Κριτική

Μια Πόλη Δίπλα στη Θάλασσα

Από -

Έξι βασικές οσκαρικές υποψηφιότητες και Χρυσή Σφαίρα αντρικής ερμηνείας για ένα καλογραμμένο, καλοπαιγμένο αν και άνισο στην εκβιαστική προσπάθειά του να συγκινήσει δράμα πάνω στην απώλεια, στο πένθος και στα τραύματα του παρελθόντος.

Πολυβραβευμένος και συνολικά υποψήφιος για τέσσερα Όσκαρ, ο Νεοϋορκέζος Κένεθ Λόνεργκαν ήρθε στο σινεμά από το θέατρο, απ’ όπου ξεκίνησε πριν από δύο δεκαετίες ως συγγραφέας. Σεναριογράφος που μπορούσε να περάσει άνετα από την ευρηματική κωμωδία («Ανάλυσέ το») στο ιστορικό δράμα («Οι Συμμορίες της Νέας Υόρκης»), ξεχώρισε από το ανεξάρτητο σκηνοθετικό ντεμπούτο του «Στηρίξου Πάνω μου» (2000), ενώ το «Margaret» (2011) πέρασε μάλλον απαρατήρητο, εδραίωσε όμως μια πολύ καλή συνεργασία με τον πρωταγωνιστή Ματ Ντέιμον, για τον οποίο ο Λόνεργκαν έγραψε το «Μια Πόλη Δίπλα στη Θάλασσα».

Άλλες­ υποχρεώσεις ανάγκασαν τελικά τον σταρ να περιοριστεί σε ρόλο παραγωγού (κερδίζοντας μία οσκαρική υποψηφιότητα) και άνοιξαν το δρόμο στον Κέισι Άφλεκ, η ερμηνεία του οποίου κάνει αυτό το άνισο δράμα χαρακτήρων να ξεχωρίζει από τη φετινή ανεξάρτητη παραγωγή και να φτάνει μέχρι τη Χρυσή Σφαίρα α΄ αντρικού ρόλου και τις έξι οσκαρικές υποψηφιότητες. Ο Άφλεκ υποδύεται τον μοναχικό­ Λι, ο οποίος σοκάρεται από τον ξαφνικό θάνατο του αδερφού του και δυσκολεύεται να διαχειριστεί την επιθυμία του τελευταίου να αναλάβει την κηδεμονία του έφηβου ανιψιού του. Πρόκειται για ένα λιτό στην πλοκή του σενάριο, στηριγμένο στη σχέση δύο αταίριαστων χαρακτήρων, οι οποίοι καταλαβαίνουν πως, για να συμβιώσουν, πρέπει να κάνει ο ένας χώρο για τον άλλον.

Γεγονός που έχουμε ξαναδεί πολλές φορές ως κινηματογραφική άσκηση οικογενειακής ισορροπίας, την οποία ο Λόνεργκαν εκτελεί με απέριττη ειλικρίνεια, καθαρή από τις περισσότερες χολιγουντιανές ευκολίες και τα συνήθη μελοδραματικά στιλιζαρίσματα. Τις περισσότερες, αλλά όχι όλες. Είναι εντυπωσιακές η φυσικότητα των διαλόγων και η καθαρότητα των αντιφατικών συναισθημάτων που πλημμυρίζουν τους ήρωες, με τον εκπληκτικό στην κάθε ανάσα και στο κάθε βλέμμα Κέισι Άφλεκ (προσέξτε πώς προσπαθεί να «τακτοποιήσει» τα χέρια του στη σκηνή του νεκροτομείου) να γίνεται ένας αξέχαστα αμήχανος Λι, τραυματισμένος κι ενοχικός, εσωστρεφής, κυκλοθυμικός και βαθιά συγκινητικός.

Αυτό που όμως εμποδίζει το φιλμ του Λόνεργκαν να ολοκληρωθεί ως εξίσου καθαρτήρια, πικρή και θαρραλέα ελεγεία πάνω στην απώλεια και στο πένθος είναι η αδυναμία του να κρατήσει τη δραματική ένταση σε ενιαίο τόνο, εκείνον ενός λιγοστών ντεσιμπέλ μα υψηλών συναισθημάτων αφηγηματικού μινόρε. Έτσι, ενώ από τη μία πλευρά η τραγωδία που ζωγραφίζεται στα πρόσωπα και κρύβεται πίσω από τους καθημερινούς διαλόγους των απλών ανθρώπων του Μάντσεστερ είναι σπαραξικάρδια, όταν συνοδεύεται από slow motion, θλιμμένες πόζες και το «Adagio» του Αλμπινόνι μοιάζει πομπώδης, εκβιαστική κι εντελώς περιττή. Ένα σύμπτωμα συχνό για το αμερικανικό σινεμά, καθρέφτη μιας κοινωνίας που μπορεί να κρύβει καλά τις αντιφάσεις της την ίδια στιγμή που τις δείχνει σε όλο τον κόσμο με το δάχτυλο.

ΗΠΑ. 2016. Διάρκεια: 137΄. Διανομή: FEELGOOD ENT.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα * e-mail
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης

  • Αζικ πριν από 5 μήνες

    Ποτέ δεν κατάλαβα για ποιο λόγο γυρίστηκε αυτή η ταινία...2,5 χαμένες ώρες από την ζωή μου.