Συνέντευξη

Ο Γιώργος Λάνθιμος μιλά στον Χρήστο Μήτση για το «Θάνατο του Ιερού Ελαφιού»

Από -

Μόνιμος κάτοικος Λονδίνου πλέον, ο διάσημος συμπατριώτης μας μας εξηγεί πώς συνδυάζει χιούμορ και αρχαία τραγωδία στον βραβευμένο στις Κάνες «Θάνατο του Ιερού Ελαφιού», που θα αρχίσει να προβάλλεται στους κινηματογράφους από την Πέμπτη 2/11. Μιλάει για τον αγαπημένο του Κιούμπρικ, την πιθανότητα να γυρίσει στην πατρίδα και για το τι μας περιμένει στο «Favorite», την ήδη έτοιμη καινούργια ταινία του.

Αισθάνεστε πως ο «Θάνατος του Ιερού Ελαφιού» είναι η τολμηρότερη μέχρι τώρα ταινία σας;
Καταλαβαίνω από τις αντιδράσεις των θεατών ότι πολλοί τη θεωρούν κάτι τέτοιο, αν κι εγώ ποτέ δεν ξεκινάω με στόχο να κάνω την πιο τρομακτική, την πιο αστεία ή την πιο τολμηρή ταινία μου. Ξεκινάω από την ιστορία που θέλω να διηγηθώ, τι θέματα θέλω να ερευνήσω και αυτό με οδηγεί στο τι ταινία θέλω να κάνω. Δεν ξεκινάω ποτέ από το αποτέλεσμα.

Το σενάριο της ταινίας είναι πρωτότυπο αλλά, όπως αναφέρεται εμμέσως και στον τίτλο της, η βασική ιδέα έχει να κάνει με την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι». Η τραγωδία του Ευριπίδη ήταν εκείνη η οποία σας έδωσε την έμπνευση;
Κατά τη διάρκεια της συγγραφής του σεναρίου με τον Ευθύμη [Φιλίππου] γρήγορα διαπιστώσαμε –καθώς η «Ιφιγένεια…» είναι μια τραγωδία που ξέρω καλά και μου αρέσει πολύ– ότι υπάρχουν πολλές ομοιότητες με την αρχική υπόθεση. Νιώσαμε λοιπόν υποχρεωμένοι να κάνουμε­ την αναφορά, ώστε να υπάρξει ένα είδος­ διαλόγου ανάμεσα σε μια σύγχρονη ταινία κι ένα τόσο παλιό κείμενο. Διότι το ενδιαφέρον είναι πως κάποια θέματα τα οποία θέλουμε να πραγματευτούμε στην ταινία υπάρχουν ως ερωτήματα από την αρχαιότητα και θα θέλαμε να δούμε κατά πόσο η σκέψη μας επάνω τους έχει προχωρήσει, αν έχουμε απαντήσει σε αυτά τα διλήμματα...

 Από αριστερά προς τα δεξιά, οι Μπάρι Κέγκαν, Ράφι Κάσιντι, Γιώργος Λάνθιμος, Σάνι Σούλιτς, Κόλιν Φάρελ και Νικόλ Κίντμαν στο κόκκινο χαλί των Κανών
Από αριστερά προς τα δεξιά, οι Μπάρι Κέγκαν, Ράφι Κάσιντι, Γιώργος Λάνθιμος, Σάνι Σούλιτς, Κόλιν Φάρελ και Νικόλ Κίντμαν στο κόκκινο χαλί των Κανών

Τα οποία φυσικά παραμένουν αναπάντητα... Ακριβώς και αυτό τα κάνει ακόμη πιο ενδιαφέροντα.

Το σοβαρότατο δίλημμα στο οποίο αναφερόμαστε, το τόσο επώδυνο για τον ήρωά σας, το παρουσιάζετε μέσα από μια ιδιαίτερα σκοτεινή προοπτική αλλά και με σαρκαστικό, ανατρεπτικό χιούμορ. Το κάνετε για να ελαφρύνετε το βαρύ και δύσθυμο κλίμα του φιλμ ή αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο πλησιάζετε όλα τα θέματά σας; Είναι ένας συνδυασμός και των δύο, βασικά όμως έχει να κάνει με το πώς βλέπουμε τα πράγματα­ ο Ευθύμης κι εγώ. Αυτός είναι, ούτως ή άλλως, ο φυσικός τρόπος μας να προσεγγίζουμε ένα θέμα. Δεν νομίζω πως θα μπορούσαμε­ να ανταποκριθούμε αν κάποιος μας έλεγε να κάνουμε μια καθαρόαιμη κωμωδία ή μια straight ταινία τρόμου. Είναι λοιπόν η φυσική μας προδιάθεση να έχουμε αυτόν τον τόνο, από εκεί και πέρα όμως είναι απόλυτα συνειδητό από την πλευρά μου ότι δεν θέλω να κάνω μια ταινία σοβαροφανή, η οποία θα μιλάει μεν για σοβαρά θέματα, θα παίρνει δε και τον εαυτό της τόσο στα σοβαρά. Οπότε είναι απαραίτητο να σπάει όλο αυτό το πράγμα με το χιούμορ. Επίσης, μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρων ο συνδυασμός τραγωδίας και χιούμορ, διότι μας βοηθάει να δούμε κάποια γνωστά πράγματα από μια διαφορετική οπτική. Από μια απόσταση, η οποία ίσως τα κάνει και πιο ξεκάθαρα, αποκαλύπτοντας τη γελοιότητα, το δράμα και την αστειότητα που ενυπάρχουν την ίδια στιγμή σε μια κατάσταση.

Ένα θέμα το οποίο επανέρχεται­ σταθερά στις ταινίες σας είναι ο θεσμός της οικογένειας. Κυριολεκτικά και μεταφορικά, με την έννοια της μικρής, κλειστής ομάδας με τους δικούς της κώδικες. Νιώθετε σαν να είναι το μοναδικό καταφύγιο και ταυτόχρονα η αναπόδραστη φυλακή μας;
Σε αυτήν την περίπτωση η ενασχόλησή μας με την οικογένεια είναι λίγο τυχαία, καθώς το θέμα μας ξεκίνησε από κάπου αλλού. Αλλά προσπαθώντας να δομήσουμε αυτήν την ιστορία και καθώς η οικογένεια αποτελεί τον ισχυρότερο δεσμό ενός ανθρώπου με τους άλλους, τη χρησιμοποιήσαμε για να δώσουμε το απαραίτητο δραματικό βάθος.

Έχετε βραβευτεί πολλές φορές για τα σενάριά σας, είστε όμως κι ένας σκηνοθέτης με έντονη­ υπογραφή και πολλές οπτικές ιδέες. Αυτές γεννιούνται κατά τη συγγραφή του σεναρίου­ ή κατά τη διάρκεια του γυρίσματος;
Είναι μοιρασμένο. Ξεκινώντας να γράφουμε, πάντως, προσπαθούμε να μείνουμε συγκεντρωμένοι στη σωστή αφήγηση και ανάπτυξη της ιστορίας. Όσες σκηνοθετικές ιδέες υπάρχουν καταγράφονται φυσικά, αλλά όταν τελειώνει το σενάριο και αρχίζει ο σχεδιασμός των γυρισμάτων προσπαθώ να παραμείνω όσο πιο ανοιχτός γίνεται στο πώς θα κινηθώ. Δουλεύω σε φυσικούς χώρους, με φυσικό φως και οι περισσότερες ιστορίες μας μπορούν να συμβούν σχεδόν σε οποιαδήποτε χώρα της Γης. Έτσι προτιμώ να αφήνω τα πράγματα ανοιχτά, για να μπορώ να τροποποιήσω πολλά από αυτά σε σχέση με το τι θα βρούμε μπροστά μας στην πραγματικότητα. Οπότε όταν το σενάριο τελειώσει οριστικά κι έχουμε οργανώσει καλά την παραγωγή, τότε αρχίζω να σκέφτομαι πώς θα μπορούσε να εικονοποιηθεί αυτό που έχουμε γράψει.

Δεν ξέρω αν θα σας αρέσει αυτό που θέλω να ρωτήσω, αλλά εμείς οι κριτικοί τείνουμε να βάζουμε ταμπέλες σε σκηνοθέτες και ταινίες, ώστε οι αναφορές να γίνονται άμεσα κατανοητές. Έτσι, λοιπόν, μετά την προβολή της ταινίας στις Κάνες πολλοί ανέφεραν το όνομα του Στάνλεϊ Κιούμπρικ...
Το καταλαβαίνω. Ο Κιούμπρικ είναι πράγματι ένας από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες. Η αλήθεια είναι όμως, όπως σας είπα και προηγουμένως, πως δεν ξεκινάω ποτέ σκεπτόμενος ότι θα κάνω μια ταινία σαν του Κιούμπρικ. Κατά την προετοιμασία μιλάμε με τους συνεργάτες μου για ταινίες, αλλά συχνά εμπνεόμαστε­ από εντελώς διαφορετικά και συνήθως εξωκινηματογραφικά ερεθίσματα, προσπαθώντας να είμαστε πρωτότυποι και να φτιάξουμε έναν δικό μας κόσμο. Προφανώς­ υπάρχουν πράγματα που έχεις αγαπήσει και σε επηρεάζουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, και στο «Ελάφι…» είναι σίγουρα αρκετά εκείνα τα οποία θα μπορούσε­ να συνδέσει κάποιος με τον Κιού­μπρικ. Ευρυγώνιος φακός και διά­δρομος; Κιούμπρικ... Εμείς ξεκινήσαμε, ωστόσο, από την αίσθηση που μας έδινε η ιστορία κι έτσι για πρώτη φορά ήθελα η κάμερα να κινείται περισσότερο και να βρίσκεται ψηλότερα ή πολύ χαμηλότερα από το ύψος των ανθρώπων. Σαν μια ξεχωριστή, αόρατη οντότητα που τους παρατηρεί. Αυτό δεν είναι Κιούμπρικ και δεν το έγραψε κανένας, καθώς το γνωστό είναι και το πλέον αναγνωρίσιμο...

Η ταινία σας «The Favorite», με τους Έμα Στόουν, Ρέιτσελ Βάις και Νίκολας Χουλτ, πάνω στην ιστορία της Βρετανίδας βασίλισσας Άννας είναι έτοιμη;
Τα γυρίσματα έχουν τελειώσει και βρισκόμαστε στο μοντάζ.

Είναι η πρώτη ταινία χωρίς τη δική σας σεναριακή υπογραφή, ενώ λείπει και αυτή του μόνιμου συνεργάτη σας Ευθύμη Φιλίππου.
Έκανα μια μεγάλη έρευνα, όπως και προτού δουλέψουμε για πρώτη φορά με τον Ευθύμη, για να βρω την κατάλληλη σεναριακή φωνή γι’ αυτήν την ιστορία. Έτσι κατέληξα στον Τόνι ΜακΝαμάρα­, έναν άνθρωπο πολύ κοντά στο δικό μου γούστο, ο οποίος πήρε την αρχική ιστορία και τη μετέτρεψε σε σενάριο. Είμαι από την αρχή πλήρως αναμεμειγμένος στο πώς θα προχωρούσε αυτό το σενάριο και το όλο σχέδιο, οπότε πρόκειται για κάτι απόλυτα δικό μου. Μια ταινία η οποία είναι, βέβαια, αρκετά διαφορετική από τις προηγούμενες, τουλάχιστον ως ιστορία, αλλά από την άλλη ακολουθεί τον ίδιο κινηματογραφικό δρόμο, καθώς είμαι αυτός που είμαι και κάνω τα πράγματα με συγκεκριμένο τρόπο.

Υπάρχει πιθανότητα να επιστρέψετε μια μέρα στην Ελλάδα για κάποια ταινία;
Η μόνη ορατή πιθανότητα έχει να κάνει με την Ελλάδα ως τόπο γυρισμάτων. Μια ελληνική ταινία στην ελληνική γλώσσα μού φαίνεται, για καθαρά πρακτικούς λόγους, κάτι πολύ δύσκολο... Υπάρχουν πράγματα τα οποία μου λείπουν από τον τρόπο με τον οποίο κάναμε ταινίες στην Ελλάδα και προσπαθώ να διατηρήσω κομμάτια αυτής της διαδικασίας κι εδώ στο εξωτερικό. Με τον Κόλιν [Φάρελ] και τη Νικόλ [Κίντμαν], πάντως, λέγαμε πως θα ήταν ωραία να κάνουμε μια ταινία στην Ελλάδα, θα άρεσε σε όλους πολύ. Προς το παρόν όμως δεν υπάρχει τίποτα στον ορίζοντα.

Είστε ένας δημιουργός με δικό σας στιλ και ισχυρό όραμα. Πώς μπορείτε να τα επιβάλλετε σε μια βιομηχανία με αυστηρούς κανόνες, ακόμη και αν δεν μιλάμε για το Χόλιγουντ;
Αυτό είναι ένα από τα λίγα αρνητικά πράγματα τα οποία έχεις να αντιμετωπίσεις στο εξωτερικό, με την έννοια ότι πράγματι έχω τον απόλυτο δημιουργικό έλεγχο στις ταινίες μου και δεν μπαίνω σε συστήματα που δεν μου επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Από την άλλη όμως η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για μια βιομηχανία με πολύ συγκεκριμένη δομή κι ένα τόσο αυστηρό επαγγελ­ματικό πλαίσιο, που δεν επιτρέπει στους ανθρώπους να είναι αυθόρμητοι και να σκέφτονται διαφορετικά.

Οπότε τη συναντώ αυτήν τη δυσκολία, αλλά προσπαθώ να συγκεντρώνω δίπλα μου ανθρώπους με παρόμοια νοοτροπία, οι οποίοι υπάρχουν, απλώς χρειάζεται κάποιος κόπος για να τους βρεις. Οι ηθοποιοί, πάλι, ίσως αντίθετα απ’ ό,τι θα φανταζόταν κάποιος, είναι σχεδόν πάντα υποστηρικτικοί και συνεργάσιμοι, μια κι έρχονται στις ταινίες μου συνειδητά και γνωρίζοντας ότι μπορεί να κινηθούμε και λίγο­ έξω από τα συνηθισμένα. Τελικά­ είναι ένα κομμάτι της δουλειάς­ για το οποίο πρέπει να παλεύεις­ καθημερινά και αυτό που νοσταλγώ περισσότερο από τον τρόπο­ με τον οποίο γυρίζαμε ταινίες στην Ελλάδα.

Σχετικά Θέματα

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα * e-mail
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης