Συνέντευξη

Ο Πάμπλο Λαραίν μιλά για τον «γυναικά, κομουνιστή και κοσμοπολίτη» Νερούδα

Από -

Μετά την οσκαρική «Jackie» ο σημαντικότερος Λατινοαμερικανός σκηνοθέτης επιστρέφει σε χρόνο-ρεκόρ με τον «Νερούδα». Μια εντελώς διαφορετική κινηματογραφική βιογραφία και αφορμή για μια κουβέντα πάνω στον διάσημο νομπελίστα λογοτέχνη, την ποίηση και την πολιτική.

 Πάμπλο Λαραΐν
Πάμπλο Λαραΐν

Τι σας τράβηξε στον Πάμπλο Νερούδα, τον οποίο προσεγγίζετε μάλιστα με έναν εντελώς αντισυμβατικό τρόπο;
Είναι ένα σχέδιο που δουλεύαμε μαζί με τον σεναριογράφο Γκιγέρμο Καλντερόν για πολύ καιρό. Πάντα ήμουν διστακτικός στην υλοποίησή του, διότι ο Νερούδα ήταν μια πληθωρική προσωπικότητα που δεν χωράει σε ταινία. Ήταν γυναικάς, κομουνιστής, κοσμοπολίτης, γευσιγνώστης, συλλέκτης, γερουσιαστής κι ένας σπουδαίος ποιητής. Πώς να τον προσεγγίσεις; Τελικά βρήκαμε τη σωστή οπτική γωνία, επικεντρωθήκαμε στην περίοδο της φυγής του στην Αργεντινή, βάλαμε και τον αστυνομικό Πελουσονό κι έτσι ο Γκιγέρμο έγραψε ένα πρωτότυπο σενάριο, το οποίο είναι περισσότερο μια νερουδιανή ιστορία παρά μια βιογραφία του Νερούδα.

Μια ιστορία στην οποία η πολιτική είναι και πάλι παρούσα, όπως στην τριλογία σας για την περίοδο Πινοσέτ («Tony Manero», «Post Mortem», «No»).
Τα πάντα είναι πολιτική. Ό,τι κι αν κάνεις, δεν μπορείς να την αποφύγεις. Το εντυπωσιακό είναι ότι, ψάχνοντας για την ταινία, ανακάλυψα πως εκείνη την εποχή στο κέντρο εξορίας κομουνιστών στην Πισάγουα υπηρέτησε ο –28χρονος τότε– Πινοσέτ. Το διασταύρωσα από τρεις διαφορετικές πηγές προτού το χρησιμοποιήσω, διότι για μένα ήταν ένα μικρό σοκ. Ξαφνικά, από μια λεπτομέρεια, οι παλιές ταινίες μου και ο «Νερούδα» ενώθηκαν με μαγικό τρόπο.

 «Νερούδα»
«Νερούδα»

Γιατί επιλέξατε τη συγκεκριμένη περίοδο της ζωής του ποιητή;
Κατά τη διάρκεια της απόδρασής του από τη Χιλή έγραψε το σπουδαιότερο έργο του, το «Canto General». Λένε πως είναι αυτό που του έδωσε το Νόμπελ, καθώς συνδυάζει πολιτική, Ιστορία και ποίηση με τρόπο μοναδικό. Κανείς δεν το είχε κάνει τόσο επιτυχημένα μέχρι τότε και νομίζω πως δεν το έχει κάνει ούτε μέχρι τώρα. Είναι ταυτόχρονα μια σημαντική πολιτική στιγμή για εκείνον, καθώς από γερουσιαστής μετατρέπεται σε φυγά, αν κι εδώ υπάρχει διάσταση απόψεων. Εννοώ το κατά πόσο ήθελε το καθεστώς να τον συλλάβει φοβούμενο τη γενική κατακραυγή και κατά πόσο η δίωξή του μεγαλοποιήθηκε. Γιατί σκεφτείτε πως ολόκληρη η Χιλή είχε τότε 14 εκατ. κατοίκους και το Σαντιάγκο ενάμισι. Αν ολόκληρη η αστυνομία έψαχνε ένα άτομο, δεν υπήρχε περίπτωση να μην το βρει. Αφήστε που ο Νερούδα κυκλοφορούσε ακόμη τότε δημόσια, πήγαινε σε πάρτι κι έβγαζε λόγους. Άρα, και γι’ αυτό που θα πω μπορεί να με σκοτώσουν πολλοί ιστορικοί, προφανώς ο ίδιος ήξερε πως δεν σκόπευαν να τον πιάσουν κι έφυγε εφευρίσκοντας ένα αδιέξοδο, «σκηνοθετώντας» ένα δράμα. Αυτό μας έδωσε την ιδέα για το κρίσιμο αφηγηματικό στοιχείο της ταινίας.

Πώς σκεφτήκατε να αντιμετωπίσετε την πολιτική στράτευση του Νερούδα; Πιστεύετε ότι οι ιδέες του έχουν νόημα στην εποχή μας;
Με ενδιέφερε να αποτυπώσω τον πολιτικό σφυγμό της εποχής. Τι πίστευαν οι άνθρωποι τότε, που μόλις είχε τελειώσει ο Β΄ Παγκόσμιος και ξεκινούσε ο Ψυχρός Πόλεμος. Είχαν ιδανικά και ήταν μπροστά από την εποχή τους, καθώς μιλάμε για μία δεκαετία πριν από την κουβανέζικη επανάσταση. Από την άλλη, η ταινία γυρίστηκε σήμερα και όλοι ξέρουμε πού κατέληξαν όλα αυτά. Είναι κάτι που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε…

 «Νερούδα»
«Νερούδα»

Τέτοιου είδους λογοτεχνία μπορεί να υπάρξει άραγε σήμερα;
Η πένα του Νερούδα είχε οργή και τρυφερότητα. Ήταν η φωνή ενός ολόκληρου λαού αλλά και η προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου κόσμου. Είχε την ικανότητα να βλέπει λεπτομέρειες και να κατασκευάζει από αυτές μια καινούργια πραγματικότητα, η οποία βρισκόταν μπροστά στα μάτια μας, όμως δεν μπορούσαμε να τη δούμε. Η επίδραση του Νερούδα στην ισπανόφωνη και τη λατινοαμερικάνικη ποίηση είναι κολοσσιαία και δεν σταματάει εκεί. Ξέρετε ότι στη Γαλλία υπάρχουν 52 σχολεία με το όνομα «Πάμπλο Νερούδα»;

Πέρα από την αντισυμβατική προσέγγιση του βασικού ήρωα, το «Νερούδα» έχει και μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που παραπέμπει με έναν τρόπο σε παλιά χολιγου­ντιανή ταινία.
Από τη μία έχει ένα εύρημα, δανεισμένο από τον Μπόρχες θα έλεγα, το οποίο παίζει με τη φαντασία και την πραγματικότητα. Από την άλλη είναι ένα ψυχολογικό δράμα αλλά και μια μαύρη κωμωδία με ονειρικά στοιχεία. Όλα αυτά με παρέπεμψαν σε ένα κινηματογραφικό σύμπαν, σαν ταινία εποχής που είναι ως ένα σημείο ρεαλιστική και ταυτόχρονα παραμυθένια, «κατασκευασμένη».

Και όλα αυτά, από το θέμα και τον ήρωα μέχρι το κινηματογραφικό στιλ του, πώς συνδέουν τον «Νερούδα» με την «Jackie», άλλη μία βιογραφική σας ταινία, την οποία μάλιστα γυρίσατε σχεδόν ταυτόχρονα με αυτήν;
Ενώ ο «Νερούδα» ήταν ένα πολυετές σχέδιο, η «Jackie» γυρίστηκε λιγάκι τυχαία. Το σενάριο έφτασε στα χέρια μου μέσω του Ντάρεν Αρονόφσκι, ο οποίος μου εξασφάλισε ως παραγωγός το final cut. Δεν θα έκανα την ταινία παρά μόνο με την Νάταλι Πόρτμαν, η οποία ευτυχώς είπε «ναι», ενώ ο σεναριογράφος Νόα Οπενχάιμερ δέχτηκε να βγάλει όλες τις σκηνές που δεν ήταν μέσα η Τζάκι. Όλα κούμπωσαν ιδανικά και πολύ γρήγορα, οπότε σχεδόν ταυτόχρονα με το τέλος του «Νερούδα» άρχισα να γυρίζω τα εσωτερικά της «Jackie». Τώρα, τι ενώνει τις δύο ταινίες; Δεν ξέρω ακριβώς. Ίσως αυτό που ενώνει όλες τις ταινίες μου. Η ιδέα πως οι άνθρωποι είναι θύματα της Ιστορίας, αναγκασμένοι να δρουν με τρόπους που δεν αντιλαμβάνονται πλήρως και χωρίς ποτέ να μπορούν να ελέγξουν τις συνέπειες των πράξεών τους.

Σχετικά Θέματα

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης