Κριτική

Paterson

Από -

Ο γοητευτικά κουλ Τζάρμους συνθέτει ένα κινηματογραφικό χαϊκού, το οποίο με απλές εικόνες και λέξεις αναζητά την ποίηση που κρύβεται στη βαρετή αστική καθημερινότητα.

Το Πάτερσον είναι μια πόλη 120.000 κατοίκων στην πολιτεία του Νιου Τζέρσι, λίγο έξω από τη Νέα Υόρκη. Γνωστή ως «πόλη του μεταξιού» λόγω των πολλών υφαντουργικών εργοστασίων της στα τέλη του 19ου αιώνα, αποτελεί τώρα τόπο κατοικίας πολλών ισπανόφωνων, Αράβων και μουσουλμάνων μεταναστών. Το «Πάτερσον» είναι ένα από τα διασημότερα ποιήματα του Αμερικανού μοντερνιστή λογοτέχνη Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, στο οποίο με απέριττη μα γεμάτη εικόνες και συναισθήματα γλώσσα εξυμνεί την αόρατη ομορφιά της καθημερινής ζωής.

Ο Πάτερσον είναι ένας οδηγός λεωφορείου στο Πάτερσον του Νιου­ Τζέρσι, που ζει στωικά την καθημερινή ρουτίνα του: κάθε πρωί οδηγεί μέσα στους δρόμους της πόλης, παρατηρώντας όλα όσα περνούν μπροστά από το παρμπρίζ του και ακούγοντας τις κάθε λογής συζητήσεις που κάνουν πίσω από την πλάτη του οι επιβάτες. Στα διαλείμματα γράφει ποιήματα σε ένα τετράδιο. Επιστρέφει­ στο σπίτι, όπου τον περιμένει η σύντροφός του Λόρα. Μια καλόκαρδη νεαρή Ασιατικής καταγωγής, η οποία διακοσμεί όλο το σπίτι με ασπρόμαυρα μοτίβα, ψήνει cupcakes και θέλει να γίνει τραγουδίστρια, αφού πρώτα μάθει να παίζει κιθάρα μέσω... YouTube. Το απόγευμα ο Πάτερσον βγάζει­ βόλτα τον σκύλο τους Μάρβιν. Σταματάει στο τοπικό μπαρ για μια μπίρα και κατόπιν γυρίζει στο σπίτι.

Με υλικό όλες αυτές τις εκδοχές του Πάτερσον, ο Τζιμ Τζάρμους επιχειρεί να συνθέσει ένα κινηματογραφικό χαϊκού, το οποίο με απλές εικόνες και λέξεις (οι στίχοι των ποιημάτων τρέχουν στην οθόνη και γίνονται ένα με την εικόνα ) αναζητά την ποίηση που κρύβεται στη βαρετή αστική καθημερινότητα. Σκηνοθέτης των λεπτομερειών, οπαδός του μινιμαλισμού και ζεν στοχαστής, ο Τζάρμους συνδέει ζωή και τέχνη με φυσικό τρόπο, που έρχεται από τους μεγάλους ρομαντικούς και φτάνει στην ποιητική σχολή της Νέας Υόρκης (Φρανκ Ο’Χάρα, Τζον Άσμπερι και Ρον Πάτζετ, ο οποίος έχει γράψει και τα ποιήματα της ταινίας ).

Περιγράφοντας διακριτικά ένα συγκεκριμένο κοινωνικό και ταξικό περίγυρο, καθώς μέσα από τις δια­δρομές του λεωφορείου αναδεικνύεται μια Αμερική πολυπολιτισμική αλλά και σε οικονομική ύφεση, παραμένει ανθρωποκεντρικός, οπαδός μιας «διαλεκτικής» ισορροπίας (στην ταινία εμφανίζονται διαρκώς ζευγάρια και δίπολα ) όπου τα ετερώνυμα έλκονται. Έτσι ο παρατηρητής του κόσμου, διαρκώς αφηρημένος και «ακίνητος» Πάτερσον γίνεται το τέλειο ταίρι της γλυκά επεμβατικής μα διαρκώς κινούμενης και δημιουργικής με τα χέρια της Λόρα (τα cupcakes της είναι υπέροχα, το τραγούδι της απολαυστικό ). Τα προβλήματα υπάρχουν, όμως ο Τζάρμους δεν τα ανάγει σε δράμα, όπως και την αλήθεια των λιτών στίχων δεν τη μεγεθύνει ως καλλιτεχνικό επίτευγμα. Απέναντι­ στους θριάμβους και στις ήττες της καθημερινής ζωής, παραμένει σοφός άνθρωπος και cool κινηματογραφιστής.

ΗΠΑ, Γαλλία. 2016. Διάρκεια: 118΄. Διανομή: AMA FILMS.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά

Σχετικά Θέματα

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης

  • Χρήστος πριν από 1 μήνες

    "η άνοδος της ασημαντότητας' όπως θα έλεγε και ο Καστοριάδης. Η ταινία είναι σαφώς καλύτερη απο την προηγουμενή του. είναι ένα σεμνό και ευδιάκριτο τίποτα΄ σίγουρα πολύ πιο έντιμο απο το βαρύγδουπο μηδανικό του 'οι εραστές...'. Η μόνη αξιόλογη τανιά του Τζάρμους είναι ο 'νεκρος" οι υπόλοιπες είναι ένα κενό φιλμάρισμα άνευ περιοχομένου.

  • Άκης Anticritic πριν από 2 μήνες

    Γεια σας και καλή χρονιά με υγεία. Πρώτη φορά μπαίνω στον κόπο να γράψω κριτική. Είμαι θυμωμένος και ενοχλημένος. Καταρχάς με τους επαγγελματίες "κριτικούς" όπως ο Μήτσης και όλοι οι υπόλοιποι. Κυρίως όμως είμαι θυμωμένος με τον εαυτό μου που την πάτησα ακόμα μια φορά και τους άκουσα. Οι "κριτικοί" αυτοί έχουν αποδείξει πλέον πέραν οιασδήποτε αμφιβολίας ότι είναι αποκομμένοι από την αίσθηση του μ.ό. των απλών ανθρώπων για το τί είναι καλαίσθητο και τί όχι. Μπαίνω στο ψητό. Η ταινία είναι ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ απλή και δεν έχει να σου πει τίποτα σπουδαίο. Σε οποιοδήποτε τομέα. Όταν πας σινεμά, θες να πετύχεις κάτι από τα εξής, μεμονωμένα ή σε οποιονδήποτε συνδυασμό: α)να περάσεις καλά παρακολουθώντας μια ωραία ιστορία, β) να προβληματιστείς, γ) να φύγεις λίγο πιο σοφός, δ) να γελάσεις, ε) να εντυπωσιαστείς από τα εφέ, στ) να νιώσεις οποιοδήποτε έντονο συναίσθημα (φόβο, έρωτα, μίσος κλπ, ζ) να γελάσεις. Η εν λόγω ταινία δεν κάνει τίποτα από αυτά. Ναι είναι καλο-σκηνοθετημένη. Ναι έχει μια ωραία απλότητα. Ναι οι ηθοποιοί παίζουν καλά. Η ιστορία όμως είναι εξαιρετικά απλή. Δεν υπάρχει κανένα βαθύτερο νόημα, όσο και αν πασχίζει ο Μήτσης να πείσει για το αντίθετο. Η ιστορία είναι βαρετή και δεν έχει τίποτα ιδιαίτερο να επιδείξει. Είναι σα να βλέπουμε να εξιστορείται μια τυπική βαρετή ημέρα της ζωής μας. Η "ποίηση" ης ταινίας ΔΕΝ είναι ποίηση... Τα 5-6 "ποιήματα" που εμφανίζονται είναι επιπέδου δημοτικού. Μετά την ταινία, η γυναίκα μου έγραψε με διάθεση ειρωνείας ένα ποίημα που -πιστέψτε με- είναι καλύτερο από τα περισσότερα της ταινίας: "Παλιά βάζαμε άλλο μαλλακτικό. Τώρα παίρνουμε μόνο Lenor. Έχει απαλή αλλά γεμάτη μυρωδιά, σαν κέικ που ψήνεται στην κουζίνα". Καταπληκτικό ε...? Συγκινηθήκατε? Αυτό είναι το επίπεδο της ποίησης που θα δείτε στην ταινία. Ξέρετε τί? Έχω κουραστεί να βαφτίζονται ταινίες "ωραίες" ή "αριστουργήματα" επειδή οι επαγγελματίες κριτικοί έχουν κουραστεί να βλέπουν τα τετρημμένα block busters. Ή να βαφτίζονται έτσι επειδή κάπου κάπως κάποτε ο σκηνοθέτης τους δημιούργησε κάτι ωραίο και έκτοτε οι "κριτικοί" αποδέχονται αξιωματικά ότι ο,τιδήποτε νέο δημιουργεί πρέπει προφανώς να είναι και σπουδαίο. Δεν είναι έτσι. Δε με νοιάζει ποιος είναι ο σκηνοθέτης. Δε με νοιάζει ποιος είναι ο ποιητής που αναφέρεται στην ταινία. Την ταινία πρέπει να την κρίνουμε αυτοτελώς. Προφανώς έχουν βαρεθεί η άνθρωποι και τους αγγίζουν μόνο κάτι ψευτο-κουλτουριάρικες ταινίες που υποτίθεται ότι περνάνε βαθύτερα νοήματα ή συμβολισμούς. Όμως οι εν λόγω κριτικοί συνήθως δίνουν βαθμολογία με σημαντική απόκλιση από τον μ.ό. του κοινού. Μήπως λοιπόν αυτοί δεν είναι αντικειμενικοί "κριτικοί" αλλά αντιπροσωπεύουν μονάχα τον εαυτό τους με την όποια υποκειμενική αίσθηση του ωραίου έχουν? Νομίζω θα ήταν εύλογο να απολύονται, αν π.χ. σε 10 ταινίες η βαθμολογία που δίνουν απέχει πάνω από 1,5 αστέρι από τον μ.ό. του κοινού. Η τέχνη και το σινεμά δεν είναι για τους λίγους αλλά για ΟΛΟΥΣ. Άρα θέλουμε κριτικούς που να πιάνουν τα vibes της κοινωνίας και η υποκειμενικότητά τους να μην απέχει τόσο από τη μέση "λαϊκή" αίσθηση του καλαίσθητου...