθεσία) και Χαράλαμπου Γωγιού (μουσική διεύθυνση) που είχε φιλοξενηθεί για πρώτη φορά τον Ιούνη του 2011, στον ακατάλληλο σκηνικό χώρο της οδού Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Η επιτυχία του εγχειρήματος, υπό το φως και του έντονου ενδιαφέροντος για την αναβίωση του ξεχασμένου αυτού είδους, επανέφερε στο προσκήνιο τον γόνιμο προβληματισμό για τους μουσικοδραματικούς όρους ενός σύγχρονου ανεβάσματος της οπερέτας.
Εστιάζοντας στις συχνά νοσηρές καταστάσεις και συμπεριφορές της ελληνικής οικογένειας, η σκηνοθετική ματιά του Ευκλείδη εκσυγχρόνισε τη δράση αυτής της αιχμηρής σάτιρας του αστικού γάμου μεταφέροντας την στην εποχή μας, μέσα από το πρίσμα και την αισθητική τηλεοπτικών σειρών και κινηματογραφικών ταινιών (μιούζικαλς). Προς το σκοπό αυτό αξιοποιήθηκαν σωστά τα πολύχρωμα σκηνικά και κοστούμια του Κων/νου Ζαμάνη. Η παράσταση είχε και ρυθμό και ροή, αλλά δεν απέφυγε μεταμοντέρνες υπερβολές και πινελιές κιτς που πρόβαλαν μάλλον ασύμβατες με την αφελή κομψότητα της οπερέτας του μεσοπολέμου. Η συμπερίληψη του λαϊκού σουξέ του Αντύπα «Καταιγίδα» στην playlist του DJ για το γαμήλιο πάρτυ ή ακόμη η απόδοση ως καρικατούρας του ρόλου της Πλου-Πλου αποτέλεσαν χαρακτηριστικά παραδείγματα των κινδύνων επιμόλυνσης ενός είδους διασκέδασης μιας -πάλαι ποτέ στραμμένης στη Δύση- αστικής τάξης από ψήγματα έστω λαϊκισμού…
Σε μουσικό επίπεδο, ανεκτίμητο υπήρξε το άκουσμα -πιθανότατα για πρώτη φορά από το 1923, έτος σύνθεσης του έργου!- της αυθεντικής ενορχήστρωσης. Επικεφαλής μίας καλής Αθηναϊκής Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων, ο Γωγιός (που αποκατέστησε το μουσικό υλικό μαζί με την Ιωάννα Φόρτη) χάρισε μία ακριβή, μαλακή, θεατρική διεύθυνση. Συσταθείσα ad hoc για τις ανάγκες της παράστασης, η ερασιτεχνική πειραϊκή χορωδία Libro Coro τραγούδησε και κινήθηκε αξιοπρεπέστατα. Χωρίς την τεχνητή ενίσχυση των φωνών της προπέρσινης αναβίωσης, η διανομή (4/1) υπήρξε γενικώς ισορροπημένη. Ικανοί καλλιτέχνες ανταποκρίθηκαν επαρκώς στις αυξημένες απαιτήσεις πρόζας, τραγουδιού και κίνησης που απαιτεί η οπερέτα. Οι περισσότεροι εξ αυτών φάνηκαν να κατέχουν επαρκώς τους κώδικες και την αισθητική του απατηλά εύκολου αυτού είδους.
Οι άνδρες ικανοποίησαν περισσότερο, ιδίως οι εμπειρότεροι Δημήτρης Ναλμπάντης και Κωστής Ρασιδάκης, ενώ οι νεότεροι Χρήστος Κεχρής και Ζαφείρης Κουτελιέρης διαθέτουν σίγουρα τα μουσικοθεατρικά εφόδια για ουσιαστικότερες αναθέσεις. Από τις γυναίκες, την παράσταση έκλεψε η εντυπωσιακή κυρία Γκραντίδη της Ιωάννας Φόρτη. Η Μαρισία Παπαλεξίου αδικήθηκε από την υστερική σκηνοθετική θεώρηση του ρόλου, ενώ στο πρόσωπο της -συμπαθούς, αλλά κάπως «σφιγμένης»- πρωταγωνίστριας Πένυς Δεληγιάννη, συνοψίσθηκε η αχίλλειος πτέρνα της παράστασης, δηλ. το αδύναμο φωνητικό μέρος. Στη χρυσή εποχή της, τόσο διεθνώς όσο και παρ’ημίν, η οπερέτα υπηρετήθηκε καλύτερα από φωνές μεγαλύτερης έκτασης, ικανές να απογειώσουν τα λιγοστά, πλην διάσημα, τραγούδια της…

Μερικές εβδομάδες αργότερα (23/1), στο Δημοτικό Θέατρο επέστρεψε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (για την αρχική της εμφάνιση εκεί τον Δεκέμβρη, βλ. κριτικό μας σημείωμα: http://www.athinorama.gr/music/article.aspx?id=1002276) στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ «ΣΥΜΦΩΝΙΑ» Πειραιά και Νήσων Αργοσαρωνικού, που διευθύνει ο βιολιστής και αρχιμουσικός Νίκος Χαλιάσας.
Από ετών στέλεχος της ΚΟΑ, ο Χαλιάσας διηύθυνε και τη συναυλία αυτή, που άνοιξε με την κοσμαγάπητη 1η Συμφωνία («Κλασική») του Προκόφιεφ. Η εκτέλεση κύλησε στρωτά, αλλά μάλλον εκ του ασφαλούς, κυρίως λόγω των αργών τέμπι του αρχιμουσικού και της προσπάθειας να αναδειχθεί κάθε λεπτομέρεια της γραφής. Χάθηκε, όμως, έτσι, η ρυθμική ζωντάνια και ο ανάλαφρος χαρακτήρας του έργου, ενώ απουσίασε κάθε έννοια χιούμορ και λεπτής ειρωνείας που απογειώνουν τον ιδιότυπο μοντερνισμό του.
Εξίσου εκ του ασφαλούς κινήθηκε η συνοδεία και στο σπανιότατα παιζόμενο «Κοντσέρτο για κοντραμπάσο» του Βάνχαλ που δόθηκε στη συνέχεια. Παρά το ευπρόσδεκτα μικρότερο ορχηστρικό κλιμάκιο, μάταια ανέμενε κανείς την αξιοποίηση, σε ένα έργο αντιπροσωπευτικό του κινήματος «Θύελλα και Ορμή», των κατακτήσεων της ιστορικής ερμηνευτικής σε ταχύτητες, τρόπο διατύπωσης φραστικής, στίξεις, αντιθέσεις. Ο σολίστας Νίκος Τσουκαλάς απέδωσε πολύ καλά -πλην κάποιων σημειακών τονικών μικροολισθημάτων- μία δεξιοτεχνικά απαιτητική παρτιτούρα, ενώ ανέδειξε με εκφραστικότητα το διάχυτο λυρισμό της. Πρέπει δε να εξαρθεί κάθε προσπάθεια σολιστικής προβολής του τεραστίων διαστάσεων κοντραμπάσου, ενός από τα πιο παραγνωρισμένα όργανα της κλασικής ορχήστρας.
Τη βραδιά έκλεισε μία θαυμάσια ερμηνεία της μοναδικής «Συμφωνίας» του Μπιζέ. Ο Χαλιάσας πρόβαλε επιτυχημένα το μελωδικό πλούτο, την κομψότητα της ενορχήστρωσης, τη δροσιά και τη χάρη ενός έργου που αντλεί έμπνευση από τον δύσαντα κλασικισμό. Προς τούτο άντλησε τα μέγιστα από τα έγχορδα (διάφανο ήχο και ακρίβεια) και τα ξύλινα πνευστά, οι ποιητικές συνεισφορές των οποίων -με προεξάρχοντα τα έξοχα σόλι του ομποΐστα Δημήτρη Βάμβα στο τρυφερό Adagio!- χρωμάτισαν πολλές παραγράφους.

(credit φωτογραφίας: STEFANOS)    

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης