Ήμουν εκεί

Aποχαιρετισμός Χριστόπουλου – Οι θαυμαστές «γαλλικές» επιδόσεις της ΚΟΑ

Από -

Μία ξεχωριστή συναυλία στο Ηρώδειο (8/7) ένωσε -στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών- τις δύο ορχήστρες, των οποίων την καλλιτεχνική διεύθυνση είχε μέχρι πρότινος, από κοινού, ο Βασίλης Χριστόπουλος. Στην τελευταία εμφάνισή του με την ΚΟΑ συμμετέσχε και η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νοτιοδυτικής Γερμανίας, τα ηνία της οποίας θα έχει για έναν ακόμη χρόνο. Λόγω της αδυναμίας μας να παρευρεθούμε στη συναυλία, η ευγενική άδεια παρακολούθησης της γενικής πρόβας την προηγουμένη (7/7) υπήρξε διαφωτιστική τόσο ως προς τον τρόπο εργασίας και προετοιμασίας των έργων, όσο και ως προς τις σχέσεις του 39χρονου αρχιμουσικού με ορχήστρες και μουσικούς.

Η σε βάθος γνώση της κάθε παρτιτούρας, η αίσθηση διαλόγου με τους μουσικούς, η έγνοια για την ακουστική (του χώρου) και την απόδοση σειράς λεπτομερειών ήσαν παρούσες σε κάθε στιγμή της 3ωρης πρόβας. Η έμφαση δόθηκε εύλογα στη μεγαλειώδη «Συμφωνία των Άλπεων» του Ρίχαρντ Στράους, στην οποία συνέπραξαν πάνω από 120 μουσικοί από τα δύο σύνολα. Η ερμηνεία ξεχώρισε περισσότερο για την φροντισμένη ανάδειξη των ποικίλων επεισοδίων της γραφής (έξοχη καταιγίδα!), παρά για την συνολικότερη πνοή της αφήγησης και την ανάδειξη του μυστηρίου του έργου. Τα θαυμάσια υποσύνολα εγχόρδων με τον εστιασμένο, μαλακό ήχο συνάρπασαν, ενώ τα χάλκινα πνευστά, παρά κάποια μικροπροβλήματα συντονισμού, δικαίωσαν τον καθοριστικό ρόλο τους στο συγκεκριμένο έργο (εντός και εκτός σκηνής!).
Αντίθετα, η δοκιμή εκτέλεσης της περίφημης 41ης Συμφωνίας του Μότσαρτ («του Διός») από συνεπτυγμένο κλιμάκιο της γερμανικής ορχήστρας άφησε ανάμικτη επίγευση, μην αποφεύγοντας -παρά το ρυθμικό της σφρίγος- ούτε κάποιον τευτονικό βηματισμό ούτε και μία μάλλον αναχρονιστική θεώρηση «πρωτορομαντικής» αισθητικής.
Το εύρος και η ποιότητα της δουλειάς του Χριστόπουλου πρόβαλαν με περισσότερο εντυπωσιακό τρόπο στην αποχαιρετιστήρια τακτική συναυλία του, ως επικεφαλής της ΚΟΑ, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης», 30/5).
Η βραδιά -με τον ατυχή προγραμματικό τίτλο «Ήχοι που χρωματίζουν»- εστίασε στις άπειρες εκφραστικές δυνατότητες του ήχου. Ξεκίνησε με μίαν κρυστάλλινης καθαρότητας απόδοση του σύντομου έργου «Color» (Χρώμα) του Γάλλου Μαρκ-Αντρέ Νταλμπαβί, στο οποίο η συνεχής μετεξέλιξη του μουσικού υλικού (μεμονωμένα ηχοχρώματα, ατμοσφαιρικές συνηχήσεις, γκλισσάντι, αποδόμηση ήχου) πρόδιδε στέρεη τεχνική και συνθετική δεινότητα.

Στη συνέχεια, η πολυβραβευμένη 31χρονη Γιαπωνέζα βιολίστρια Σαγιάκα Σότζι έδωσε μία από κάθε άποψη απαστράπτουσα ερμηνεία του 2ου Κοντσέρτου για βιολί του Προκόφιεφ. Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί, ότι η Αθήνα είχε χρόνια ν’ακούσει βιολί τέτοιου διαμετρήματος. Αφενός η λαμπερή δεξιοτεχνία επέτρεπε στην σολίστ να ξεπερνά με σκανδαλιστική άνεση τα πολλά δυναμικά περάσματα, αφετέρου η φινέτσα του ήχου, το πλαστικότατο φραζάρισμα και η πηγαία εκφραστικότητα του παιξίματος διασφάλιζαν μία συναρπαστική παλέτα αποχρώσεων και δυναμικών. Πάνω απ’όλα, όμως, η Σότζι, μουσικός με μεγάλη αντίληψη, συγκέρασε θαυμαστά στην ερμηνεία της όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά της γραφής της μεταβατικής συνθετικής περιόδου του Σοβιετικού δημιουργού: τη δροσιά και τη ζωντάνια του πρώτου μέρους με τη μελωδική καντιλένα, τον λυρισμό του ενδιάμεσου andante assai, την αιχμηρή, «μοντερνιστική» ένταση του φινάλε. Η άψογη συνοδοιπορία ορχήστρας και αρχιμουσικού κατέδειξε όχι μόνο σβελτάδα αντανακλαστικών αλλά και πρωτόγνωρη επάρκεια ανταπόκρισης στην άκρως απαιτητική, στριφνή ενορχήστρωση!
Η συναυλία ολοκληρώθηκε με τις δύο ορχηστρικές σουίτες που ο Ραβέλ μορφοποίησε από τη μουσική του για το μπαλέτο «Δάφνις και Χλόη» (χωρίς τη συμμετοχή χορωδίας). Καθοδηγώντας μίαν ορχήστρα σε μεγάλη φόρμα (μαλακά έγχορδα, ποιητικά έγχορδα, σταθερά χάλκινα), ο Χριστόπουλος απέφυγε τη συμφωνική ανάγνωση, αναδεικνύοντας με θεατρικότητα και αδιόρατο χορευτικό βηματισμό τις αφηγηματικές αρετές της σπουδαίας σύνθεσης. Η αιθέρια, ιμπρεσιονιστική γραφή αποδόθηκε με απόλυτη καθαρότητα (χαμηλής δυναμικής περάσματα!) και ανάγλυφη προβολή κάθε λεπτομέρειας, ενώ οι φρενήρεις κορυφώσεις έσφυζαν από διονυσιακή ενέργεια. Όσο και αν υπήρχαν σίγουρα περιθώρια για μία περισσότερο αισθησιακή απόδοση των ηδονικών αρμονιών και των διαθέσεων του έργου, η ακρόαση αποκάλυψε το πόσο «λύθηκε» σταδιακά, από εκφραστικής απόψεως, κατά τη διάρκεια της 3ετούς θητείας του και ο αρχιμουσικός.
Ατυχώς, η παντελώς αναιτιολόγητη και σίγουρα αδικαιολόγητη μη ανανέωση της θητείας του Χριστόπουλου έβαλε άδοξο τέλος σε μία από τις πλέον γόνιμες συνεργασίες των τελευταίων ετών, που κόσμησαν τη φτωχή μουσική μας πραγματικότητα. Παρών στην αίθουσα και συμμετέχων και αυτός στις ενθουσιώδεις επιδοκιμασίες του πιστού κοινού της ΚΟΑ, ο διάδοχός του στην καλλιτεχνική διεύθυνση Στέφανος Τσιαλής θα αναλογιζόταν το πόσο ψηλά έχει τεθεί ο πήχης και το πόσο δύσκολο θα είναι να διατηρηθεί, σταθερό έστω, το επίπεδο της πρώτης ορχήστρας της χώρας…
Η συναυλία αυτή, που υλοποιήθηκε σε συνεργασία με το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών στο πλαίσιο του προγράμματος «Ελλάς-Γαλλία-Συμμαχία 2014», υπενθύμισε, εξάλλου, τις γόνιμες συνέργειες με ξένες Πρεσβείες και μορφωτικά ιδρύματα που καλλιέργησε συστηματικά ο Χριστόπουλος και οι οποίες συνέβαλαν στον αδιαμφισβήτητο εμπλουτισμό των προγραμμάτων της ΚΟΑ.
Σε κανένα, όμως, ρεπερτόριο η πρόοδος και οι επιδόσεις του συνόλου δεν υπήρξαν τόσο άξιες θαυμασμού όσο στο ιδιαίτερων αισθητικών απαιτήσεων γαλλικό. Σε αυτό συνέβαλαν καθοριστικά και οι πολλές συμπράξεις με εκλεκτούς Γάλλους μουσικούς. Δύο από αυτούς, ο αρχιμουσικός Πιερ-Αντρέ Βαλάντ και η βιολοντσελίστρια Ανν Γκαστινέλ πρωταγωνίστησαν στη δεύτερη συναυλία με γαλλικό πρόγραμμα που έδωσε, τρεις εβδομάδες νωρίτερα (9/5), η ΚΟΑ στην Κεντρική Σκηνή «Αριστοτέλης Ωνάσης» της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών.

Στη βραδιά παίχθηκαν, μεταξύ άλλων, συνθέσεις των δύο «τρομερών παιδιών» της σύγχρονης Γαλλικής μουσικής. Στο ευφάνταστα ενορχηστρωμένο 2ο Κοντσέρτο για βιολοντσέλο του Ερίκ Τανγκύ η αξιοποίηση των ηχοχρωμάτων του οργάνου και η απόδοση των διαφορετικών κλιμάτων δικαιώθηκαν απόλυτα από το συγκεντρωμένο, αυστηρό παίξιμο της Γκαστινέλ. Στο «Φινάλε» του Μπρυνό Μαντοβανί εντυπωσίασαν η αέναη κίνηση από τις σιωπές ως τις κορυφώσεις, τα περίτεχνα οστινάτι, η προσεγμένη ανάδειξη των σολιστικών φωνών (φλάουτο). Ενδιάμεσα, το κομμάτι της γαλλοσπουδαγμένης Ελληνοκύπριας Χριστίνας Αθηνοδώρου «Ιντερμέδιο για μια θάλασσα που δεν έχει ποτέ ιδωθεί» απέδωσε την «εσωτερική μουσική» που βίωνε ο έχων προβλήματα ακοής Μπετόβεν σε 5 σαγηνευτικά, σύντομα μέρη μέσα από διαφορετικά δομημένα κρεσέντι, με πληθώρα αρμονικών ιριδισμών.
Στα δύο μεγάλα έργα του προγράμματος, ο ειδικευμένος στο ρεπερτόριο του μοντερνισμού Βαλάντ διέπλασε αναγνώσεις μοναδικής ακρίβειας και διαφάνειας, που φώτισαν ευπρόσδεκτα το συντακτικό της γραφής. Αυτή, νηφάλια κομψή, του «Πρελούδιου στο απομεσήμερο ενός φαύνου» του Ντεμπυσσύ χρωματίσθηκε έντονα από το ατμοσφαιρικό σόλο φλάουτου της Χρυσής Πιλαφτσή. Αντίστοιχα, οι ονειρικά λυρικές, ποιητικές συνεισφορές των έξοχων ξύλινων πνευστών (Μουρίκης, Βάμβας, Παντελίδου) γλύκαναν το νευρώδες, γεμάτο ενέργεια παίξιμο που χαρακτήρισε την αρκετά αναλυτική ερμηνεία του συμφωνικού ποιήματος «Το τραγούδι του αηδονιού» του Στραβίνσκυ, αυξάνοντας έτσι τον αντίκτυπο της αφήγησης…

Credit φωτογραφιών: Χάρης Ακριβιάδης (1η) / Γιάννης Σούλης (3η)

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης