Πρόσωπο

Τομ Χανκς: Ένας συνηθισμένος Αμερικανός σταρ...

Από -

Έχοντας, πλέον, πατήσει τα 60, ο δύο φορές οσκαρικός θριαμβευτής πρωταγωνιστεί στο «Ένα Ολόγραμμα για τον Βασιλιά» του Τομ Τίκβερ, θυμίζοντάς μας όλα εκείνα τα ερμηνευτικά στοιχεία που τον μετέτρεψαν σε έναν από τους κορυφαίους ηθοποιούς του Χόλιγουντ. Αλήθεια, εσείς έχετε ποτέ αναρωτηθεί τι σας αρέσει στον Τομ Χανκς;

Ο Τομ Χανκς μοιάζει με άνθρωπο της διπλανής πόρτας, ο οποίος σου δίνει απλόχερα το δικαίωμα να ταυτιστείς ή ακόμη και να χαλαστείς μαζί του. Είναι ο τύπος του σταρ που δεν νιώθεις να σε κοιτάζει αφ’ υψηλού, αλλά κατάματα, πάντοτε έτοιμος να αφηγηθεί μια ιστορία που σε αφορά. Στην πολύχρονη καριέρα του δεν έπαιξε ποτέ –κυριολεκτικά ή μεταφορικά– τον υπερήρωα, τον σούπερ γόη, την ταλεντάρα που ακουμπάει τα εσώψυχα του χαρακτήρα ή τον σολίστα περιωπής που μπορεί να γίνει πρωταθλητής του kick boxing σε ένα μήνα για την ανάγκη ενός ρόλου. Ακόμη και στις bigger than life ιστορίες στις οποίες έχει πρωταγωνιστήσει (από το «Απόλλων 13» μέχρι τον «Ναυαγό») έχεις την εντύπωση ότι ο ήρωάς του βρέθηκε εκεί τυχαία, έχοντας χάσει τα ρέστα του στη ρουλέτα της μοίρας.

Αυτό, μάλλον, συμβαίνει γιατί ο Χανκς είναι ένας από τους ελάχιστους σταρ των καιρών μας που δεν χρησιμοποιεί τη Μέθοδο του Actors Studio ως ευαγγέλιο. Ο 60χρονος ηθοποιός προτιμά να φέρνει τους χαρακτήρες που ερμηνεύει στα μέτρα του, παρά να χωρέσει στο στενό ή φαρδύ κοστούμι που ο σεναριογράφος έχει ήδη ράψει γι’ αυτόν. Αντί να βλέπεις, λοιπόν, στην οθόνη έναν χτυπημένο από το AIDS δικηγόρο ή έναν θαρραλέο αρχηγό διμοιρίας που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του μετώπου, έχεις μπροστά σου τον «δικό σου Τομ» που παλεύει ενάντια σε κινηματογραφικούς θεούς και δαίμονες. Κάθε ρόλος, λοιπόν, του Αμερικανού σταρ έχει σάρκα και οστά... και μάλιστα τα δικά του. Αντίθετα με τον συνομήλικό του Ντάνιελ Ντέι Λιούις ή τον κατά μερικά χρόνια μικρότερό του Τζόνι Ντεπ, ο Χανκς δεν ψάχνεται με στανισλαφσκικές μεθόδους και υποκριτικές βιωματικές πατέντες.

Ο «δικός μας Τομ» δεν στόχευσε ποτέ κατευθείαν στο απόλυτο ερμηνευτικό 10/10, αλλά περισσότερο σε τίμιες, αγόγγυστες ερμηνείες που εξυπηρετούν περισσότερο τα «θέλω» του σκηνοθέτη παρά τις δικές του φιλοδοξίες, ακολουθώντας την παράδοση των κλασικών σταρ του Χόλιγουντ, όπως ο Κάρι Γκραντ και ο Τζέιμς Στιούαρτ. Μην αναρωτιέστε, λοιπόν, γιατί ο Τομ Χανκς ψηφίζεται σερί εδώ και κάποια χρόνια ως ο πιο αξιόπιστος άνθρωπος της αμερικανικής showbiz...

 Με το Όσκαρ για το  «Φιλαδέλφεια» το 1994
Με το Όσκαρ για το «Φιλαδέλφεια» το 1994

Από την ’80s παραζάλη στο ώριμο δράμα
Ένα από τα πράγματα που πρέπει να αναγνωρίσεις στον Χανκς είναι ότι ενώ έγινε γνωστός μέσα από τις εμπορικές κωμωδίες/κομεντί των ’80s, δεν αναλώθηκε στο ασύλληπτο χολιγουντιανό γλέντι εκείνης της εποχής. Οι περισσότεροι σταρ της γενιάς του (από τον Κίφερ Σάδερλαντ, μέχρι τον Τσάρλι Σιν και τον Ρομπ Λόου) βάλτωσαν στα νερά της εφήμερης επιτυχίας και στις καταχρήσεις που προσέφερε απλόχερα η χρυσή περίοδος του γιαπισμού. Ο Τομ Χανκς, βέβαια, είχε τελείως διαφορετικές βάσεις από την αρχή. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ασχολήθηκε με το off off Broadway θέατρο, φτάνοντας να δουλεύει για ψίχουλα ως φροντιστής σε περιοδείες που όργωναν τις ΗΠΑ. Από κει και πέρα η συμμετοχή του στη σειρά «Bosom Buddies» προέκυψε εντελώς τυχαία, όπως και η απόφαση του Ρον Χάουαρντ να τον επιλέξει για συμπρωταγωνιστή της Ντάριλ Χάνα στην κομεντί φαντασίας «Η Γοργόνα» το 1984.

Ο Χανκς άρπαξε, όμως, όποια μικρή ή μεγάλη ευκαιρία βρήκε μπροστά του για να τρυπώσει στην οθόνη και, μόλις έγινε αυτό, η πορεία προς το star status ήταν πλέον προδιαγεγραμμένη. Αυτόματα απέκτησε ισχυρούς δεσμούς με το κοινό και καταγράφηκε ως Μr Nice Guy στη συνείδηση των απανταχού σινεφίλ. Αυτή η αίσθηση γιγαντώθηκε με το «Big» του 1988, τότε που ως παιδί παγιδευμένο σε σώμα ενηλίκου χόρεψε με πρωτόλεια χάρη πάνω σε ένα τεράστιο παιχνίδι-πιάνο, υπογράφοντας σύμβαση αορίστου χρόνου με τις καρδιές των θεατών και κερδίζοντας την πρώτη από τις πέντε συνολικά οσκαρικές υποψηφιότητες της καριέρας του. Ακολούθησαν η γλυκύτατη σκυλο-κομεντί «Τέρνερ και Χουτς» (1989), το ανάλαφρα φεμινιστικό «Δικό τους Παιχνίδι» (1992), η πρώτη συνεργασία του με τη σεναριογράφο-σκηνοθέτιδα Νόρα Έφρον και τη Μεγκ Ράιαν στη ρομαντική κομεντί «Άγρυπνος στο Σιάτλ» (1993), την οποία διαδέχτηκε το «Έχετε Μήνυμα στον Υπολογιστή σας» (1998), αλλά το υποκριτικό breakthrough του είναι χωρίς δεύτερη σκέψη το «Φιλαδέλφεια» της ίδιας χρονιάς.

Μπορεί να ήταν οριακά μελό και αρκετές στιγμές συναισθηματικά εκβιαστικό, αλλά το φιλμ του Τζόναθαν Ντέμι έδωσε τη μοναδική ευκαιρία στον Χανκς να δείξει τις δραματικές υποκριτικές του ικανότητες και να βουλώσει τα στόματα των ιντελέκτουαλ επικριτών του. Αδυνατισμένος κατά 15 κιλά, ερμήνευσε έναν δικηγόρο, φορέα του AIDS, που ψάχνει το δίκιο του σε μια κεκαλυμμένα υπερσυντηρητική Αμερική, κάνοντας τα δάκρυα να πλημμυρίζουν τις αίθουσες ολόκληρης της υφηλίου. Μοναδική η back-to-back οσκαρική διάκριση με το αμφιλεγόμενο από κάθε άποψη «Forrest Gump» (1994) του Ρόμπερτ Ζεμέκις, αλλά και ο ρόλος του ως καουμπόη Γούντι στο «Toy Story» (1995) που έκλεισαν ονειρικά μια εκστατική ερμηνευτικά τριετία (1993-95), μάλλον την κορυφαία στην καριέρα του.

Από τον «Ράιαν» στον «Βασιλιά»
Μετά τη διπλή οσκαρική βράβευσή του, ο Αμερικανός σταρ αποφάσισε, εκτός από το να ασχοληθεί εντατικά και επιτυχημένα με τον τομέα της παραγωγής, να ακολουθήσει μόνον τα κινηματογραφικά πρότζεκτ των σκηνοθετών που εμπιστεύεται απόλυτα. Ένας από αυτούς, υπήρξε ο Ρον Χάουαρντ, με τον οποίο απογειώθηκε στο φεγγάρι στο «Aπόλλων 13» (1995) και για χάρη του μεταμορφώθηκε σε θαρραλέο καθηγητή Ρόμπερτ Λάνγκτον στα «Κώδικας Da Vinci» (2006) και «Illuminati: Οι Πεφωτισμένοι» (2009). Στη δεύτερη συνεργασία του με τον Ρόμπερτ Ζεμέκις στον «Ναυαγό» (2000) έχασε 20 κιλά –μία από τις διακυμάνσεις βάρους που του προκάλεσαν πρόσφατα διαβήτη–, ενώ τον ακολούθησε μέχρι το πρωτοποριακό τεχνικά «Πολικό Εξπρές» (2004).

Το ζευγάρωμα του Χανκς με τον Σπίλμπεργκ μπορεί να μην του εξασφάλισε κάποιο Όσκαρ, αλλά σίγουρα του πρόσφερε highlights καριέρας όπως αυτά των «Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν» (1998), «Πιάσε με αν Μπορείς» (2002), «The Terminal» (2004) και «Η Γέφυρα των Κατασκόπων» (2015). Στη λίστα των συνεργασιών του, εκτός από τους παραπάνω, προσθέστε τους πανούργους αδελφούς Κοέν («Η Συμμορία των Πέντε»), τον αδιαμφισβήτητο δεξιοτέχνη Σαμ Μέντες («Ο Δρόμος της Απώλειας»), τον πάντοτε αξιόπιστο Μάικ Νίκολς («Παιχνίδια Εξουσίας»), ακόμη και τα κινηματογραφικά επιπόλαια αδέλφια –αδελφές πλέον– Γουατσόφσκι και τον Γερμανό στιλίστα Τομ Τίκβερ στο «Cloud Atlas»).

Τώρα ακολουθεί τον τελευταίο στην έρημο της Σαουδικής Αραβίας, για να μεταφέρει το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Έγκερς «Ένα Ολόγραμμα για τον Βασιλιά». Στην αλληγορική κομεντί ερμηνεύει έναν χρεοκοπημένο Αμερικανό επιχειρηματία που προσπαθεί να πουλήσει την εφεύρεσή του σε έναν τοπικό άρχοντα, εξάγοντας όσο όσο το αμερικανικό όνειρο... Αμφιβάλλει κανείς ότι ο Χανκς θα τα καταφέρει και πάλι;

Λέγε με και... Θωμά

Οι τρεις λόγοι που ο Χανκς πρέπει κάποια στιγμή να πολιτογραφηθεί Έλληνας.

Ρίτα Γουίλσον
Παντρεμένος από το 1988 με την ελληνικής καταγωγής ηθοποιό-παραγωγό, ο Χανκς γνώρισε και αγάπησε τη χώρα μας. Για χάρη της έγινε χριστιανός ορθόδοξος, ενώ έρχεται κάθε χρονιά στην Ελλάδα. Ένα από τα ελάχιστα πραγματικά αγαπημένα ζευγάρια του Χόλιγουντ.

Αντίπαρος
Όποιον και να ρωτήσεις στο κυκλαδίτικο νησί ξέρει τον Τομ. Σχεδόν κάθε χρονιά περνάει κάποιες ημέρες στη βίλα του, έχοντας εξαιρετικές σχέσεις με τους ντόπιους. Άλλη μια απόδειξη ότι ο Χανκς παραμένει απλός και προσεγγίσιμος.

Γάμος αλά Ελληνικά
Η γυναίκα του είναι αυτή που τον έπεισε να βάλει τα λεφτά του σε μια αμερικανική κωμωδία με έντονο ελληνικό άρωμα το 2002 και δεν το μετάνιωσε, αφού τα πήρε πίσω πολλαπλάσια. Από κει και πέρα βρίσκεται μέσα σε όλα τα πρότζεκτ της Νία Βαρντάλος.

Σχετικά Θέματα

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης